ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Διήγημα: Η γυναίκα του Πουατιέ

0

Η γυναίκα μπήκε στο facebook κι έκανε την ανάρτηση: «Γιατί τα παιδιά φέρονται χειρότερα όταν βρίσκεται η μαμά τους μπροστά». Το κείμενο εκτενέστατα και μεθοδικά έκανε την ανάλυσή του αφήνοντας πολλές αιχμές για παρέμβαση και σχόλια από τους αναγνώστες.

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου antonopoulos

 Ο συγγραφέας διάβασε το κείμενο, το βρήκε συναρπαστικό και σχολίασε: «Μακριά από τη μάνα τους τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια, μόλις όμως τη βλέπουν δίπλα τους ασφαλίζονται κι αυτό τους δημιουργεί εγωκεντρικές συμπεριφορές. Φωνάζουν εδώ είμαι! Δώστε μας σημασία! για να τα προσέξουν. Αυτό συμβαίνει και στους μεγάλους. Πολλές φορές το εγώ τους γίνεται υπερεγώ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε άτομα κυρίαρχα ή πολύ αγαπημένα!».

 Σε λίγο διάβασε την απάντηση: «Έχεις δίκιο, έτσι είναι! Μου αρέσουν αυτά τα άρθρα για τις συμπεριφορές μικρών και μεγάλων!».

 Πάντα όταν τα κείμενα ήταν ενδιαφέροντα και τον συγκινούσαν σχολίαζε, ξεδιπλώνοντας την προσωπική αλλά και την επιστημονική του άποψη με κέρδος την ικανοποίηση της έκφρασης και την ανταλλαγή απόψεων και ιδεών. Έτσι μια μέρα σχολίασε ένα κείμενο για τον έρωτα και έγραψε: «Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αρχικά υπήρχαν πλάσματα διπλά, δηλαδή ήταν αντρόγυνα, σ’ ένα σώμα το αρσενικό και το θηλυκό. Τα πλάσματα αυτά συνωμότησαν για να φτάσουν στον Ουρανό. Ο Δίας λοιπόν τα τιμώρησε χωρίζοντάς τα σε δυο ίσα μέρη. Από τότε κάθε μισό ψάχνει το άλλο μισό του από το οποίο κάποτε αποχωρίστηκε. Έτσι ξεκινάει ο έρωτας».

 Θυμόταν πως δέχτηκε πολλά επαινετικά σχόλια κι ένας τολμηρός αναγνώστης τον χαρακτήρισε «φιλόσοφο». Άλλη μια φορά έγραψε για το Μυθιστόρημα: «Πως είναι συνθετότερο, υψηλότερο και απαιτητικότερο από τ’ άλλα είδη του πεζού λόγου και σκιαγράφησε τη δομή του με τη Γένεση, την Περιγραφή, (ιστορία, αφήγηση, γλώσσα) και την Ερμηνεία. Ακόμα είχε πει πως το Μυθιστόρημα βασίζεται σε μια ιστορία σ’ ένα μύθο. Αυτή η ιστορία είναι πλαστή. Τι σημαίνει αυτό; Το ερώτημα θέτει αμέσως το πρόβλημα της σχέσης της τέχνης με την πραγματικότητα. Τι είναι όμως η πραγματικότητα; Είναι αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί, να καταγραφεί, να μελετηθεί και να αποδοθεί με την έκφραση στη λογοτεχνία».

 Πάλι τα ίδια. Είχε ωραία σχόλια και διθυράμβους για τις γνώσεις του που τον ανέβασαν στα ύψη. Αυτή η ενθουσιώδη αντιμετώπιση των αναγνωστών ήταν όπως είπαμε και η αμοιβή του. Ικανοποιώντας αυτή τη γνωστική του αυταρέσκεια τον έκανε να έχει συνεχείς επικοινωνίες με φίλους και να συνομιλεί μέσα από μηνύματα και σύντομα like.

 Πέρασε λίγη ώρα να κοιτάζει τα κείμενα στη ροή και στο μυαλό του ήρθε η γυναίκα με τη δική της ανάρτηση. Μπήκε στο χρονολόγιό της και της έγραψε: «Στο χρονολόγιό μου έχω δυο μυθιστορήματα, χρονογραφήματα και διηγήματα. Μπορείς να διαβάσεις στον ελεύθερο χρόνο σου. Χαιρετισμούς από την Ελλάδα. Για το Πουατιέ της Γαλλίας που μένεις ξέρω αρκετά. Ενδιαφέροντα είναι οι μεσαιωνικές εκκλησίες, το πάρκο και οι τρεις ένδοξες μάχες του».

 Δεν άργησε να πάρει απάντηση: «ok. Θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία!».

 Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Είχε γυρίσει από μια παρουσίαση βιβλίου κι ένιωθε κουρασμένος. Άνοιξε τον υπολογιστή και μπήκε στα μηνύματα. Τον είχε θυμηθεί και του είχε στείλει μήνυμα γράφοντας τα εξής: «Διάβασα το διήγημά σου «Αχτίδα κίτρινη γλυκιά». Με συνεπήρε το κείμενο. Μου άρεσε πολύ η έξυπνη δομή του και ο λόγος του. Το βρήκα πολύ κομψά δοσμένο και ερωτικό. Αυτό που με τρελαίνει με το γράψιμό σου είναι ο ενθουσιασμός που δείχνεις και η ζωτικότητα που σε πλημμυρίζει. Απ’ ότι γράφεις ξεπηδά και μια αθωότητα σαν του μικρού παιδιού. Συνέχισε έτσι, είναι μεταδοτικό».

 Χάρηκε με τα ωραία της λόγια και μια τρυφερότητα συναισθημάτων διαπέρασε το σώμα και την ψυχή του. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν η γυναίκα αυτή στην όψη και στον ψυχισμό της. Από τα μηνύματά τους που είχαν ανταλλάξει εδώ και δυο μήνες είχε μάθει πολλά αλλά και πολλά του ήταν άγνωστα. Του είχε πει πως έφυγε από την Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης, πως έμενε και δούλευε στο Πουατιέ σε εταιρεία κατασκευής έργων σαν μηχανικός διασφάλισης ποιότητας, πως ήταν παντρεμένη και είχε ένα γιο, ένα πρίγκιπα τριών ετών και πως ζούσε απλά την καθημερινότητα χωρίς εξάρσεις και ζωηρές απολαύσεις. Ακόμη της άρεσε το θέατρο, η λογοτεχνία και η ποίηση. Αυτό τον έκανε να της στέλνει με μηνύματα ποιήματα και να επαναλαμβάνει εκείνο της Μαρίας Πολυδούρη, που τόσο της άρεσε: <<Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες στα περασμένα χρόνια… Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, μόνο γι’ αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου …».

 Την έφερε πάλι στη σκέψη του σαν μια θεά του Πουατιέ και μπήκε στο χρονολόγιό της. Διάβασε τα υπόλοιπα μηνύματά της και όταν τελείωσε της έγραψε ακόμη ένα και της το ‘στειλε:

 «Πάρα πολύ καλό για να είναι αληθινό» μου έγραψες στο μήνυμά σου για το διήγημά μου «Άρωμα γυναίκας». «Γλυκό με ωραία γλώσσα» για το χρονογράφημα «Ρήνη». «Είσαι σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη» για το ποίημα μου «Αχνόθερμη όψη». Ρόδινη αυγή τα λόγια σου, ανθός που τρεμίζει το νόημά τους. Κι ως ξέσπασε από χαρά το βιολί μες στην καρδιά μου, Ηλιαχτίδα σε βάφτισα, Ηλιαχτίδα του Πουατιέ της Γαλλίας, αφού εκεί κάτω από το μέγα ουρανό του η ζωή σου από τις μνήμες ξεπηδάει. Και σε φαντάζομαι πάνω στο ωραίο σου κορμί, σειστή να περπατάς σε κάποιο μακρινό σκοπό να πηγαίνεις. Τις πόρτες να περνάς και ο καθείς να σε θαρρεί σαν φίδι που χορεύει πάνω σε ξύλινο ραβδί. Ύστερα όνειρο στιγμιαίο στις όχθες του Σηκουάνα να γίνεσαι, επιβάτισσα μετά στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου, θεσπέσια ύπαρξη στη συνέχεια έξω από τον πύργο του Άιφελ να χτενίζεις με τα λευκά σου δάχτυλα τα στάχυα των μαλλιών σου. Τέλος μακριά από τη σιωπή τη γεμάτη ρυτίδες, καθισμένη γόησσα στη γωνιά του πάρκου να διαβάζεις, τις βουερές μαχητικές σου μέρες ανέγνοιαστη να διασχίζεις απαγγέλλοντας τους στίχους του Μπωντλαίρ: «Κάποιο πρωί μ’ ολόφλογη φαντασία, κινάμε γεμάτη πόθο την καρδιά κι έχτρες που μαραζώνουν και της ψυχής μας το άπειρο, ως με κύμα πάμε, λικνίζουμε σε θάλασσες τρανές μα που τελειώνουν. Άλλοι χαρούμενοι που μια πατρίδα αφήνουν, άλλοι το φριχτό λίκνο τους και μερικοί, αστρολόγοι, που ωστόσο μες στα μάτια μιας γυναίκας επνιγήκαν, της Κίρκης με το επίφοβο μοσχοβοτανολόγι».

 Ηλιαχτίδα του Πουατιέ η πατρίδα μας η Ελλάδα έγινε Κίρκη! Μας μεταμορφώνει σε πεινασμένους Πτωχοπρόδρομους, στους δρόμους της γυρνάμε νηστικοί, με τρύπιο ρούχο και άθλιο πανωφόρι. Διαρκώς στερημένοι και ούτε ορεγόμαστε ευωδιαστό μονοκυθρίτσιον, χορδοκοιλίτσια και νόστιμο σφουγγάτο που σε σωρούς αχνίζουνε στα τραπέζια των μικρονοϊκών αρχόντων μας.

 Τόση είναι η πείνα μας που το οικονομικό χάσκον χάος και μένα χωρίς σέντσι έχει αφήσει. Γράφω με δανεικό στυλό, στο μέλλον ίσως τον στερηθώ, έλλειψη που μπορεί να μου στοιχίσει, γιατί χωρίς γραφή θα πέσω σε παρακμή, τον εύηχο τίτλο του «Δημιουργού του Ιονίου» που μου χάρισες θα τον χάσω!

 Τελειώνω. Για να μην έχει το τέλος του λόγου μου πικρή υφή με στίχο εύσπλαχνο της πατριώτισσας Μαρίας Πολυδούρη θα ντύσω. Στίχοι αφιερωμένοι σε σένα την άφθαρτη και την αιώνια του Πουατιέ, τη σμιλεμένη από το χέρι του άυλου και παρθένου χρόνου. «Κοντά σου δεν ηχούν άγρια οι ανέμοι. Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως. Στου νου μας τη χρυσόβεργη ανέμη ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός».

 = = =

 Πέρασε άλλος ένας μήνας χωρίς να χάσουν την επαφή τους. Στις 22 Σεπτεμβρίου πήρε ένα μήνυμα που του έλεγε: «Έχω νέα. Προέκυψαν επαγγελματικές αλλαγές και για τον επόμενο μήνα θα τρέχω σαν τρελή. Μετά για εννέα μήνες θα είμαι στην Ελλάδα, στην Πάτρα. Συνεχίζω μια δουλειά που είχε μείνει στη μέση από ένα παλιό έργο και θέλουν να την τελειώσω. Αυτό σημαίνει μετακόμιση από Γαλλία και καινούριο σπίτι στην Πάτρα».

 Χάρηκε για την επιστροφή της στην Ελλάδα όχι όμως για την ταλαιπωρία της. Παράλληλα ένιωσε την επιθυμία να πιει και να διαβάσει ποίηση. Πήγε στο μπαρ με τα ουίσκι και χαρούμενος σαν μικρό παιδί άνοιξε το πορτάκι του. Άπλωσε με εξαιρετική απαλότητα τα χέρια του, πήρε το μπουκάλι και το ποτήρι και επέστρεψε για να καθίσει στο μικρό ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι, μπροστά από το μαύρο δερμάτινο σαλόνι. Έτσι νιώθοντας ήρεμος, πίνοντας το πρώτο ποτηράκι μπόρεσε κι έφερε στο νου του όλη την τρυφερή ιστορία με τη γυναίκα που τόσο υπέροχα είχε περιβληθεί με την απαλότητα του λόγου της και τη δροσιά της ύπαρξής της. Τελειώνοντας το δεύτερο ποτήρι άπλωσε το χέρι του στη βιβλιοθήκη και πήρε τη συλλογή του Μιχάλη Κατσαρού «Κατά Σαδδουκαίων». Άνοιξε και διάβασε: «Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός. Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών, στον κοντό του γραφείου, στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί, στην κρατική, στο φόρο, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ…» Έμεινε εκεί ώσπου θυμήθηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα «Θύελλα στον Αρκαδικό». Χρειαζόταν μερικές διορθώσεις κι έπρεπε να τις κάνει. Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του νιώθοντας πως ένα λουλούδι άνθιζε στην καρδιά του.

 = = =

 Μετά από δεκαπέντε μέρες πήρε ένα μήνυμα που του έλεγε: «Είμαι στην Πάτρα. Τακτοποιήθηκα και ανυπομονώ να σε δω. Έλα!» Πήγε. Την περίμενε στις οκτώ το βράδυ στο εστιατόριο «Όασις». Όταν τον πλησίασε για να την ασπαστεί η ντροπαλότητά της ήταν τέτοια που ξεχάστηκε κι έμεινε κοντά του μυρίζοντας το άφτερ σέιβ στην απαλή επιδερμίδα του. Την έβαλε να καθίσει και με ανδροπρεπή φωνή κατάλληλη για την περίσταση της είπε: «Ω! τη εξαίσια είσαι!» και την κοίταξε γλυκά κατάματα θαυμάζοντας τα λαμπερά της καστανά μάτια. Αυτή έδειχνε αναστατωμένη, αμήχανη και φαινόταν σαν να μετάνιωσε που τον συνάντησε. Ύστερα σαν να της κόπηκε η ανάσα και για να πει κάτι ψέλλισε: «Δεν είμαι κατάλληλα ντυμένη! Δεν έφερα όλα τα ρούχα μου από τη Γαλλία!».

 Η απάντησή του ήταν άμεση: «Μα τι λες; To φόρεμά σου δίνει μια λεπτή δόνηση στο σώμα σου! Τονίζει το αρχιτεκτονικό του περίγραμμα!».

 Σιγά – σιγά ήρθε η εξοικείωση, ζεστάθηκαν και άρχισαν μια εισαγωγή στην κουβέντα τους με ζεστά λόγια αβροφροσύνης και τυπικότητας. Παρήγγειλαν κοτόπουλο μαρενγκό, σαλάτα, τυρί, σπαράγγια κι ένα μπουκάλι ροδοδάφνη «Achaia clauss». Έφαγαν με όρεξη, ήπιαν αρκετά και κουβέντιασαν πολλή ώρα με μπρίο και κέφι. Στο τέλος και πριν σηκωθούν ο άντρας τη ρώτησε: «Μετά από ‘δω χορεύουμε;» Ξαφνιασμένη αυτή, του ζήτησε να της πει πως ξέρει ότι της άρεσε ο χορός. Σκάζοντας εκείνος ένα γελάκι της είπε: «Εσύ η ίδια μου το έγραψες στο μήνυμά σου, όταν διάβασες το διήγημά μου «Η γυναίκα της οδού Αφροδίτης» που είχε μέσα τους δυο ήρωες, τον άντρα και τη γυναίκα να χορεύουν. Μου είχες πει πως λατρεύεις το χορό και σε ταξίδεψα στα παλιά όταν λικνιζόσουν κάτω από τους ήχους του μπαντονεόν. Χόρευες τάνγκο και το λάτρευες!».

 Η Χριστίνα Μαγδαλένια δεν του ‘φερε αντίρρηση. Μπήκαν στο club και κάθισαν. Ο απαλός φωτισμός της αίθουσας και ο μοντέρνος ήχος της μουσικής τους άρεσαν. Τα τραπεζάκια το ένα κοντά στο άλλο έκαναν ζεστή την ατμόσφαιρα. Ήπιαν το ποτό τους και σηκώθηκαν. Η γυναίκα νόμισε πως ο άντρας δεν ήξερα να χορεύει καλό τάνγκο. Τον οδηγούσε αυτή και τον κατεύθυνε. Δεν τον άφηνε να την πλησιάσει για να μη νιώσει την καυτή ανάσα της που έπεφτε πάνω του. Κάποια στιγμή ο άντρας την έσφιξε στη μέση αφήνοντας να φύγει από τα δάχτυλά του ένα γλυκό μούδιασμα και να της διαπεράσει τη σπονδυλική στήλη. Αισθάνθηκε υπέροχα αλλά και ενοχή για το χώρο που βρισκόταν χωρίς όμως να δείχνει μετανιωμένη που ήταν γαντζωμένη πάνω του. Στα τελευταία βήματα του τάνγκο με έκπληξη διαπίστωσε πως ο άντρας ξεδίπλωνε τη δεξιοτεχνία του πράγμα που δεν το είχε κάνει ως τότε. Και τη συνέχισε ως και το τελευταίο λεπτό με ξέφρενα στριφογυρίσματα που την παρέσυραν να λικνίζεται πλέον χωρίς αναστολές ώσπου του παραδόθηκε να την κρατά στα ακροδάχτυλά του σαν ένα λουλούδι.

 Στο δεύτερο τάνγκο η γυναίκα κράτησε πάλι την απόσταση κι έδειχνε σφιγμένη. Στο τρίτο καμία δύναμη δεν μπορούσε πλέον να της στερήσει τις δικές της και τις δικές του ικανότητες να τους παρασύρουν σε ξέφρενα στριφογυρίσματα. Αφέθηκε να χορεύει σαν θεά και τον παρέσυρε κι αυτόν να γίνει ο καβαλιέρος της θεός.

 Κάθισαν. Ο άντρας την κοίταξε στα μάτια, σ’ αυτά τα μάτια που πιο όμορφα δεν είχε δει ποτέ. Κι αμέσως με όλη τη δύναμη της ψυχής του της είπε τρυφερά: «Χορεύεις αέρινα!»

 Χόρεψαν ακόμη δυο βαλς, ήπιαν ένα μπουκάλι σαμπάνια και συμφώνησαν ώσπου να το διαλύσουν να κουβεντιάσουν ανέμελα αστεία πράγματα και κυρίως περί ανέμων και υδάτων. Το έκαναν και στο τέλος εκείνος λίγο σφιγμένος της πρότεινε: «Και τώρα πάμε στο ξενοδοχείο, στη σουίτα μου να ξεκουραστούμε!».

 Του έφερε αντίρρηση ως προς το χώρο. Ήθελε στο σπίτι της για να νιώθει ασφαλής. Δέχτηκε και πήγαν. Εκεί κάθισαν στο διθέσιο καναπέ, ο άντρας στη μια άκρη και η γυναίκα στην άλλη. Του έκανε εντύπωση η διακόσμηση του σπιτιού και η μεγάλη βιβλιοθήκη που ήταν φορτωμένη με παλιά και καινούρια βιβλία. Οι ράχες τους όλες καλογραμμένες και πολύχρωμες έφτιαχναν ένα πανηγύρι λέξεων και χρωμάτων που τον έκαναν να μεθύσει από χαρά για την πρωτότυπη αυτή εμφάνισή τους.

 Αφοσιωμένος στην ομορφιά των βιβλίων την είδε να χάνεται στο βάθος του διαδρόμου και να επιστρέφει σε λίγο με δυο ποτήρια γεμάτα ποτό και να του προσφέρει το ένα. Τρελοί από χαρά για τη συνάντησή τους άδειασαν τα ποτήρια μέχρι τον πάτο και ξανάρχισαν την κουβέντα κάτω από τον απαλό ήχο του στερεοφωνικού που έπαιζε μια χαβανέζικη μουσική. Και αφού πλέον φάνηκε πως έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας κοιτάχτηκαν μ’ ένα βλέμμα φωτιά. Δεν υπήρξαν προκαταρκτικά και οι δυο ήξεραν τι τους περιμένει. Η γυναίκα αντιστάθηκε στην αρχή αλλά σαν ο άντρας την τράβηξε πάνω του παραδόθηκε μέσα σε μια υπέροχη γαλήνη. Κι έτσι όπως την αγκάλιασε με τόση τρυφερότητα εκείνη έλιωσε αφάνταστα ενώ η υπέρτατη θέλησή της να τον κάνει δικό της έγινε πιο απέραντη που ένιωσε για μια στιγμή τις φλέβες της να καίγονται και μια συναρπαστική ηδονή να διαπερνά το σώμα της. Κι όσο το υπέροχο χάδι του άγγιζε κάθε τόσο τις καμπύλες και τις ευαίσθητες καυτές ζώνες του κορμιού της άλλο τόσο και ο ίλιγγος της πλήρους εξουθένωσης μαζί του γινόταν γλυκός κι έντονος. Ώσπου το ζωντανό κορμί του άντρα μπήκε μέσα της και τότε ένιωσε το είναι της να χάνεται κι αυτή να λιώνει μέσα στη φλόγα του πάθους και στην υποταγή της αρχέγονης ηδονής. Και τότε φοβισμένη από την τρομερή εισβολή μέσα της του αντρικού κορμιού γαντζώθηκε πάνω του. Έτσι άφησε ελεύθερο τον εαυτό της και παρασύρθηκε ανυπεράσπιστη πια στη δίνη του ερωτικού νήματος.

 Μετά την πράξη ο άντρας την αγκάλιασε τρυφερά και της είπε: «Και τώρα σ’ αφήνω στην κρίση σου». «Ότι έγινε το ‘νιωσα σαν βέλος που μου άγγιξε την καρδιά αλλά δε με πλήγωσε!» του ψέλλισε η γυναίκα και σύρθηκε κοντά του από τη δύναμη της έλξης του. «Έτσι είναι!» της απάντησε κι εκείνος και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ του.

ellinikoxronografima.blogspot.gr

118 Συνολικές προβολές, 1 Σήμερα

Leave a Reply