ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης σε 12 ερωτήσεις και απαντήσεις από το γιατρό και καθηγητή Πάνο Χαλβατσιώτη

0

12 ερωτήσεις και απαντήσεις για να γνωρίσετε τον σακχαρώδη διαβήτη της κύησης

 panos-1

 Από τον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΛΒΑΤΣΙΩΤΗ*

 

 

  1. 1. Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης;

 Ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης καθορίζεται από την παρουσία υψηλών παθολογικών επιπέδων σακχάρου αίματος κατά την διάρκεια της κυήσεως που όμως δεν προϋπήρχαν της σύλληψης του εμβρύου.

 

  1. Πόσο συχνός είναι; 

Ο διαβήτης της κυήσεως  φαίνεται να αφορά στο 2-10% των κυήσεων στις ανεπτυγμένες χώρες, με τάση αύξησης παράλληλη με την αυξημένη συχνότητα της παχυσαρκίας στις γυναίκες της μετεφηβικής ηλικίας. Έχει υπολογισθεί ότι ο διαβήτης της κύησης είναι το αίτιο του 90% των διαβητικών κυήσεων

  

  1. Πότε πρέπει να γίνεται έλεγχος για διαβήτη κύησης; Πρέπει όλες οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης να ελέγχονται;

 Όλες οι μητέρες θα πρέπει να ελέγχονται μεταξύ 24-28 εβδομάδων της κύησης. Εντούτοις αν ανήκουν σε κατηγορία υψηλού κινδύνου θα πρέπει να ελεγχθούν στην πρώτη κιόλας επίσκεψη.
Στην κατηγορία υψηλού κινδύνου που απαιτείται πρώιμος έλεγχος ανήκουν οι μητέρες που:

  • Είναι υπέρβαρες με Δείκτη Μάζας Σώματος >25

  • Έχουν μειωμένη φυσική δραστηριότητα

  • Έχουν συγγενή α΄ βαθμού με διαβήτη

  • Εμφάνισαν διαβήτη σε προηγηθείσα κύηση ή γέννηση παιδιού με βάρος >4.500 γραμ.

  • Έχουν ιστορικό πολυκυστικών ωοθηκών

  • Εμφανίζουν αρτηριακή υπέρταση, τριγλυκερίδια > 250 mg/dl ή HDL 35 < mg/dl

  • Έχουν προϋπάρχον ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου

  • Έχουν ιστορικό νοσημάτων που σχετίζεται με ινσουλινοαντίσταση (acanthosisnigricans)

  1. Τι περιλαμβάνει ο έλεγχος; 

Ο έλεγχος που απαιτείται για την ανίχνευση του διαβήτη της κύησης γίνεται με τη διενέργεια καμπύλης γλυκόζης αίματος μετά την από του στόματος χορήγηση ισότονου διαλύματος 75 γραμ. γλυκόζης (OGTT), το πρωί μετά από ολονύκτια νηστεία ή τουλάχιστον για το προηγούμενο οκτάωρο.
Η διάγνωση μπαίνει όταν η πρώτη τιμή σακχάρου αίματος, πριν την χορήγηση της γλυκόζης, είναι μεγαλύτερη του 92 mg/dL, ή 1 ώρα μετά την χορήγηση μεγαλύτερη  των 180 mg/dL, ή 2 ώρες μετά μεγαλύτερη των 153 mg/dL. Έστω και μία από τις 3 τιμές να είναι υψηλότερη δηλαδή παθολογική, τότε τίθεται η διάγνωση του διαβήτη κυήσεως. 

  1. Σε τι διαφέρει ο διαβήτης κύησης από τα άλλα είδη διαβήτη;

Ο διαβήτης κύησης αναπτύσσεται στις μητέρες, που ενώ πριν την εγκυμοσύνη έχουν φυσιολογική ινσουλινοέκκριση, κατά την κύηση εμφανίζουν δυσκολία έως σημαντικού βαθμού ανεπάρκεια να υπερνικήσουν την εμφάνιση της ινσουλινοαντίστασης, που οφείλεται στα αυξημένα επίπεδα ορμονών όπως το πλακουντιακό γαλακτογόνο και η κορτιζόλη. Αποτέλεσμα αυτού είναι να εμφανίζουν παθολογικά υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Όταν ολοκληρωθεί η εγκυμοσύνη και υποχωρήσουν τα επίπεδα των ορμονών, τότε εξαφανίζεται και η δυσλειτουργία του παγκρέατος, επειδή δεν υπάρχει πλέον ινσουλινοαντίσταση στα κύτταρα. Παρόλα αυτά, αν κατά την εγκυμοσύνη αυξηθεί υπέρμετρα το σωματικό βάρος της μητέρας, η ινσουλινοαντίσταση παραμένει και μετά τον τοκετό οπότε τότε ο διαβήτης χαρακτηρίζεται ως τύπου 2 διαβήτης.
Ο τύπος 1 και 2 προϋπάρχουν της κύησης και επειδή απλά υπάρχει αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη κατά την κύηση, θα πρέπει να γίνει προσαρμογή της θεραπείας.

 

  1. Τι μπορεί να προκαλέσει ο αρρύθμιστος διαβήτης στη μητέρα και τι στο έμβρυο;  

Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου αίματος της μητέρας προκαλούν βλάβες τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο. Ειδικότερα η υπεργλυκαιμία στη μητέρα προκαλεί αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αρτηριακής υπέρτασης, μιας δυνητικά θανατηφόρου επιπλοκής της προεκλαμψίας (12% των διαβητικών κυήσεων), ενώ τριπλασιάζει τον κίνδυνο για ανάγκη καισαρικής τομής. Επίσης ο κίνδυνος αποβολής του εμβρύου είναι ανάλογος με τα επίπεδα σακχάρου αίματος. Τέλος οι μητέρες που θα αναπτύξουν διαβήτη της κυήσεως παρουσιάζουν αυξημένη την πιθανότητα (35-60%) να εμφανίσουν τύπου 2 διαβήτη άμεσα αλλά και μέχρι 10-20 έτη μετά τον τοκετό.
Εάν ο διαβήτης εμφανισθεί νωρίς στην εγκυμοσύνη τότε το έμβρυο κινδυνεύει από συγγενείς ανωμαλίες στο καρδιαγγειακό και νευρικό του σύστημα. Παιδιά με βάρος γέννησης πάνω από 4.000γρμ, που χαρακτηρίζονται μακροσωμικά, τις περισσότερες φορές ανήκουν σε αρρύθμιστες διαβητικές μητέρες που δεν το γνώριζαν από πριν ώστε να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα και έτσι παρουσίαζαν παθολογικά σάκχαρα κατά την κύηση. Τα μεγαλόσωμα αυτά παιδιά κινδυνεύουν πιο συχνά από κακώσεις του βραχιονίου πλέγματος κατά τον τοκετό και αιματώματα της κεφαλής. Επίσης τα νεογνά μητέρων με παθολογικές τιμές σακχάρων εκτός από τις συγγενείς διαμαρτίες τετραπλασιάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης του συνδρόμου της αναπνευστικής δυσχέρειας αμέσως μετά τον τοκετό καθώς και του νεογνικού ικτέρου.

 

  1. Υπάρχουν γυναίκες που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη κύησης;

Όπως προαναφέραμε, αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη της κύησης παρουσιάζουν οι γυναίκες που έχουν κάποιο σύνδρομο ινσουλινοαντίστασης, όπως οι πολυκυστικές ωοθήκες, η παχυσαρκία και μια σειρά από σπάνια γεννητικά σύνδρομα. Επίσης εκείνες που έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη,  που σε προηγούμενη εγκυμοσύνη είχαν αναπτύξει διαβήτη και οι μητέρες με ηλικία πάνω από τα 25 έτη. Διατρέχουν τέλος υψηλό κίνδυνο και οι μαμάδες που δεν σιτίζονται με βάση τις ορθές υγειινοδιαιτητικές διατροφικές οδηγίες και καταναλώνουν γεύματα που περιέχουν πολλά λιπαρά και απλούς υδατάνθρακες, ενώ προσθέτουν πολύ αλάτι στο φαγητό τους.

  1. Μπορεί μια γυναίκα να κάνει κάτι για να τον προλάβει; 

Η υιοθέτηση σωστών διατροφικών προτύπων και η απώλεια βάρους πριν την εγκυμοσύνη μπορεί να αναστρέψουν το φαινόμενο. Η έγκαιρη όμως διάγνωση του και ορθολογική του αντιμετώπισή, θα προλάβει όλες τις ανεπιθύμητες επιδράσεις τόσο στο έμβρυο όσο και στην μητέρα.

  1. Τι ακολουθεί τη διάγνωση; Η γυναίκα χρειάζεται πιο συστηματική παρακολούθηση; Και τι είδους;

Μετά τη διάγνωση η μητέρα θα πρέπει να εκπαιδευθεί ώστε να ακολουθήσει τα υγιεινά πρότυπα διατροφής και εάν παρόλα αυτά δεν επιτύχει φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης αίματος τότε θα πρέπει να της χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή.
Παράλληλα θα πρέπει να κάνει πολλαπλές αυτομετρήσεις σακχάρου αίματος ώστε να υπάρχει αφενός μεν η διαβεβαίωση ότι τα επίπεδα σακχάρου αίματος είναι σε φυσιολογικά επίπεδα και αφετέρου για τον ασφαλή υπολογισμό δόσης ινσουλίνης αν αυτό απαιτείται. Τα συνιστώμενα επίπεδα σακχάρου νήστεως είναι <95 mg/dl, της πρώτης ώρας, μεταγευματικά <130-140 mg/dl και τα μεταγευματικά μετά 2ωρο < 120 mg/dl.
Σε διάστημα 6-12 εβδομάδων μετά τον τοκετό θα πρέπει οι μητέρες να ελεγχθούν για παραμένοντα διαβήτη. Ο διαγνωστικός αυτός έλεγχος θα είναι  δια βίου και θα επαναλαμβάνεται ανά τριετία αν είναι εντός φυσιολογικών ορίων.

  1. Πώς αντιμετωπίζεται ο διαβήτης κύησης; Μπορεί η διατροφή να αποτελέσει το μοναδικό μέσο αντιμετώπισης;

Η υιοθέτηση των σωστών υγειινοδιαιτητικών συνθηκών από μόνη της συνήθως είναι υπεραρκετή ως θεραπευτικός χειρισμός για την αντιμετώπιση του διαβήτη της κύησης στο 70-85% των περιπτώσεων.

  1. Πότε χορηγείται και φαρμακευτική αγωγή- και τι είδους; 

Η φαρμακευτική αγωγή θα προστεθεί, αν δεν επιτυγχάνονται οι θεραπευτικοί στόχοι μόνο με τη σωστή διατροφή. Η μόνη αντιδιαβητική αγωγή που χορηγείται στην κύηση είναι οι διάφορες μορφές ινσουλίνης καθώς δεν έχει πιστοποιηθεί η ασφάλεια για το έμβρυο κανενός αντιδιαβητικού δισκίου.

 

  1. Μπορεί ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης να επιβαρύνει την υγεία του παιδιού αργότερα στη ζωή του;

  Η επιδημικού τύπου αύξηση των κρουσμάτων του τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη στις ανεπτυγμένες κοινωνίες δεν εξηγείται επαρκώς από την τροποποίηση των διαιτητικών του συνηθειών και τη μείωση της φυσικής δραστηριότητας, έχουν ενοχοποιηθεί και προβλήματα στην έκφραση των γονιδίων μας. Πιο συγκεκριμένα το ανεπιθύμητο υπεργλυκαιμικό ενδομήτριο περιβάλλον επιβαρύνει το γενετικό υλικό του εμβρύου, με αποτέλεσμα αργότερα στη παιδικο-εφηβική ή και ενήλικο ζωή του να έχει αυξημένες τις πιθανότητες ανάπτυξης παχυσαρκίας, διαβήτη, καρδιαγγειακών νοσημάτων αλλά και κακοηθειών.
Επομένως η ιδανική ρύθμιση του σακχάρου αίματος κατά την κύηση και η αποφυγή βλαπτικών συνηθειών όπως το κάπνισμα αφενός μεν θα μειώσουν τους κινδύνους της περιγεννητικής νοσηρότητας και θνητότητας αλλά θα προασπίσουν την μετέπειτα ζωή του παιδιού από κινδύνους εμφάνισης σοβαρών χρόνιων και συχνά ανίατων νοσημάτων.

  

Ο Παναγιώτης Γ. Χαλβατσιώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας και Σακχαρώδη Διαβήτη Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ εργάζεται στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν»

 

212 Συνολικές προβολές, 1 Σήμερα

Leave a Reply