ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ζορμπάς – Καζαντζάκης: Διονυσιακός αμοραλισμός και απολλώνειο φως

0
ΟΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΕ ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΠΑ
ΓΙΑ ΤΑ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 60 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη που πραγματοποιήθηκαν το διήμερο 7-8 Οκτωβρίου 2017 στην Καλαμάτα και στη Στούπα από την Διεθνή Εταιρεία Φίλων Ν. Καζαντζάκη, με τη συνδιοργάνωση των: Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας – Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Μεσσηνίας – Μεσσηνιακή Αμφικτυονία – Ενωση Μεσσήνιων Συγγραφέων, η γράφουσα μίλησε ως εκπρόσωπος της ΕΜΣ με τον παρακάτω τίτλο: «Ζορμπάς – Καζαντζάκης: Διονυσιακός αμοραλισμός και απολλώνειο φως».

Της ΑΝΤΩΝΙΑΣ Δ. ΠΑΥΛΑΚΟΥ*

Στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, ο συγγραφέας έζησε την αφηγούμενη ιστορία, αλλά την αφηγείται κατόπιν. Η ταύτιση του συγγραφικού με το μυθιστορηματικό «εγώ» θέτει όρια κυρίως στην ψυχολογική ανίχνευση κάθε προσώπου. Μ’ άλλα λόγια ο Καζαντζάκης έπρεπε να είναι συνεπής προς την ζωντανή, ως τότε, εικόνα του. Και το πρόσωπο όμως του Ζορμπά είναι αληθινό, ίσως και της μαντάμ Ορτάνς, δεν έχουν όμως παρόμοια όρια, εκτός από εκείνα που αφορούν στο πρόσωπο του συγγραφέα και στο βαθμό που σχετίζονται μ’ αυτό. Και έπρεπε να τεθούν τα όρια, ώστε η βιωματική αυτή λογοτεχνία η ύλη να επιδέχεται κατάλληλο εμβολιασμό ή μετάπλαση με άλλα περιστατικά, βιωμένα όχι τόσο από τον συγγραφέα όσο από τους άλλους πρωτοπρόσωπους αφηγητές. Το «εγωκεντρικό» ως προς το περιεχόμενο, αυτό μυθιστόρημα τιτλοφορείται κατά το πρότυπο των πλατωνικών διαλόγων (με το όνομα του δεύτερου μετά τον συγγραφέα πρωταγωνιστικού προσώπου) και αυτό προδεικνύει τη δυναμική της υφιστάμενης σχέσης του στη ζωή και στο συγγραφικό «εγώ» τού Καζαντζάκη.

Ο Ζορμπάς μετά τη συνεργασία τους στο λιγνιτωρυχείο της Μάνης, είχε δεθεί για πάντα με τον Καζαντζάκη. Αλλά κι ο Καζαντζάκης, όταν μετά βρέθηκε στο εξωτερικό, ζούσε με τον ίσκιο του Ζορμπά. Ένιωθε πως η ζωή του ήταν πια γερά αρμοσμένη με τον διονυσιακό αυτό τύπο που είχε μπορέσει με το αισθητήριο της καρδιάς – όχι του νου – να του μεταδώσει τα μεγάλα μυστικά της ζωής. Εντούτοις, τρία περίπου χρόνια μετά τον χωρισμό του από τον Ζορμπά (1923), δεν έχει ακόμα αποφασίσει ποιος είναι ο προορισμός του. Βγαίνει πάλι στο κυνήγι του πεπρωμένου στις στράτες της ξενητιάς. Έχει όμως για τα καλά συνειδητοποιήσει την παντοτινή του διαθεσιμότητα, την τραγική του ταλάντευση, κάτι που ήδη έχει αντιληφθεί κατά και μετά την περιήγηση στο Άγιον Όρος (1914). Έτσι στα 1923 γράφει: «Η ιδέα η αφηρημένη, η άσκηση η φιλοσοφική δεν μπορεί πια να χορτάσει την ψυχή τη σαρκοβόρα». Είναι, λοιπόν ο Καζαντζάκης, ένας στοχαστής οριστικά ή ψάχνει στο εξής μόνο το φως και τα δώρα του Απόλλωνα, παρακάμπτοντας και την προσωρινή βεβαιότητα που του είχε προσφέρει το νιτσεϊκό ιδεώδες· την αποστολή δηλαδή να διατυπώσει μια κοσμοθεωρία με το προσωπικό του όραμα για την καταγωγή και τον προορισμό του ανθρώπου.

Στα 1926 πλέον, τη φυσιογνωμία του Καζαντζάκη προσδιορίζει η τελική του αφιέρωση στην ποιητική και λογοτεχνική δημιουργία. Κάτω όμως από τον λογοτέχνη, πάντα θα ξεπηδά ο Μυσταγωγός, ως θύτης κάθε ανθρώπινης ευτυχίας, ως αρνητής της ζωής, ως καταλυτής της κάθε επιθυμίας. Εν τέλει, μέσα σ’ ό,τι κι αν έγραψε ο Καζαντζάκης διακρινόταν πάντα ο φιλοσοφικός στοχαστής· ο διψασμένος για ελευθερία και συνεχή αγώνα για πνευματική και ηθική τελείωση, στοιχεία που αποτελούν και το βασικό μήνυμα του έργου του.

Μετά το καλοκαίρι του 1917 και το οικονομικό ναυάγιο από την Πραστοβά, οι δύο άνδρες θα χωρίσουν προσωρινά και δύο χρόνια αργότερα οριστικά. Δεν θα ξαναειδωθούν ποτέ πια. Ο Ζορμπάς ως τον θάνατό του, το 1942, θα κουβαλάει μέσα του την αγάπη για το αφεντικό του και συχνά θα τον ενημερώνει με γράμματα για τη μετέπειτα ζωή του. Από την άλλη όμως ο Καζαντζάκης θα κυριαρχείται από τον Ζορμπά. Ο Ζορμπάς για χρόνια θα δρα κάτω από τη σκιά του και θα αποτελεί το όνειρο ενός άλλου εαυτού που τέτοιος δεν θα γίνει ποτέ.

Χρειάστηκε λοιπόν να πεθάνει ο Ζορμπάς και με απόσταση από τον καιρό της γνωριμίας τους, το 1943, θα γράψει ο Καζαντζάκης το σχεδόν ομώνυμο βιβλίο, στην Αίγινα. Είναι  πια 60 χρόνων και αποτυπώνει με την αφήγησή του αυτό που θα ήθελε να ήταν ή να είχε κάνει στη ζωή του. Ως νεαρός αφηγητής στο βιβλίο μαγεύεται από το διονυσιακό μοντέλο του Ζορμπά. «Καμάρωνα στον Ζορμπά πώς σώμα και ψυχή ήταν ένα, κι όλα, γυναίκες, ψωμί, μυαλό, ύπνος αρμόδεναν με τη σάρκα του άνετα, χαρούμενα και γίνουνταν Ζορμπάς. Ποτέ δεν είχα δει μια τόσο φιλική ανταπόκριση ανθρώπου και σύμπαντου». Εδώ συντελείται, κατά την άποψή μας, και η σύζευξη του διονυσιασμού με τα απολλώνεια δώρα, αφού ο αφηγητής – συγγραφέας, ως προς τα άλλα θέματα που αγγίζει ο Ζορμπάς, ή ελάχιστα αποκαλύπτεται ή αφήνει τον Ζορμπά να διαπιστώνει ότι θα παραμείνει ένας αγιάτρευτος καλαμαράς. Λέει ο Ζορμπάς στον Καζαντζάκη: «Πότε ο κόσμος, πότε η γυναίκα, πότε το κρασί, πότε το σαντούρι, και δεν έχω καιρό να πιάσω την πένα· κι έτσι ο κόσμος έπεσε στους καλαμαράδες· όσοι ζουν τα μυστήρια, δεν έχουν καιρό· κι όσοι έχουν καιρό δε ζουν τα μυστήρια. Κατάλαβες;» Και στη ζωή βέβαια ο Καζαντζάκης είχε διαλέξει άλλο δρόμο, είχε απορρίψει οριστικά τη σάρκα και μάλλον στα 35 του που συνάντησε τον Γ. Ζορμπά ήταν αργά για να αλλάξει τη δραματική πορεία του ή αντικειμενικά ήταν αδύνατον να το κάνει. Το φορτίο αυτής της απόρριψης θα το μεταγγίσει στη σύλληψη συγγραφής του βιβλίου. Η ιδέα που κυοφορείται επί 25 χρόνια, γεννά στο καταστάλαγμα της ζωής του τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα του Αλ. Ζορμπά, που του χάρισε – τι ειρωνεία – και την μεγαλύτερη δημοσιότητα. Ο Καζαντζάκης μοιάζει εδώ να αναθεωρεί.

Και δεν είναι μικρό πράγμα να είσαι 60 χρόνων και να βρίσκεσαι μπροστά στο δίλημμα των αναθεωρήσεων. Το ατομικό του δράμα ήταν μάλλον σε καινούργια φάση. Γι’ αυτό, κι ως αφηγητής στο βιβλίο, παίζει με τον συμψηφισμό που θα του ’φερνε την εσωτερική αρμονία, τον συγκερασμό της απολλώνιας ιδιοσυγκρασίας του με το δυνατό κρασί που τον πότιζε ο Ζορμπάς. Δεν είναι μόνο η τέλεια Ομορφιά, δεν είναι μόνο η Ποίηση και το Όραμα που δίνουν νόημα στη ζωή· είναι κάτι άλλο πιο απλό πιο ανθρώπινο: η ζεστή γεύση της ζωής που του δίδαξε ο Ζορμπάς κι εκείνος είχε συνειδητά εγκαταλείψει. Περιγράφει λοιπόν στο βιβλίο το όνειρο του άλλου του εαυτού, που τέτοιος δεν θα γίνει ποτέ.

Εύκολα μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει στο έργο του Καζαντζάκη τ’ αχνάρια του Νίτσε, του Όμηρου, του Μπερξόν. Τ’ αχνάρια του Ζορμπά όμως μάς τα αποκαλύπτει στο βιβλίο του για τον Ζορμπά ο ίδιος (ύστερα από χρόνια) και τα βρίσκει το ίδιο πολύτιμα με εκείνα των άλλων σπουδαίων. Για τους λόγους που προαναφέραμε δεν του ταίριαζαν κι έμειναν μόνο στη μνήμη του και την καρδιά του. Ο Ζορμπάς ήταν ένα άλλο πνεύμα ζωής που κρυφόκαιγε μέσα του, εκτός από τον Αγ. Φραγκίσκο ή τον Καπετάν Μιχάλη.

Ήταν το πιο υψηλό, το πιο υποδειγματικό, το πιο αναγκαίο πρότυπο, ήταν ο «άλλος», ο ένας από τους πολλούς που πάλευαν σε νου, ψυχή και σώμα, αυτός που πραγματικά μπορούσε – αν κέρδιζε τελικά τη μάχη – να τον λύτρωνε όχι μόνον από αβάσταγες πνευματικές, αλλά κι από κατώτερες, σκοτεινές συμπλεγματικές καταστάσεις. Με τις μυθοπλαστικές του ικανότητες αποφασίζει να τον αναπλάσει, αναζητώντας ταυτόχρονα, μέσω της συγγραφής, και τη λύτρωση από το θαυμαστό πρότυπο, δημιουργώντας και τον δικό του εσωτερικό διάλογο ή και μονόλογο.

Ο Αλέξης Ζορμπάς, ως τύπος ανθρώπου που αντιπροσωπεύει ένα πνεύμα ζωής, είναι από τους πιο ζωντανούς, τους πιο πειστικούς, τους πιο απαράγραπτους απ’ το χρόνο. Η αντιπαραβολή του – ως ένα πνεύμα ζωής  – με το πνεύμα ζωής του συγγραφέα του, είναι κάτι που τον ανεβάζει περισσότερο. Αυτή η αντιπαραβολή είναι εκείνη που κάνει πιο τραγικό τον μονόλογο του Καζαντζάκη. Σ’ αυτήν άλλωστε βρίσκεται και η αξία του βιβλίου. Ο Καζαντζάκης εξομολογείται απέναντι στη ζωή, όπως την αντιπροσωπεύει ο Ζορμπάς, κάνοντας μιαν απελπισμένη προσπάθεια προσγείωσης. Αλλά κι η στιγμή που ο Ζορμπάς περνάει απ’ το σπίτι της χήρας κι η στιγμή που χορεύει, είναι δυο σκηνές, που, αν τις κοιτάξουμε μέσα στο καθολικό πλαίσιο του Καζαντζάκη, πρέπει να εξαντλήσουμε όλη μας τη συμπόνοια και όλο μας το σεβασμό μπροστά στον τραγικό αυτό «εραστή και χορευτή», που κάνει με τη σειρά του τη δική του υπέρβαση.

Με μια ηθελημένη μετατόπιση χρόνου, χώρου (η Μάνη γίνεται Κρήτη στο βιβλίο) αλλά και χαρακτηρολογική επέκταση προσώπων, ο Γιώργης Ζορμπάς, που περιγράψαμε, γίνεται Αλέξης Ζορμπάς, χαμένος στο διονυσιακό μεθύσι που του προσφέρει το σαντούρι του, ο δαιμονικός χορός του, το χάρισμα της τρελής αποκοτιάς του, η περιφρόνηση στις δυσκολίες της ζωής, η λύτρωση από το συναίσθημα του φόβου, η τόλμη του, η νίκη ακόμα κι η μικρή, το μεθύσι από το κυνήγι της γυναίκας. Τ’ ανθρώπινα πάθη – όλα τα πάθη – του φλόγιζαν την καρδιά. Αποτολμούσε τα πάντα κι ο θεός του, ο Διόνυσος τον αντάμειβε. Δεν ζητούσε την ευτυχία πέρα από τον άνθρωπο, την είχε μέσα του και τη χαιρόταν. Δεν έψαχνε, όπως ο Καζαντζάκης, μέσα στη μοναξιά και τον φόβο να βρει το Θεό του, δεν γύρευε να μάθει, δηλαδή, το μυστικό της λύτρωσης της ψυχής πέρα από τον Άνθρωπο. Αντίθετα ο Καζαντζάκης έμεινε πιστός στο φως του Απόλλωνα, στη θεία και ουράνια εκείνη φεγγοβολή που μεθούσε να την πλησιάζει και να καίγεται. Την ερμηνεύουμε ως συνεχή λογοτεχνική δημιουργία και μετουσίωση της ύλης σε πνεύμα, ή υποταγή της σάρκας στο πνεύμα.

Δεν θα σταθούμε σε όλα τα γνωρίσματα και τις ρηξικέλευθες ιδέες του Αλέξη Ζορμπά, ούτε θα τις αντιπαραβάλλουμε με εκείνες των μονολόγων του αφηγητή Καζαντζάκη. Σίγουρα πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους, δύο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων· τον απόλυτα εξωστρεφή, που η ψυχή πάει μπροστά από το μυαλό και τον κόσμο και τον αθεράπευτα εσωστρεφή συγγραφέα, με διαμετρικά αντίθετη την αντιμετώπισή τους και στο θέμα της γυναίκας. Και δεν θα σταθούμε στον διονυσιασμό του Ζορμπά, ως απλή συνεύρεση με τη γυναίκα – χαρακτηριστικό του Γ. Ζορμπά, – όσο στον τρόπο που την αντιμετωπίζει στους αφορισμούς που αναφέρονται στο βιβλίο σχετικά με τη φύση της. Και η επέκταση αυτή μάλλον πρέπει να αποδοθεί στον Καζαντζάκη. Θα εστιάσουμε, δηλαδή, σ’ ένα διονυσιασμό που μόνο στην περίπτωση της γυναίκας γίνεται απόλυτα αμοραλιστικός και ακραίος, αντιδραστικός θα λέγαμε, σε αντίφαση με άλλες προοδευτικές ιδέες που ο Αλ. Ζορμπάς παραθέτει.

Το ερώτημα είναι γιατί ο συγγραφέας επιλέγει την ακρότητα να προβάλλει τη γυναίκα ως όργανο εκμαυλισμού – αφού και τον Θεό κατάφερε να τον τυλίξει –, ως απλό δοχείο ηδονής, ως ένα απόλυτα αδύνατο πλάσμα, ως ένα εμπόδιο στο δρόμο του άντρα που θέλει να λυτρωθεί από τα κοινωνικά δεσμά και να προχωρήσει τη ζωή του ελεύθερος. Απλούστατα, γιατί έτσι την περιφρονεί και την οικτίρει, ώστε να γίνεται πιο εύκολο να μην την πλησιάσει, είτε για να καλύψει ενδεχόμενη φυσική αδυναμία του, εγγενή ή επίκτητη, ή στην καλύτερη  περίπτωση, επειδή απλώς είναι πιο εύκολο, με αυτήν την αποχή, να μπει στο σκοτεινό μονοπάτι της μόνωσης που θα τον βγάλει στο ζητούμενο απολλώνειο φως. Πρόκειται για έναν σφαγιασμό, κατά την κύρια και μεταφορική σημασία της έννοιας «γυναίκα», στα όρια της ανήθικης διαστροφής, προκειμένου να φανεί ότι αυτή σβήνει τη φλόγα κάθε ευγενικού πάθους. Κάθε νίκη λοιπόν ενάντια σ’ αυτόν τον πειρασμό είναι ένα σκαλοπάτι στον ανήφορο της ελευθερίας. Στο βιβλίο, όμως, ο πειρασμός αυτός, αποδομούμενος αριστοτεχνικά, χάνει μέρος της αξίας του, ώστε να φαίνεται ευκολοπολέμητος. Και φυσικά ο Καζαντζάκης δεν μιλάει ποτέ για το πάθος του δυνατού έρωτα. Ούτε Βεατρίκες, ούτε Ιουλιέττες, ούτε Αρετούσες, ούτε Οφηλίες του χρειάζονται. Τα πράγματα στις περιπτώσεις αυτές περιπλέκονται, γιατί σ’ αυτές εισχωρεί η γυναικεία αρετή. Στον Αλ. Ζορμπά δεν υπάρχει ρομαντισμός, μόνο πείνα σαρκική και λατρεία στη γυναικεία σάρκα, επειδή, όπως αναφέραμε, το συναίσθημα δυσκολεύει την καταπολέμηση του πειρασμού.

Κατασκευάζει, λοιπόν, ο Καζαντζάκης την εμβληματική μαντάμ Ορτάνς, μ’ ένα χαρακτήρα μπουφονικό και γκροτέσκο, μια καρικατούρα παλιάς πόρνης, με πολυδιάστατη ψυχή και την παραχωρεί στον Ζορμπά να την απολαύσει. Ο συγγραφέας ελαφρώνει με τους ξένους αισθησιασμούς, τους σαρκάζει και εύκολα τους αντιπαρέρχεται. «Ακόμα κι αυτή η γυναίκα, όμως, λαχτάριζε να γίνει σοβαρή, νοικοκυρεμένη καλλιακούδα. Τίμια γυναίκα», μας λέει. Η ελευθερία λοιπόν είναι απρόσιτη ακόμη και στην πόρνη, γιατί δεν ταιριάζει στη γυναικεία φύση της, γι’ αυτό την πετάει για χάρη μιας κοινωνικής, αν και όψιμης, αποκατάστασης. Πάνω σ’ αυτή τη γυναικεία επιθυμία, ο συγγραφέας – αφηγητής Καζαντζάκης θα στήσει και μια κακόγουστη φάρσα για να περιγελάσει τη δήθεν ανελεύθερη επιλογή της γριάς. Αλλά κι ο Ζορμπάς που θα τον μαλώσει, πάλι με σεξισμό θα την υπερασπίσει. «Η γυναίκα είναι αδύνατο πλάσμα, ντελικάτο, ένα φουρφουρένιο βάζο. Θέλει μεγάλη προσοχή, αφεντικό».

Στον αντίποδα της γριάς σαντέζας στέκεται η χήρα Σουρμελίνα που διεγείρει στους άνδρες τον πιο βασανιστικό πόθο και τον πιο λυσσαλέο φθόνο. Είναι επικίνδυνη και, μετά τον θάνατο του Παυλή, «μοιραία», ώστε να υπογράψει τη δική της καταδίκη. Ούτε ελευθερία ούτε μοναξιά, λοιπόν, ταιριάζουν στη γυναικεία φύση. Η γυναίκα είναι σκλαβωμένη στο γονιό, στο γάμο, στην απόκτηση παιδιών και στις συναφείς δεσμεύσεις τους, τόσο που ο Καζαντζάκης αναρωτιέται αν η γυναίκα είναι ή δεν είναι άνθρωπος!

Ας ακούσουμε τη νιτσεϊκή, στη βάση της, θέση του άντρα απέναντι στη γυναίκα και την επίδειξη της ανδρικής ανωτερότητας και ισχύος, μέσα από το βιβλίο.

«Όχι, δεν έχει άλλο πράμα στο νου της, αφεντικό. Άκου με έμενα που είδα κι έπαθα κι έκαμα πολλά κι έβαλα, ας πούμε, γνώση. Η γυναίκα δεν έχει άλλο πράμα στο νου της, είναι άρρωστο πράμα, σου λέω, παραπονιάρικο. Αν δεν της πεις πως την αγαπάς και πως τη θες, αρχίζει τα κλάματα. Μπορεί να μη σε θέλει καθόλου, να σε σιχαίνεται μάλιστα, μπορεί να σου πει όχι· άλλο πράμα αυτό. Μπορεί. Μα θέλει πάντα, όποιος τη δει να την πεθυμήσει. Αυτό θέλει η κακομοίρα, κάμε της λοιπόν το χατίρι!». Και αλλού: «Η γυναίκα είναι μια πηγή δροσερή, σκύβεις, θωράς το πρόσωπό σου, και πίνεις, πίνεις και τα κόκαλά σου τρίζουν. Κι ύστερα έρχεται ένας άλλος πάλι που διψάει, σκύβει κι αυτός, θωράει το πρόσωπό του και πίνει. Κι ύστερα ένας άλλος… Αυτό θα πει πηγή· αυτό θα πει γυναίκα». Οπωσδήποτε στην εκπλήρωση αυτού του ρόλου της, της προσφοράς τής ηδονής, αποχτά κάτι, η γυναίκα, το ακατάλυτο, το άφθορο και το αδιάφθορο, που την εξιδανικεύει και την καθαρίζει, ακόμα και στη μεγαλύτερη ερωτική της προσφορά και παραφορά. Μιλάει πάλι ο Ζορμπάς για την ερωτικά τρυγημένη μαντάμ Ορτάνς: «Μα θα μου πεις, είναι μισοπατημένη, έχει κάμει στη ζωή της σημεία και τέρατα, πέρασε από ναυάρχους, ναυτάκια, φανταράκια, χωριάτες, πραματευτήδες, παπάδες, ψαράδες, χωροφύλακες, δασκάλους, ιεροκήρυκες, ειρηνοδίκες – μα τι πάει να πει; Ξεχνάει γρήγορα η πατσαβούρα, δε θυμάται κανένα αγαπητικό, γίνεται, αλήθεια σου λέω, αθώα περιστερά, πρωτόβγαλτη, πιτσουνάκι, και κοκκινίζει, άκου με που σου λέω, κοκκινίζει και τρέμει σα να ’ταν η πρώτη φορά. Μυστήριο είναι η γυναίκα, αφεντικό. Χίλιες φορές να πέσει, χίλιες φορές σηκώνεται, παρθένα. Και γιατί, θα μου πεις; Να, γιατί δε θυμάται».

Παρακάτω παραθέτουμα και το επιχείρημά του για την ανισοτιμία της γυναίκας. «Είναι ένα πράμα ακατανόητο η γυναίκα κι όλοι οι νόμοι της πολιτείας και της θρησκείας βρίσκουνται σε λάθος. Δεν πρέπει να φέρνουνται έτσι στη γυναίκα, όχι! Της φέρνουνται πολύ σκληρά, αφεντικό, πολύ άδικα… Εγώ, αν περνούσε από το χέρι μου να βάλω νόμους, θα ’βαζα άλλους για τον άντρα, άλλους για τη γυναίκα. Δέκα, εκατό, χίλιες εντολές για τον άντρα· άντρας είναι, μαθές, σηκώνει. Όμως καμιά για τη γυναίκα. Γιατί, πόσες φορές να σου το πω, αφεντικό; Η γυναίκα είναι αδύναμο πλάσμα». «Με πειράζει κάθε τόσο η αφεντιά σου πως αγαπώ τις γυναίκες· πώς, μωρέ, να μην τις αγαπώ; Που ’ναι αδύναμα πλάσματα, που δεν ξέρουν τί τούς γίνεται, που αν τις πιάσεις από το βυζί μεμιάς ανοίγουν όλα τα πορτέλα και παραδίνουνται;». Και η δύναμη, που έχουν μέσα τους να μαγνητίζουν τούς άντρες, δεν είναι δική τους. Και ο Καζαντζάκης θα πει: «Θεριό είναι ετούτο, συλλογίστηκα, θεριό και το ξέρει. Όπως μερικά έντομα – το αλογάκι της Παναγίας, – η ακρίδα, η αράχνη – ταϊσμένη και τούτη κι αχόρταγη κατά τα ξημερώματα θα τρώει τους άντρες».

Ο συγγραφέας, ο «χαρτοπόντικας», όπως πάντα, υπερβάλλει· η εξέλιξη άλλωστε των γεγονότων θα δείξει ότι η τάχα ανδροφάγα χήρα ήταν το τραγικό θύμα. Θύμα μιας κοινωνίας που εν πολλοίς πίστευε όσα προαναφέρθηκαν, που ονόμαζε την κοιλιά της μάνας, δια στόματος Καζαντζάκη, υπόνομο και αποκαλούσε τη γέννα σκοτεινό και βρωμερό μυστήριο. Η εκτέλεση της ανδροφάγας χήρας γίνεται το Πάσχα, με παρούσα τη συμβολική προέκτασή της ως αμνού, βορά στα άγρια ένστικτα, στη νιτσεϊκή υπεροχή που έφθασε ως το έγκλημα.

Δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρουμε τον οίκτο ειδικά για τις κακοφτιαγμένες γυναίκες και συνεπώς καταδικασμένες να μη βρίσκουν άντρα καθώς και τους βαρείς χαρακτηρισμούς παμπόνηρες, σκύλες, λαγωνιάρες, βρωμοθήλυκα, αφορεσμένες, παλιοβρώμες ή κέρατο του διαβόλου, με σκοπό το πλάνεμα του άνδρα. Ακόμη και η πίστη της γυναίκας είναι αμφίβολη, οπότε και η συμβουλή του Ζορμπά κατανοητή. «Παντρέψου την πίπα, αφεντικό· τούτη είναι η γυναίκα η πιστή· σα θα γυρίσεις στο σπίτι, τούτη θα σε περιμένει ασάλευτη».

Κι αυτό σε ακραία αντίφαση με το παρακάτω επίσης ζορμπαδικό αμοραλιστικό παραλήρημα. «Τα τίμια ζευγαρώματα είναι ανούσια· φαΐ χωρίς πιπέρι. Τι να πω; Φιλί ’ναι αυτό, να σε καμαρώνουν οι άγιοι από το εικονοστάσι και να σου δίνουν την ευκή τους; Εμείς λέμε στο χωριό μας: “Μονάχα το κλεψίμιο κρέας έχει νοστιμιά” η γυναίκα σου δεν είναι κλεψίμιο κρέας».

Ωστόσο το σχολειό του Ζορμπά θα διαλυθεί, η προσωρινή συμφιλίωση της ψυχής με το σώμα, του πνεύματος με τη σάρκα θα καταγραφεί από τον συγγραφέα μ’ ένα είδος απελπισίας όπως παρακάτω: «τα μάγια είχαν διαλυθεί, κλείστηκε πάλι η ψυχή στην κρεατένια φυλακή της».

Μοναξιά, ποίηση, δημιουργία· αυτός ήταν ο δρόμος που η φύση του Καζαντζάκη τού ’δειχνε μπροστά του. Η «εκπύρωσις» κι η «ανακαίνισις» δεν έγιναν, όπως λέει στον πρόλογο του βιβλίου. Τα αμοραλιστικά στοιχεία του διονυσιασμού φαίνεται να εμπόδισαν το νιτσεϊκό ιδεώδες. Μα κι αν γίνονταν, θα λυτρωνόταν; Μπορεί, αλλά ίσως θα ’χε χάσει τον εαυτό του, θα είχε ίσως προδώσει την εσωστρεφή φύση του. Αλλά και στην προσπάθεια αναθεώρησης της ζωής του, στο βιβλίο, δηλαδή, ο Καζαντζάκης πάλι απεμπολεί τη γυναίκα. «Πάμε, μιαν άλλη φορά», θα πει μπροστά στο σπίτι της χήρας· ή ακόμη πιο συνειδητά σε άλλο σημείο θα αναφέρει «αν ήταν να διαλέξω, να ερωτευθώ μια γυναίκα ή να διαβάσω ένα καλό βιβλίο για τον έρωτα, θα διάλεγα το βιβλίο».

Έτσι ο Γ. Ζορμπάς μετασχηματίστηκε από τον Καζαντζάκη σε Αλ. Ζορμπά κι αντί να γίνει επιτακτικό πρότυπο ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό θέμα. Ο δρόμος του διονυσιακού αμοραλισμού, στοχευμένος πάνω στη γυναικεία φύση, με ασφάλεια οδήγησε τον Ν. Καζαντζάκη στο πάντοτε αιτούμενο απ’ αυτόν απολλώνειο φως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ν. Καζαντζάκη: «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».
  • Γ. Αναπλιώτη: «Ο αληθινός Ζορμπάς και ο Νίκος Καζαντζάκης».
  • Γ. Σταματίου: «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Ν. Καζαντζάκη».
  • Τεύχη του περ. Ν. Εστία σχετικά με τον Ν. Καζαντζάκη.
  • Π. Πρεβελάκη: Νίκος Καζαντζάκης.
  • Νικ. Βρεττάκου: Η αγωνία του και το έργο του.

*Η Αντωνία Δ. Παυλάκου είναι φιλόλογος, συγγραφέας και γενική γραμματέας της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων

73 Συνολικές προβολές, 3 Σήμερα

Leave a Reply