ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Βιβλιοπαρουσίαση: Νίκος Αδάμ Βουδούρης – Καϊάφας

0

Ο «Κορνιζαρισμένος» άνθρωπος: Αυταρέσκεια και μοναξιά στους σύγχρονους τρόπους ζωής

Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης  γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι Τριφυλίας Μεσσηνίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Οδός Πανός», «Εντευκτήριο» και «Μπιλιέτο», καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Μετά το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Ο βυθός είναι δίπλα», εκδόσεις Πατάκη, 2008, που έτυχε θετικής υποδοχής από το κοινό και την κριτική, ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης επανέρχεται με το μυθιστόρημά του «Καϊάφας» από τις ίδιες εκδόσεις.

Του Κώστα Ζωτόπουλου*

Το έργο «Καϊάφας» είναι ένα μυθιστόρημα περιπλάνησης, μια ιστορία δρόμου και ταυτόχρονα μια ιστορία φιλίας ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο κι έναν σκύλο. Αφηγείται την κοινή τους πορεία και τη μεταξύ τους σχέση τρυφερότητας και αγάπης. Ταυτόχρονα περιγράφει τις δυσανεξίες ενός ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία, την αντίδρασή του και την απόπειρα διαφυγής του από έναν ασφυκτικό και χωρίς βαθύτερο νόημα τρόπο ζωής.

Ο κεντρικός ήρωας-αφηγητής, μεσαίο στέλεχος ιδιωτικής εταιρείας της Αθήνας, εξιστορεί σε πρώτο πρόσωπο πώς σε ένα διάλειμμα σύσκεψης στελεχών βγαίνει έξω για να περπατήσει λίγο, να ξεμουδιάσει, παρά τη μεγάλη ζέστη, μπαίνει στο αυτοκίνητό του και επιστρέφει στο σπίτι του, στους γονείς του, με τους οποίους συγκατοικεί. Δέχεται παρατηρήσεις απ’ τη μητέρα και τον πατέρα του, που τον συμβουλεύουν να σοβαρευτεί και να γίνει πιο υπεύθυνος, θεωρώντας ότι συνεχίζει προηγούμενα περιστατικά παράξενων συμπεριφορών. Ο ήρωας φεύγει λέγοντάς τους ότι πάει στη δουλειά του, πηγαίνει πράγματι με το αυτοκίνητο στο κτίριο του γραφείου, κάνει τρεις φορές τον γύρο του τετραγώνου σαν να ψάχνει για να παρκάρει, αλλά συνεχίζει και φεύγει, προς το Χαϊδάρι, ακολουθεί την εθνική οδό και φτάνει στην Πάτρα.

Κάνει ανάληψη χρημάτων με την κάρτα του, περπατά άσκοπα στην άγνωστη πόλη, μέσα στη ζέστη, ψωνίζει καλοκαιρινά ρούχα και παπούτσια, εξοπλισμό για παραλία, συνεχίζει να περπατά, μπαίνει σ’ ένα «παλιακό καφενείο» στην τουαλέτα του αλλάζει τα ρούχα, φορά τα καλοκαιρινά και κατόπιν ξεφορτώνεται τα επίσημα, της εργασίας. Ξαναγυρίζει στο αυτοκίνητο, δέχεται τηλεφώνημα απ’ τη μητέρα του που τον πληροφορεί ότι τον αναζητούν στη δουλειά του και τον παρατηρεί, ζητώντας του πάλι να αναλάβει τις ευθύνες του. Συνεχίζει να οδηγεί στο κέντρο της πόλης, διανυκτερεύει σ’ ένα ξενοδοχείο, και το άλλο πρωί συνεχίζει την πορεία του προς τα νότια. Βγαίνει σ’ έναν παράδρομο που οδηγεί σε παραλία, όπου κολυμπά. Και στην ακρογιαλιά συναντά έναν αδέσποτο κατάμαυρό σκύλο, «με λαμπερό τρίχωμα, λεπτό μακρύ λαιμό κι αγέρωχο παράστημα», όπως λέει. Στο περιλαίμιό του υπάρχουν δύο νικελένια ταμπελάκια, το ένα γράφει το όνομά του, «Σαμψών» και το άλλο έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου.

Ο ήρωας παίρνει τον σκύλο υπό την προστασία του, τον φροντίζει και γίνονται φίλοι. Ο σκύλος φαίνεται πολύ προσεγμένος, όμως σε όλη τη διάρκεια της περιπλάνησης συχνά εξεμεί – ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο σκύλος είναι άρρωστος. Ο ήρωας αγοράζει διάφορα για τη διατροφή του σκύλου και παραπάνω εξοπλισμό για κάμπινγκ στην παραλία και περιπλανώνται στα περίχωρα του Πύργου. Επισκέπτεται ένα πορνείο. Κατασκηνώνει σε μια αμμουδιά, όπου περνούν ώρες διακοπών. Δέχεται κλήση από τον αδελφό του, ο οποίος τον επιπλήττει, τον νουθετεί και οργισμένος τον συμβουλεύει. Ο αφηγητής ακούει χωρίς να αντιδρά. Στο τέλος του δίνει μια ασαφή απάντηση και η συνδιάλεξη τελειώνει.

Η πορεία τους συνεχίζεται. Επισκέπτονται την Αρχαία Ολυμπία, το Μουσείο και τον αρχαιολογικό χώρο. Αφήνει τον Σαμψών έξω και εισέρχεται. Συνεχίζουν την περιπλάνησή τους στην ύπαιθρο. Ο Σαμψών τον απαλλάσσει από την επιθετικότητα μιας παρέας νέων, τους οποίους τρέπει σε φυγή με τα γαυγίσματά του. Ο αφηγητής δυσκολεύεται να βρει δωμάτιο, από τα ξενοδοχεία εισπράττει άρνηση, λόγω της παρουσίας του σκύλου. Βρίσκει ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο στην περιοχή της Ζαχάρως.  Περιγράφει φαντασιώσεις του, ότι πηγαίνει στην Αθήνα, ότι σφάζει τον προϊστάμενο του, τον Φωκά, και ότι ξαναγυρίζει στο δωμάτιο χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. Ερευνά στο διαδίκτυο και αντλεί πληροφορίες για τη ράτσα του σκύλου του. Πηγαίνουν στη λίμνη του Καϊάφα για βόλτα. Επισκέπτονται τα ιαματικά λουτρά. Δίνονται παραστατικές περιγραφές των τοπίων και των περιστατικών.

Βρίσκει δουλειά σερβιτόρου σ’ ένα εστιατόριο και δίνει ψεύτικο όνομα, όπως κάνει πολλές φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού . Ένα βράδυ καθήμενος στην ακρογιαλιά μετά τη δουλειά του, μαζί με τον σκύλο, βλέπει μια χελώνα careta-careta  να βγαίνει απ’ το νερό, να προχωρεί στην ακρογιαλιά, ν’ ανοίγει ένα μικρό λάκκο για ν’ αφήσει τ’ αυγά της και ύστερα να ξαναμπαίνει στο νερό. Ο αφηγητής κολυμπά κι αυτός μαζί με τον σκύλο του μετά τη χελώνα.

Ένα απόγευμα τον επισκέπτεται ο αδελφός του. Στον σύντομο διάλογό τους, του λέει να πει στη μητέρα τους ότι είναι καλά. Ένα πρωί φτάνουν στην παραλία πέντε εθελοντές προστασίας της χελώνας careta-careta  μαζί με τα σκυλιά τους. Οι ντόπιοι τους αποκαλούν «χελωνάδες». Μένουν για λίγες μέρες, συχνάζουν στην ταβέρνα όπου σερβίρει ο ήρωας, κι αυτός τους βλέπει μαζί με τον σκύλο του στο έργο τους, να εντοπίζουν φωλιές, να βάζουν όρια, «να περικλείουν την προστατευόμενη περιοχή με την κατάλληλη σήμανση, με ερυθρόλευκες κορδέλες και σημαιάκια». Πριν φύγουν κάποιος από αυτούς, ένας χαρακτηριστικός τύπος, ονόματι Χορμόβας, συμβουλεύει τον αφηγητή να πάει τον Σαμψών σε κτηνίατρο γιατί είδε αίμα στο ρουθούνι του. Πηγαίνει τον σκύλο σε μια κτηνίατρο στη Ζαχάρω, Φοβάται ότι αυτή θα τον επιπλήξει που έχει έναν σκύλο ξένο και άρρωστο και δεν τον πήγε για τόσον καιρό στον γιατρό, κυρίως όμως φοβάται ότι θα χρειαστεί να κάνουν στον σκύλο ευθανασία. Αυτή τον καθησυχάζει και κάνει εξετάσεις στον σκύλο.

Στο μεταξύ έχουν αρχίσει οι μεγάλες πυρκαγιές στην περιοχή. Ο αφηγητής κάνει διάφορες σκέψεις για την τύχη του σκύλου. Την επομένη επισκέπτονται πάλι την κτηνίατρο, έχουν βγει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, και του αρχίζουν αγωγή θεραπείας. Οι φωτιές έκαναν μεγάλες καταστροφές και τέθηκαν σε έλεγχο την τρίτη μέρα. Ο ήρωας έχει διάφορες φαντασιώσεις σχετικά με το μέλλον του Σαμψών, όπως ότι θα μπορούσε να κάνει ευθανασία στον σκύλο (σκέψη που τον έχει βασανίσει πολύ πριν) και στη συνέχεια να τον ταριχεύσει για να τον έχει μαζί του.

Ακολουθεί το τέλος του μυθιστορήματος που εκπλήσσει τον αναγνώστη και τον κάνει να αναλογιστεί όλη αυτή την πορεία περιπλάνησης και να δώσει μια δική του απάντηση.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί. Με γλώσσα ρέουσα και καθημερινή, χωρίς κανένα περιττό στοιχείο, μεγάλη οικονομία σχολίων, με εικονοποιητική δύναμη και με εύστοχες περιγραφές. Συναντάμε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες σελίδες όπως για παράδειγμα την περιγραφή της νυχτερινής ωοτοκίας της χελώνας careta-careta.

Ο ήρωας αφηγητής αγωνίζεται να απαλλαγεί από έναν τρόπο ζωής που τον έχει βλάψει και να δώσει νόημα στη ζωή του, προχωρεί αλλά παραπαίει. Παράλληλα με το ταξίδι και την περιπλάνησή του, πραγματοποιεί κι ένα εσωτερικό ταξίδι αναζήτησης του εαυτού του, μιας νέας ταυτότητας. Ο κύριος άξονας του μυθιστορήματος είναι η ατομική περιπλάνηση, εξωτερική και εσωτερική του ήρωα-αφηγητή.

Κατά τη διάρκεια της κοινής τους πορείας σε τυχαία επιλεγμένες διαδρομές, ο ήρωας αφηγητής, συχνά με παιγνιώδη στάση, ευρισκόμενος σε μια οριακή κατάσταση διαφυγής από τον τρόπο ζωής του, εργασιακό και οικογενειακό, και σε μια ψυχολογική κατάσταση απόγνωσης, αμηχανίας, με έλλειψη σκοπού και σχεδίου αλλά συνάμα με μια τυφλή τάση επιδίωξης ενός άλλου τρόπου ζωής, βιώνει στιγμές τρυφερότητας και αγάπης για τον σκύλο, που του προσφέρουν ένα πρόσκαιρο αλλά ζωτικό νόημα  και σκοπό ζωής. Η αγάπη του για τον σκύλο συνοψίζει και υποκαθιστά την αγάπη που αδυνατεί να νιώσει και να εκδηλώσει για τους ανθρώπους στην καθημερινή του ζωή. Η παρουσία του σκύλου επιδρά πάνω του αγχολυτικά, του προσφέρει ψυχική ηρεμία. Πρόκειται για μια ευεργετική παρουσία, αναζωογονητική που τον βοηθά προσωρινά να επιχειρήσει έναν άλλο τρόπο ζωής, να αναμετρηθεί με την σύγχυσή του. Η σχέση του ήρωα-αφηγητή με τον σκύλο του Σαμψών είναι κυρίαρχη, ενώ παραμένει περισσότερο στο φόντο η σχέση του ήρωα με τους ανθρώπους, τους γονείς  και τον αδελφό του, τον προϊστάμενό του Φωκά, τους  χελωνάδες κατασκηνωτές, το ζευγάρι Γιάννης και Βιβή Μενύχτα, την κτηνίατρο Αναστασία Μπόζου και άλλους. Η παρουσία και η σχέση του σκύλου με τον ήρωα φωτίζει με ιδιαίτερο φως στην αφήγηση αυτά τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα τοπία.

Ωστόσο, ο αφηγητής δεν θέλει να συνειδητοποιήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι ο σκύλος είναι  άρρωστος και χρειάζεται κτηνίατρο, παρά μόνο όταν τον συμβουλεύει γι αυτό κάποιος άλλος και μάλιστα όταν του λέει πως ή στάση που κρατά είναι «εξωραϊστική». Εδώ φαίνεται ότι ο αφηγητής εθελοτυφλεί όσο αφορά την κατάσταση του σκύλου και το κάνει αφενός γιατί θέλει τον σκύλο για συντροφιά – αυτός είναι και ο λόγος που δεν πήρε στο τηλέφωνο τους κατόχους του όταν τον βρήκε- και αφετέρου γιατί μπροστά στην ομορφιά και την περηφάνια του ζώου δεν θέλει να παραδεχτεί την αδυναμία και την ασθένεια του, βλέποντας ίσως στον σκύλο τον εαυτό του. Δεν θέλει να παραδεχτεί και τη δική του αδυναμία και φθίνουσα πορεία, που όμως αυτές έχουν και μια κοινωνική χροιά, οφείλονται σε μια ασυμβατότητα της προσωπικότητάς του, στον πυρήνα της οποίας βρίσκονται τα στοιχεία του ναρκισσισμού και του εγωκεντρισμού, ασυμβατότητα που όμως είναι περισσότερο κοινωνικού και λιγότερο φυσικού χαρακτήρα. Τα στοιχεία του ναρκισσισμού και του εγωισμού διακρίνονται έντονα σε διάφορα σημεία, μεταξύ άλλων, κατά τη φαντασίωση του ήρωα-αφηγητή, ότι θα μπορούσε να έχει τη συντροφιά του σκύλου αν ήταν ταριχευμένος. Ωστόσο, η μη προσαρμογή του σ’ έναν σύγχρονο τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται έντονα  από τις αποστάσεις των ανθρώπων, από την έλλειψη βαθύτερου νοήματος και από εκφάνσεις που μερικές φορές φαντάζουν απάνθρωπες, σε σύγκριση με το παρελθόν, δεν οφείλεται αποκλειστικά στη δική του ιδιορρυθμία.

Η επιβεβαίωση του ότι ο αφηγητής βλέπει στον σκύλο τον εαυτό του, φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα, όπου η κτηνίατρος αναγγέλλει τα αποτελέσματα των εξετάσεων και τη νόσο του σκύλου και αρχίζει τη θεραπεία του:

«Σωστά διέγνωσα, πρόκειται για ερλιχίωση, θα αρχίσουμε με ενέσιμη αγωγή και μετά θα σας γράψω και χάπια. Μάλλον ο καημένος έπαιρνε αγωγή και πριν χαθεί, για τούτο και η απότομη πτώση, …    Δηλαδή θα συνέλθει; Ε, ναι, πιστεύω θα τα καταφέρει, μου απάντησε γελώντας. Ό,τι έλεγα το έλεγα από μέσα μου, το έκρυβα κι από μένα, και τέλος ξέσπασα και είπα με φωνή που δεν έμοιαζε δική μου: Θα συνέλθω, ναι. Γύρισε και μου είπε: Εσείς; Με κοιτούσε για δευτερόλεπτα, την κοιτούσα, τα μάτια μου ορθάνοιχτα και το βλέμμα καρφωμένο στο μέτωπό της, κάτι πήγε να πει μα δεν είπε τίποτα, έβγαλε τα γάντια της και κατόπιν έγραψε διάφορα χαρτιά. Τα ’βαλε σε έναν φάκελο και μου τον έδωσε, εδώ είναι οι οδηγίες, συνταγή, ιατρικό ιστορικό και οδηγίες για τη φαρμακοληψία, μου είπε. Την πλήρωσα, με ευχαρίστησε και μου ’πε καλημέρα χωρίς χαμόγελο».

Ο μαύρος σκύλος, ένα κατεξοχήν σύμβολο της κατάθλιψης, ως αντικαθρέφτισμα του ίδιου του ήρωα-αφηγητή, ως είδωλό του μέσα στον καθρέφτη, συμβολίζει και την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα.

Ο ήρωας-αφηγητής διακατέχεται, όπως επισημάνθηκε, από κρίση ταυτότητας – κάτι που υποδηλώνεται και από τα ψεύτικα ονόματα που δίνει αλλά και από τις πολλές προσποιήσεις του- και αντιπαλεύει αυτό που του επιβάλλεται να είναι από τους άλλους. Η αντίδρασή του φαίνεται να είναι μία επιστροφή σε ενστικτώδεις παρορμήσεις και στη ζωή κοντά στη φύση. Απολαμβάνει την ομορφιά της φύσης και διακατέχεται συχνά από παιγνιώδη διάθεση. Η σκηνή με τις νυχτερίδες που τις ταράζει πετώντας ένα τσιμεντένιο κομμάτι στην κορυφή μιας σπηλιάς στον Καϊάφα, με αποτέλεσμα να φτεροκοπούν σαν τρελές και να αναστατώνουν τους εγγύς λουόμενους, είναι χαρακτηριστική. Μερικές φορές διηγείται σε αγνώστους ψεύτικα σενάρια για την ταυτότητά του και για τη σχέση του με τον σκύλο και παίζει ρόλους, όπως για παράδειγμα όταν παριστάνει τον τρελό σε μια παρέα επιθετικών εφήβων για να μην του κλέψουν το αντίσκηνο. Υποδύεται υποθετικούς εαυτούς, αναμετρούμενος με τους κοινωνικά επιβεβλημένους σ’ αυτόν ρόλους, ανιχνεύοντας ίσως μια νέα ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά που είναι υποχρεωμένος να κάνει και σ’ αυτά που επιθυμεί, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τη σύγχυση. Συχνά οι προσποιήσεις αυτές δημιουργούν ένα γκροτέσκο κλίμα. Μια χαρακτηριστική φράση του ήρωα, «κάθε φορά που ξέρω τι θέλω είμαι χαρούμενος», εκφράζει αυτό το συνειδησιακό του αδιέξοδο.

Χαρακτηριστικές, επίσης, της στάσης και της ψυχολογικής κατάστασης του ήρωα-αφηγητή είναι οι δύο συνομιλίες με τον αδελφό του. Όταν αρχικά τον πήρε στο τηλέφωνο:

«Αναβόσβηνε η ένδειξη battery low, έμεινα να κοιτάζω την οθόνη περιμένοντας να σβήσει, λίγο πριν το τέλος με κάλεσε ο αδελφός μου. Καλημέρα, του είπα. Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο κι ύστερα άρχισε να επιπλήττει, να νουθετεί, να οργίζεται, να συμβουλεύει, τον άκουγα χωρίς να αντιδρώ. Μίλα, μου είπε, πες κάτι, εγώ ρουφούσα τη μύτη μου και θαύμαζα το καθαρό μου αμάξι, ένιωθα ήρεμος και προστατευμένος, στην άλλη άκρη της γραμμής ακούγονταν κι άλλες φωνές. Ήρεμος τώρα, μου είπε: Από μικρός τέτοια έκανες, σε μάθαμε πια, κόψε το σβέρκο σου, δεν ξανασχολούμαι. Πήρα βαθιά ανάσα. Εγώ από μικρός κολύμπαγα στις δαχτυλήθρες, του απάντησα, κι ύστερα το κινητό μου έσβησε».

Και αργότερα, όταν τον επισκέφθηκε στο δωμάτιο που έμενε:

«Κατεβαίνω να πάρω δυο μπίρες να ’χουμε. Δεν μιλούσε, πήγε στο κρεβάτι και κάθισε άκρη άκρη, κατέβηκα για τις μπίρες και βρήκα κάτω τη γυναίκα του αφεντικού. Ήρθε ο αδελφός μου, την ενημέρωσα, θα τα πούμε λίγο και κατεβαίνω. Καλώς τον δέχτηκες, μου είπε εκείνη, ανέβηκα τρεχάτος, του έδωσα τη μια μπίρα κι έκατσα στο περβάζι του παραθύρου πίνοντας τη δικιά μου. Είμαι κορνιζαρισμένος, του είπα και με το ελεύθερο χέρι μου χάιδευα το τετράγωνο άνοιγμα του παραθύρου. Είσαι κορνιζαρισμένος, συμφώνησε, μετά είπε, στη μάνα τι να πω; Να της πεις, είναι κορνιζαρισμένος. Έτσι να της πω; Όχι, όχι, να της πεις είμαι καλά κι έχω υγεία, σκύλο και προκοπή. Σκύλο και προκοπή, μάλιστα, ψιθύρισε …».

Οι στάσεις και οι σκέψεις του αφηγητή εκφράζουν την δυσαρέσκεια και την αντίθεσή του σε συμβατικότητες τρόπων ζωής και απέναντι στις συνθήκες της εργασίας του, φαινομενικά όχι και τόσο αρνητικές, ώστε αυτή η δυσφορία, που γίνεται αντίδραση, να απηχεί μια γενική και διαχρονική δυσαρέσκεια εργαζομένου έναντι ανωτέρων του σε ένα εργασιακό πλαίσιο που δεν τον εμπνέει, δεν του παρέχει την ελάχιστη αποδεκτή ικανοποίηση δημιουργικής απασχόλησης, την αναγνώριση ενός αποτελέσματος που να το δέχεται σαν άξιο και χρήσιμο. Η στάση του είναι μία δραματική και σπαρακτική αντίδραση που τον οδηγεί σε προσωπική φυγή από ένα εργασιακό αλλά και οικογενειακό και γενικότερο  περιβάλλον που στερείται νοήματος γι αυτόν, που του φαίνεται πολύ στενό και ξηρό,  και εντός του οποίου οδηγείται σε αδιέξοδο.

Το προσωπικό αδιέξοδο του ήρωα –αφηγητή, η σπαρακτική μοναξιά του,  υποδηλώνουν το γενικότερο αδιέξοδο, ενώ οι ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες  του χαρακτήρα του, η ιδιοπροσωπία του, που δεν μπορούν να χωρέσουν στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής του,  τον οδηγούν, χωρίς σκοπό και σχέδιο, σε μια σχεδόν τυφλή και απελπισμένη απόπειρα διαφυγής από ένα αποκαρδιωτικό και χωρίς ικανοποιητικό νόημα πλαίσιο. Το υπαρξιακό του δράμα, φωτισμένο στην ατομική του περίπτωση, απεικονίζει σε μικρή κλίμακα και παραπέμπει σε ένα γενικότερο κοινωνικό δράμα. Αν η περίπτωση του ήρωα-αφηγητή φαντάζει μεμονωμένη και ασυνήθης, η τόσο φαινομενικά ιδιότυπη προσωπικότητά του απεικονίζει χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εμφανή, σε ποικίλους βαθμούς, και σε πολλούς σύγχρονους ανθρώπους της σημερινής εποχής. Εποχής της ατομικής απομόνωσης μέσα στην εικονική ψευδοεπικοινωνία των σύγχρονων και πολλαπλών τεχνολογικών μέσων, η οποία ευνοεί την εγωπάθεια και την αυταρέσκεια.

Το βαθύτερο κοινωνικό φόντο της ιστορίας, από τις λεπτομέρειες που αναφέρονται, φαίνεται να σημαδεύεται από μια γενική και βαθιά κρίση αξιών και προσανατολισμών. Το μυθιστόρημα δεν έχει καθόλου εμφανείς αναφορές ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές. Από λίγες λεπτομέρειες του περιγύρου, όμως, δεν κρύβεται η γενική και βαθιά παρακμή. Οι έντονες εικόνες από την εγκαταλελειμμένη λίμνη και τα λουτρά του Καϊάφα αποτελούν ένα ιδιαίτερα υποβλητικό φόντο κατάπτωσης. Ο Καϊάφας χαρίζει το όνομά του στον τίτλο του βιβλίου και αποτελεί το σύμβολο αυτής της παρακμής. Λεπτομέρειες τέτοιες αποτελούν η εξαγορά του φύλακα στα Λουτρά του Καϊάφα, η παρουσία των παράνομα λουομένων («λαθρολουόμενους» τους αποκαλεί με χιούμορ) η εγκατάλειψη μιας προκάτ εκκλησίας και η μόνιμη άθλια εσωτερική της εμφάνιση μετά από τελετές σατανιστών. Ο ήρωας δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με ιδιορρυθμίες και πληγές, που τον εμποδίζουν να προσαρμοστεί  στη σύγχρονη ζωή, αλλά ταυτόχρονα κάποιος που αδυνατεί να δεχτεί την κατάσταση αυτή, όχι βέβαια για λόγους ιδεολογικούς, αλλά καθαρά και βαθιά βιωματικούς. Και βέβαια η κατάπτωση αυτή δεν σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο (τόσο χρονικά όσο και ως προς τα χαρακτηριστικά της) με τη σημερινή βαθιά οικονομική κρίση στην οποία έχει βυθιστεί η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι γενικότερη και πιο διαχρονική. Αυτή η λανθάνουσα κοινωνική διάσταση του έργου θα συνοψιζόταν ως εξής: η ιδιομορφία μιας προσωπικότητας και οι ζωτικές της ανάγκες δεν βρίσκουν χώρο στο κοινωνικό πλαίσιο και η ασυμβατότητα αυτή οδηγεί τον ήρωα σε μια τυφλή απόπειρα υπέρβασης και σε δραματικό αδιέξοδο. Σαν να απηχείται έτσι μια απελπισμένη κραυγή εναντίον αυτής της παρακμής. Από την άποψη αυτή, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια σύγχρονη κοινωνική αλληγορία.

Το μυθιστόρημα, ως μια υπέροχη ιστορία φιλίας μεταξύ ανθρώπου και σκύλου, βρίσκει μια θέση στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία δίπλα σε σημαντικά βιβλία όπως, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες με σκύλους» του Αλέξη Πανσέληνου ή την «Αθανασία των σκύλων», του Κώστα Μαυρουδή. Η αφήγησή του είναι λιτή και ακριβής, η σκηνοθεσία της είναι απλή και κατορθώνει να αναδείξει με συνταρακτικό τρόπο τη δυσανεξία της ύπαρξης και το αδιέξοδο του ήρωα. Η ψυχική περιδίνησή του αποδίδεται σε σκηνές όπου εμφανίζεται το κωμικοτραγικό στοιχείο και το στοιχείο του παραλόγου. Η αγωνία του ήρωα-αφηγητή και οι εναλλαγές των συναισθημάτων του εκφράζονται γλαφυρά μέσω του ρυθμού της αφήγησης και του ενίοτε ελαφρώς παραληρηματικού λόγου του, όταν αναφέρεται στις φαντασιώσεις του. Δυνατό και φαινομενικά απλό, αλλά διακρινόμενο από μια ιδιαίτερη ατμοσφαιρικότητα, το μυθιστόρημα είναι αποκαλυπτικό της ατομικής και γενικής απορρύθμισης των πυξίδων προσανατολισμού, της ατομικής και κοινωνικής παρακμής.

Η Ένωση Μεσσήνιων Συγγραφέων σε συνεργασία με τις εκδόσεις Πατάκη και με το βιβλιοπωλείο Bookmark παρουσίασε τη Δευτέρα, 8 Μαΐου, 2017 το καινούριο βιβλίο του Μεσσήνιου συγγραφέα Νίκου Αδάμ Βουδούρη, με ομιλητή τον Κώστα Ζωτόπουλο. Το ανωτέρω ήταν το κείμενο της ομιλίας αυτής.

991 Συνολικές προβολές, 1 Σήμερα

Leave a Reply