ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Έκλεισε το ιστορικό μαγαζί του Πέκου στην Αυλώνα μετά από ένα αιώνα συνεχούς λειτουργίας

0

 

clip_image002

 

karatzasΤΟΥ Αμβρόσιου Καρατζά

ΕΝΑ από τα ιστορικά μαγαζάκια της Αυλώνας κατέβασε πρόσφατα τα ρολά του μετά από εκατό χρόνια συνεχούς λειτουργίας, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του τελευταίου μαγαζάτορα Δημητρίου Αντωνόπουλου.

Το μαγαζάκι άνοιξε για πρώτη φορά πριν εκατό περίπου χρόνια ο Θεμιστοκλής Κανελλόπουλος (Κλη – Κανέλλος). Τότε περίπου επέστρεψε ο Κλης  από την Αμερική όπου είχε πάει μερικά χρόνια για να κερδίσει χρήματα. Με τις αποταμιεύσεις που έφερε επιστρέφοντας άνοιξε και το μαγαζάκι στο οποίο πουλούσε κυρίως κρασί και κάνα καφέ, όποτε υπήρχε. Το μαγαζί από πλευράς τοποθεσίας ήταν και είναι πολύ προνομιούχο διότι είναι επί της πλατείας του χωριού. Τότε η Αυλώνα  είχε πάνω από 600 μόνιμους κατοίκους, και μαζί με τα περίχωρα πάνω από χίλιους.

%cf%80%ce%ad%ce%ba%ce%bf%cf%8213%ce%b2

 Ο Κλή- Κανέλλος ήταν προκομένος και εργατικός άνθρωπος. Διετέλεσε και πρόεδρος της Κοινότητας κάποια χρόνια στην αρχή της δεκαετίας του 1930, καθώς επίσης και πρόεδρος του Συλλόγου Φιλοδένδρων μετά τον θάνατο του Σωτήρη Νικολού. Είχε έξι παιδιά από τα οποία τα δύο σπούδασαν στο πανεπιστήμιο, ο γιατρός Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο δάσκαλος Γιαννάκης Κανελλόπουλος. Δύο γιοι του έφυγαν για την Αμερική. Ο Γιώργης όμως παρέμεινε στο χωριό και μαζί με τον πατέρα του καλλιέργησαν την γη, φύτεψαν πολλά αμπέλια, τα περισσότερα του χωριού, και έβγαζαν άφθονο κρασί που πουλούσαν κυρίως στο μαγαζάκι τους.

Ο Γιώρη – Κλής ή Γιώρη – Πέκος, όπως τον αποκαλούσαν οι συγχωριανοί του,  ανέλαβε  το μαγαζί μετά το 1935 και το λειτούργησε μέχρι το 1970. Στα 35 χρόνια του  Πέκου,  το μαγαζί γνώρισε μεγάλες δόξες. Ήταν το κύριο κρασοπουλειό του χωριού, όπου οι άνδρες άδειαζαν τις «μισές» μία μετά απ’ την άλλη! Ο Πέκος ήταν κυρίως αγρότης – γεωργός και  δουλευτής της γης και της δενδροκαλλιέργειας. Ήταν και καλλίφωνος και υπηρέτησε  ως  βασικός ψάλτης του Αι- Γιώργη της Αυλώνας  όσο ζούσε. Παρόλες τις απασχολήσεις του στα χωράφια και στο μαγαζί, ποτέ δεν έλλειψε από καμία Ακολουθία του Ναού, και μαζί με τον πάπα-Τάση αποτελούσαν δυνατό  βυζαντινό δίδυμο για πάνω από 40 χρόνια που ευχαριστιόσουνα να τους ακούς όταν έψελναν στην εκκλησία. 

karatzas

Αξέχαστο θα μείνει το παραθυράκι διαστάσεων 40Χ40 που υπήρχε πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού και επικοινωνούσε με την κουζίνα του σπιτιού, όπου η κυρά Τασούλα (η γυναίκα του) ετοίμαζε και παρέδιδε τις παραγγελίες των μπεκρήδων, καγιανάδες, συκωταριές κτλ. Βέβαια ο Πέκος ήταν και ο ίδιος λάτρης του κρασιού και καθώς ήταν αγαπητός από όλους τους πελάτες, σε κάθε τραπέζι είχε και το ποτήρι του.

  • Εκεί έχουν γίνει αμέτρητα ολονύχτια γλέντια, συνήθως ξεροσφύρι, διότι τα παλιά τα χρόνια μεζεδάκι υπήρχε μόνο το Σαββατοκύριακο και αυτό λιγοστό.

  • Εκεί σε αυτό το μαγαζάκι μαζεύονταν οι αντιστασιακοί στα χρόνια του ΕΑΜ να μάθουν τα νέα της Οργάνωσης.

  • Εκεί λειτούργησε για λίγα χρόνια πριν το 1940 το πρώτο Φαρμακείο της Αυλώνας από τον αείμνηστο γιατρό Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

  • Εκεί πήγαιναν οι πιτσιρικάδες του 1955 διότι ο γιός του Πέκου, Χρήστος, πριν φύγει για την Αμερική, τους έδινε καραμέλες δωρεάν.

Ο Χρήστοςθα μπορούσε να ήταν ο ιδανικός διάδοχος του πατέρα του στο ιστορικό μαγαζί και όχι μόνο. Και να ήθελε όμως, δεν μπορούσε να παραμείνει στο χωριό και να συνεχίσει την οικογενειακή  παράδοση. Τα εμφύλια πάθη των Ελλήνων και ιδιαίτερα η μανία των νικητών του εμφυλίου για εκδίκηση ανάγκασαν τον Χρήστο να φύγει το 1957 όσο μακριά μπορούσε για να  αποφύγει τις συνέπιες. Έτσι φαινόταν ότι το μαγαζί δεν θα συνέχιζε την λειτουργία του μετά τον Γιώρη -Πέκο, λόγω ελλείψεως διαδόχου. Όμως το 1967 η κόρη του Διαμάντω  παντρεύθηκε τον Δημήτριο Αντωνόπουλο, ο οποίος επέπρωτο να συνεχίσει την παράδοση των Κανελλέων.

«Ο ΜΗΤΣΟΣ ΜΑΣ»

Πράγματι το 1970 περίπου, το μαγαζί το ανέλαβε ο Δημήτριος (Μήτσος) Αντωνόπουλος.  Ο Μήτσος γεννημένος το 1939, ορφάνεψε από μικρός και πέρασε δύσκολα χρόνια αυτός και τα  δύο αδέλφια του. Έκανε διάφορες δουλειές στην Αθήνα και στην Γερμανία, αλλά αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό όπου νυμφεύθηκε την Διαμάντω. Αμάθητος με τις σκληρές αγροτικές δουλειές, ξαναφύγαν στην Γερμανία, από όπου επέστρεψε οριστικά το 1970. Τότε ήδη είχε αρρωστήσει ο Πέκος και το μαγαζί χρειαζόταν νέο αφεντικό. Έτσι ο Μήτσος  έριξε μεγάλο βάρος στην οργάνωση του μαγαζιού.

Εν τω μεταξύ η εξέλιξη της ζωής είχε αλλάξει τις συνήθειες και τις ανάγκες των καταναλωτών κατοίκων του χωριού. Ο Μήτσος ανακαίνισε το μαγαζάκι και επέκτεινε τις δραστηριότητες του. Έτσι το μαγαζί από κρασοπουλειό μετατράπηκε σε ένα γενικό  κατάστημα, όπου εύρισκες  τα πάντα, από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα. Τυποποιημένα τρόφιμα, τσιγάρα, καφέ, κρασί, ποτά, παγωτά, τηλέφωνο για το κοινό κ.α.. Τότε ήταν ο νεότερος και πιο μοντέρνος μαγαζάτορας του χωριού. Λόγω της πείρας και όσων είχε δει στο κόσμο που περπάτησε, πρωτοτύπησε αρκετά και οι καταναλωτές το αναγνώρισαν και τον υποστήριξαν. Τριαντάρης ων, προσείλκυσε αμέσως  τους νέους και μεσήλικες και σιγά-σιγά τους γεροντότερους. Οι σχέσεις του με τους νέους ήταν από την αρχή πολύ καλές, ενώ     διατηρήθηκαν και εξελίσσονταν διαχρονικά με όλες τις επόμενες γενιές.   Ο Μήτσος  από την φύση του ήταν ήρεμος άνθρωπος, και λόγω των καλών σχέσεων που είχε με όλους, σε λίγο το Μήτσος έγινε   «ο Μήτσος μας», που ήταν και ο εμπορικός τίτλος του μαγαζιού του. Ήταν ζεστός και φιλόξενος επαγγελματίας και άνθρωπος. Έτσι ήταν και  ο μακαρίτης ο Πέκος που διαδέχτηκε. Υπηρέτησε και ο  Μήτσος την Εκκλησία επί πολλά χρόνια ως μέλος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου. Λειτούργησε το μαγαζί μέχρι τον θάνατό του στις 24/12/2016, σχεδόν 45 χρόνια. Μου φαίνεται πως δεν υπήρξε άλλος μαγαζάτορας στην Αυλώνα με τόσο μακρόχρονη θητεία.

Με το θάνατο του Μήτσου Αντωνόπουλου  έκλεισε αυτός ο κύκλος λειτουργίας ενός ιστορικού μαγαζιού, εκτός και αν ο γιος του που είναι εγκατεστημένος αλλού, επιστρέψει στην Αυλώνα. Δεν αποκλείεται όμως κάποιος άλλος να αναλάβει να συνεχίσει την ιστορική πορεία αυτού του χώρου, παρά τις αντίξοες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν.

Όλοι οι μαγαζάτορες του ιστορικού αυτού μαγαζιού υπήρξαν λίαν αγαπητοί από τους Αυλωνίτες. Τίμησαν και τιμήθηκαν από την μικρή κοινωνία του χωριού και των περιχώρων. Αξέχαστα θα μείνουν και τα παλαιά πανηγύρια που οργάνωναν όλα τα μαγαζιά της πλατείας μαζί με τον Πέκο. Μέσα κάθονταν όσοι έπιναν  κρασί και έξω τα γυναικόπαιδα και οι υπόλοιποι που έπαιρναν, υποβρύχιο, παστέλι, γλυκό κουταλιού ή αναψυκτικά. Όλα αυτά τα μαγαζάκια μαζί και του Πέκου εκτός από την εμπορική  δραστηριότητα, εκτελούσαν χωρίς να τους έχει προσμετρηθεί ποτέ, και μία κοινωνική αποστολή. Ο  καθένας  καταλαβαίνει τι εννοώ, χωρίς να χρειάζεται ανάλυση.

Ας είναι αιώνια η μνήμη των τριών αυτών των ανθρώπων που με την εμπορική πρωτοβουλία και δραστηριότητα τους συνεισέφεραν ώστε να κρατηθεί ζωντανό το χωριό τα τελευταία εκατό χρόνια.

 

 

906 Συνολικές προβολές, 1 Σήμερα

Leave a Reply