ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ωρα δειλινού στην Κυπαρισσία

0

«Αφ’ υψηλού» εύστοχα έχουν ονομάσει το καφενείο-αναψυκτήριο, το σφηνωμένο στα ριζά της ανατολικής πλευράς του «Κάστρου των Γιγάντων» της θρυλικής Αρκαδίας.  Εκεί πίνουμε τον καφέ μας απόψε.

Ωρα δειλινού κι ένα «φως ιλαρόν», στο βιολετί χρώμα, περιλούζει τη δυσμική πλάγια του Αιγάλεω των αρχαίων – Ψυχρό το λέμε σήμερα.  Ο ουρανοπερπατητής της ημέρας έχει διαγράψει τη φωτοφόρο τροχιά του κι έχει κατηφορίσει στης δύσης τ’ ακροούρανα.  Είναι κάμποση ώρα, που γιορτάζουν ο ουρανός και η θάλασσα μαζί!  Αυτή του άνοιξε το δρόμο με μια τεράστια ασημένια σπάθα κι εκείνος σαν άνοιξη σκόρπισε αφειδώλευτα τα ρόδα και τα γαρούφαλλά του. Κάποια σκόρπια φθινοπωρινά σύννεφα, που αρμενίζουν, αυτή την ώρα, γίνονται χρυσές γαλέρες με ιστία στο χρώμα του τριαντάφυλλου και, καθώς η όστρια τα σπρώχνει, έχεις την αίσθηση πως αποζητάνε υπήνεμο λιμάνι στο νησί του Σολωμού και του Κάλβου.  Ακάλεστη η μνήμη – αυτή η ωραία λειτουργία του ανθρώπου – σου θυμίζει τη ρήση του Κλεμανσώ, αυτού που τον είπαν «τίγρη της Ευρώπης» πως «το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής μου το είδα στην Κυπαρισσία».  Μια τέτοια στιγμή θα έζησε και ο λυρικότατος ποιητής της Φρεαττύδας – το Λάμπρο  Πορφύρα εννοώ – όταν έγραφε αυτούς τους στίχους: «Σύννεφα της τρελλής νοτιάς ατρόμητα απλωμένα, / τρεχαντηράκια αιθέρινα με τα πανιά σκισμένα, / παλιές μου αγάπες, που από μια πετάνε σ’ άλλων άκρια,/ περήφανα στη μοίρα σας και δίχως μάταια δάκρυα…».

Βραδιάζει και το ρολόι της μεγάλης εκκλησιάς χτυπάει την εσπερινή ώρα του.  Τα πουλιά κουρνιάζουν στα δέντρα και αρχίζουν το δικό τους εσπερινό και οι ιππότες ανηφορίζουν στις βίγλες του κάστρου για τη νυχτερινή τους βάρδια.  Κι εκείνος ολόλαμπρος δίσκος, τυλιγμένος στην πορφυρένια χλαμύδα του παίρνει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη διάφορα σχήματα.  Χάνει τη σφαιρικότητά του.  Γίνεται μήτρα δεσποτική και ύστερα, δίσκος αναποδογυρισμένος, δίσκος που θαρρείς πως βγήκε απ’ το φλεγόμενο καμίνι χρυσοχόου.  Πόση γαλήνη, πόση ηρεμία, πόση ευφροσύνη δεν αφήνει πίσω του μ’ αυτή του την «καληνύχτα», την πνιγμένη μέσα στα τριανταφυλλένια χρώματα.

Αργοπερπάτητη έρχεται η νύχτα. Να πνίξει το φως στο σκοτάδι.  Και τότε είναι, που σιγά -σιγά ανάβουν τα φώτα της πόλης, σαν βαρκούλες με το πυροφάνι τους, που άφησαν το υγρό στοιχείο και βγήκαν στη στεριά.  Και τότε είναι, που ο ουρανός της Αρκαδιάς γεμίζει με τα δικά του ασημοκάντηλα.  Μένεις έκθαμβος κι εκστατικός μπροστά στη γαλήνη, που πλουσιοπάροχα σου χαρίζει ο Θεός. Και η ταραγμένη, απ’ την κρίση και τα μνημόνια καρδιά  σου, ηρεμεί και γαληνεύει αλλά αναζητά το χέρι της συμβίας σου, γιατί δεν αντέχει το βάρος όλης αυτής της ομορφιάς και θέλει να το μοιραστεί μαζί της. Και θέλεις να ιδείς στα μάτια της να ταξιδεύουν οι βαρκούλες τ’ ουρανού με τις πυγολαμπίδες τους. Να ’τος ακάλεστος ο συνειρμός ξετρυπώνει απ’ τα συρτάρια της μνήμης και σπιρουνίζει τα εσώψυχά του με το θαυμάσιο δίστιχο της αθάνατης και αξεπέραστης δημοτικής μούσας μας: «Χαρώ εγώ τα μάτια σου που ψιλοχαλίζουν/ και μέσα στο ψιχάλισμα γαλέρες αρμενίζουν…».

Τι την κάνει στ’ αλήθεια την ταραγμένη, απ’ τους γκρίζους καιρούς μας ψυχή μας, να γαληνέψει. Πολλές φορές αναρωτήθηκα. Και η απάντηση ερχόταν πάντα απλή. Λίγη ομορφιά!  Που τη δίνουν γύρω μας, πολλά και καθημερινά, και τ’ αφήνουμε να περάσουν απαρατήρητα.  Το χαμόγελο του παιδιού, που πάει στο σχολείο.  Το ανθισμένο με τη φθινοπωρινή νοτιά κυκλάμινο.  Ένα καλό βιβλίο, που μιλάει για την αγάπη και τον άνθρωπο. Ένα γυναικείο χέρι, που λύνει τα μαλλιά της κώμης της. Η τρίλια ενός πουλιού. Ο φλοίσβος της θάλασσας, που τα σπλάχνα της ποτέ δεν ησυχάζουν. Πολλά…  Κι ένα ηλιοβασίλεμα σαν το αποψινό, που έψαλε τη δόξα του Θεού με χρώματα που ’καν ν’ ανθίσουν μύρια όσα τριαντάφυλλα.  Μην ξεχνάμε πως είμαστε μέσα στο πάνσοφο σχέδιο της δημιουργίας του Θεού.  Ας αφήσουμε το αδύναμο χέρι μας  να μας το κρατάει Αυτός, για να μας βγάζει απ’ τ’ αδιέξοδά μας και να μας οδηγεί στη χαρά της ζωής. Αυτή ήταν η τελευταία αποψινή σκέψη μου.

 

Στάθης Παρασκευόπουλος

350 Συνολικές προβολές, 2 Σήμερα

Leave a Reply