ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Παντέ «Μικρή ανθολογία Μεσσηνίων ποιητών»

0

Ηταν μια βραδιά στην οποία εργάτες και εραστές του ποιητικού λόγου ανταμώσαμε, χάρις στον Θανάση Παντέ και τον Κώστα Μαρκάκη και συνομιλήσαμε για την αίσθηση που προκαλεί η μουσική του λόγου, η δύναμη του θαύματος των λέξεων που φορτωμένες στο όχημα του συναισθήματος φτιάχνουν τη γλώσσα που χορεύει, δηλαδή την Ποίηση.

Της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΠΑΥΛΑΚΟΥ*antonia-paylakou
Φιλολόγου – συγγραφέως, Γεν. Γραμματέως της ΕΜΣ

Για πολλά χρόνια ο Θανάσης Παντές, φανατικός εραστής του σκιρτήματος του λόγου, και ταπεινά διακριτικός του θεράπων θα αφήσει κατά μέρος τα πτερόεντα έπεα των επίμονων υπερασπίσεών του για την ποιητική τέχνη και, μετά από εργώδη προσπάθεια, θα μας προσφέρει άνθη από τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας, ανασκευάζοντας με επιτυχία το ούτως ή άλλως προβοκατόρικο ερώτημα του Χαίντερλιν: «και οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;» ή και τον ιντριγκαδόρικο τίτλο της δικής του ποιητικής συλλογής: «Το ποίημα δεν πουλάει».

Τον καθοριστικότερο ρόλο στο εγχείρημα έπαιξε η φιλική προτροπή του αξιόλογου Καλαματιανού λογοτέχνη, Κώστα Μαρκάκη, εκδότη της «Φαραί Εκδοτική» και μέλους της ΕΜΣ και είναι εκείνος που υποστήριξε το εγχείρημα της παρουσιαζόμενης ανθολογίας.

Λάτρης ων του λόγου ο Κώστας Μαρκάκης διέκρινε την αισθητήρια ικανότητα του Θαν. Παντέ και τον εμπιστεύτηκε να καταστήσει τους μελλοντικούς αναγνώστες συμμέτοχους, συνομιλητές και μύστες όχι μόνο των ανθολογημένων ποιημάτων, αλλά, κυρίως μέσω αυτών, να δείξει δρόμους μύησης στη φωνή τού οποιουδήποτε ποιητή έχει τιθασσεύσει κι υποτάξει τις λέξεις του, που έχει σχέση μαθητείας και υπακοής με την τέχνη του.

Κι ενώ ποιητική ανθολογία είναι μια συλλογή κειμένων, τα οποία ενσωματώνονται σ’ ένα βιβλίο, συνήθως με κριτήρια την ποιότητα ή την αντιπροσωπευτικότητα, φέρει σαφώς ωστόσο και την ενδιάθετη βούληση του επιμελητή – συντάκτη ή και του εκδότη ακόμη να συνομιλήσουν σε υψηλό επίπεδο με υποψιασμένους αναγνώστες και ν’ αποδείξουν στους καχύποπτους απέναντι στους ποιητές και στην Ποίηση ότι οι καιροί πάντα θα είναι χαλεποί και μικρόψυχοι και πάντα θα υπάρχει μια μοναδική ερωτική – προστατευτική σχέση ευγνωμοσύνης μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, μια «συνουσία επ’ άπειρον», σύμφωνα με τον Ελύτη.

Απόλαυσα τα ποιήματα στις επαναληπτικές κυρίως αναγνώσεις τους, ενώ συχνά – πυκνά ξανακοιτούσα κάποια απ’ αυτά και συνδιαλεγόμουν σε δεδομένη στιγμή με κάποιο ή κάποια για τον ιδιαίτερο λόγο της στιγμής. Σε δεύτερη φάση ήλθε η διαπίστωση για τον πλούτο της ποιητικής τόσων μεσσήνιων δημιουργών, τη σοβαρότητα έκφρασης και το πάθος τους. Εντυπωσιάστηκα, μελετώντας περαιτέρω τις εργοβιογραφίες, γιατί με τον ίδιο ζήλο και επιτυχία διακονούν τις επαγγελματικές τους ιδιότητες, κάτω από τις οποίες κρύβεται και παιδεία και επιστημονική εξειδίκευση.

Αρκετά αργότερα εστίασα στη βαθιά αγάπη για την Μεσσηνία και ιδιαίτερα για την Καλαμάτα, τόσο του εκδότη που γεννήθηκε εδώ όσο και του επιμελητή – ανθολόγου, Θανάση Παντέ, ο οποίος δηλώνει Μεσσήνιος από πεποίθηση κι έχει εδώ και χρόνια σχέση ζωής με την πόλη της αισιοδοξίας και των ονειρικών ιβίσκων, όπως την αποκαλεί.

Το ίδιο λοιπόν κι οι ανθολογούμενοι ποιητές είναι Μεσσήνιοι, είτε από γέννηση, είτε από καταγωγή, είτε από δεσμούς αγχιστείας, είτε από επιλογή, έχουν σχέση πλέον ζωής με τη μακαρία γη και προδήλως και ποικιλοτρόπως έχουν εκφράσει την αγάπη τους γι’ αυτήν. Κι εδώ πιστεύω ότι έληξε η συνεννόηση εκδότη κι επιμελητή – ανθολόγου, στηριγμένη στη μερικών ετών γνωριμία και αλληλοεκτίμηση.

Τους υποδόριους δεσμούς των προαναφερομένων τούς ανίχνευσα αρκετά αργότερα, εστιάζοντας στην εισαγωγή και το επίμετρο του βιβλίου, γραμμένα και τα δύο από τον ανθολόγο, κείμενα μεστά, κατατοπιστικά, υπηρετικά της ανθολογίας και αλληλεξαρτώμενα. Ο αναγνώστης στην εισαγωγή θα βρει εξαιρετικές σκέψεις τόσο του ανθολόγου όσο και σπουδαίων των γραμμάτων για το ερώτημα σε τι συνίσταται η Ποίηση και πώς αυτή ορίζεται. Εκεί θα αποκαλυφθεί από τον ίδιο ότι βασικότερο κριτήριο επιλογής των συγκεκριμένων ποιημάτων ήταν η διάθεση συνομιλίας με αυτά σε δεδομένη στιγμή, με ταυτόχρονη απολογία για τις ελλείψεις και την υποκειμενικότητα της επιλογής.

Στο επίμετρο ωστόσο, ο Θαν. Παντές θα αποκαλύψει ότι η διάθεση συνομιλίας με τα ποιήματα της ανθολογίας εδράζεται στον έρωτα για την διαχρονική γυναίκα που γίνεται αγάπη για την ιδανική γυναίκα, όπως καθένας την έχει στο μυαλό του και που με εκθαμβωτικούς στίχους ο εκδότης – ποιητής Κ. Μαρκάκης ή Γαρμπής αποτύπωσε στα ποιήματά του, με τίτλο της συλλογής «Για την Ελίζα». Αυτά τον άγγιξαν τότε και παραθέτω αυτούσια το απόσπασμα, για να μην τον προδώσω στο ελάχιστο.

Εκθαμβωτικοί στίχοι που έρχονται πυροδότησαν σκέψεις αλλοτινών εποχών και αναζητήσεων. Πάντα για τον έρωτα βεβαίως και για τον καταλυτικό του ρόλο στη ζωή μας. Σε μια τέτοια περίοδο της ζωής μου διαβάζοντας τα ποιήματα του Κώστα Γαρμπή «Για την Ελίζα» ένοιωσα πως αναφερόντουσαν στα όσα ζούσα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της πορείας μου όπου ο έρωτας πληρώθηκε τελικά με πανάκριβο αντίτιμο την οριστική απουσία της αγαπημένης. Πρόλαβε όμως να μετουσιωθεί σε αγάπη κι αυτό ήταν το σημαντικότερο όφελος που προέκυψε για μένα. όσο εγωιστικό κι αν μοιάζει ενδεχομένως εκ μέρους μου να το δηλώνω με την απόσταση του χρόνου να είναι ακόμα μικρή και την πληγή να αιμορραγεί εντός μου. Έτσι διάβασα τα ποιήματα «Για την Ελίζα» κι έτσι την φωνή τους άκουσα σαν φωνή της ψυχής μου. Αποκαλυπτική επομένως η ποιητική συλλογή «Για την Ελίζα» κινητοποιεί ευαισθησίες και ανασκαλεύει μνήμες που καίγονται στη φωτιά του χρόνου.

Με δεδομένη επίσης την ποιότητα των ποιημάτων δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο νοηματικός άξονας της ποιητικής και της βασάνου που την διέπει, αφού ο επιμελητής, στην εισαγωγή του, εμμένει στην ποιότητα του ποιήματος, γι’ αυτό τοποθετεί στην ανθολογία ποιητές που με τον στίχο τους ομολογούν την αγωνία για τη σύνθεση του στίχου, της εικόνας, της ιδέας τους.

Παρακάμπτοντας τους δύο άξονες κριτηρίων που δηλώνονται στην εισαγωγή, ο προσεκτικός αφουγκραστής της ανθολογίας θα αντιληφθεί ότι ο ανθολόγος ενδιάθετα πέρασε και σε ορίζουσες των βασικών αξόνων τους, όπως είναι η εσωτερική μοναξιά του ποιητή δημιουργού και η φθορά του βάναυσου χρόνου πάνω στις υπάρξεις, συνδεδεμένη βεβαίως και με την αδυναμία του έρωτα. Αναπόφευκτο το βλέμμα του και το αφτί του πάνω σε τέτοιες αναφορές, είτε ως πληγή μέσα σε ποίημα σχετικό με τον έρωτα ή ως θέμα μεμονωμένης ποιητικής δημιουργίας. Φυσική κι επόμενη εξάλλου επιλογή μια κι οι είκοσι ανθολογημένοι ποιητές, εκτός από τρεις, έχουν γεννηθεί μεταξύ 1950 το νωρίτερο και 1967 το αργότερο και διανύουν πρωιμότερες ή πιο όψιμες φάσεις της μέσης ηλικίας, «οπότε το καταραμένο βέλος του χρόνου τσούζει και πονάει».

Εντυπωσιάζει το εύχρηστο μικρό σχήμα και η μίνιμαλ έως αφαιρετική αισθητική του βιβλίου, με σκοπό να αναγκαστεί ο αναγνώστης να εστιάζει σ’ αυτό ως περιεχόμενο και όχι ως εκδοτικά αισθητικό επίτευγμα. Οι ποιητές ανθολογούνται με αλφαβητική σειρά – προφανής ο λόγος – και δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία, ούτε κατατοπιστικά σχόλια και σε κάποιες περιπτώσεις ούτε καν ένδειξη σε ποια συλλογή του ανθολογουμένου ανήκουν το ή τα ποιήματα. Αποκαλύπτεται μια σαφής πρόθεση του συντάκτη να αφήσει τον αναγνώστη να επιλέξει τον δικό του τρόπο συνομιλίας με το ποίημα, ανάλογα με τον τόπο, τον χρόνο, τη διάθεση κατά τη στιγμή της ανάγνωσης ή των αναγνώσεων και άλλες επιμέρους δικές του προσλαμβάνουσες. Θα αναφερθώ στον ηλικιακά μεγαλύτερο ποιητή, τον Γιώργο Π. Κριμπά που τιμάει με ρίμα τη γενέθλια Καλαμάτα στο ομώνυμο ποίημα.

Ώ, εκεί, εκεί γεννήθηκα! / Στης Καλαμάτας τη θερμή, τη λάγναν αγκαλιά. Κι εκεί; σιμά στα κύματα, που σπουν στην άμμο απάνω, κι είναι σα να της δίνουνε ερωτικά φιλιά, / εκεί θε να με θάψουνε, σαν έρθει να πεθάνω.

Ανάλογο φόρο τιμής έχει αποδώσει στην Καλαμάτα και ο ποιητής Πέτρος Στεφανέας. Και πάνω στο ίδιο περίπου θέμα ακολουθεί απόσπασμα από το ποίημα «Αλφάβητο» της Ελένης Κοφτερού, με λιτά εκφραστικά μέσα και ελεύθερο στίχο.

Το απομεσήμερο εκείνο / σταθήκαμε μικροί των νόμων παραβάτες / κρατώντας τα χειρόγραφα τού έρωτα· / (Αξιωθήκανε γαλάζια αύρα / κι αλμύρα που επιμένει / ν’ απλώνεται στη ρίζα του Ταΰγετου).

Συνεχίζοντας, θα αναφερθώ στην ευφυή από τον Θ. Παντέ επιλογή του όρου «συνομιλία» ως ερωταπαντητική μέθοδο, ή ως διαλεκτική της μέθεξης, όπως νομίζω ο ανθολογούμενος Δημ. Κοσμόπουλος δηλώνει ότι βιώνει κατά την επαφή του με κείμενα μεγάλων των ελληνικών γραμμάτων. Έτσι δηλαδή, ο Δ.Κ. συνομίλησε με τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Σολωμό και άλλους που υπονοούνται στο παρακάτω απόσπασμα από το ποίημά του Κρούσμα.

Τυφλός προφήτης κελαηδά στην γλώσσα των πουλιών / με κομποσχοίνι, συνεχώς μονολογίστως, / και το παλτό του κουρελού στα δόντια των σκυλιών – / αλλά τα βήματά του αγέρινα.

Για ζητήματα ποιητικής και ιδέες σχετικές με την ουσία της ποίησης και τους θεράποντές της έχουν ανθολογηθεί ποιήματα έντεκα ποιητών. Θα αναφερθώ αλφαβητικά, όπως και στο βιβλίο, με πρώτη την αγαπημένη και γνωστή σ’ όλους, Γιώτα Αργυροπούλου που έχει εκδώσει ανάλογη συλλογή με τίτλο «Ποιητών και Αγίων Πάντων», από την οποία προέρχονται και τα ανθολογημένα του βιβλίου μας. Ένα απ’ αυτά με τίτλο «Στο ποίημα» λέει:

Η πιο ωραία μας στιγμή δεν είναι όταν / έμπνευση γοργόφτερη έρχεσαι κοντά μου / άλλα όταν μέρα νύχτα με παιδεύεις / και σιγά σιγά μου παραδίνεσαι

Ο Κώστας Ζωτόπουλος με την ποιητική συλλογή «Η επίσκεψη του ποιήματος» και το ομώνυμο ποίημα στην ανθολογία πρωτοτυπεί με τη χρήση της γενικής ως υποκειμενικής ή αντικειμενικής στον τίτλο, ενώ με τον υπαινικτικό λόγο του δημιουργεί εκτενείς συνθέσεις με ανάλογους και πρωτότυπους τίτλους, όπως π.χ. «Αγροί και ηχολεξεικόνες», «Υπάκουες λέξεις» απ’ όπου και το παρακάτω απόσπασμα.

«Σαν τέλειωνε το ποίημα ο θυμωμένος ποιητής / δε σταματούσε, μόνο το δοκίμαζε, / μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν έμπαζε νερά / δεν έτριζε καθόλου, είχε γυαλιστεί αρκετά, / οι αρθρώσεις είχαν μονωθεί, οι αρμοί καλά δεθήκαν, / το σχήμα δυναμικό.

Ακολουθεί ο νεαρός Θάνος Λουμπρούκος που δήθεν αυτοσαρκαζόμενος αποκαλεί έμμεσα τον ποιητικό εαυτό του «Συναισθηματική ρητορεία». Ο Αντώνης Μακρυδημήτρης αιτείται τη συνοδεία της Μούσας «Ωραία μου Μούσα / πλάι μου να σε φέρω / κι ακατάλυτα πια ένα μαζί / να σου αγκαλιάζω τα γόνατα / Μεθυστικά κολυμπώντας στην έκσταση / Κατά το βράδυ».

Όσο για τον Γιώργο Μαρκόπουλο μας συναρπάζει πάντοτε η χυμώδης λαϊκότητά του, η καίρια λέξη, η εύστοχη φράση, η αφοπλιστική του απλότητα.

Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. / Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος / που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

Ρεμπωτσέας Βλαδίμηρος ο επόμενος, ψευδώνυμο με τριπλή σημαντική του δάσκαλου, Χαράλ. Χαραλαμπόπουλου, βλέπει την ποίηση ως πειρατικό καράβι και παρατηρεί:

Ψαρεύω στα βαθιά τα πνευμονικά οιδήματα /σε συλλαβές – χίμαιρες / αλιεύς μουσκεμένος ως το μεδούλι των λέξεων ή / ιχθύς που σπαρταρά στην εντατική των πτώσεων. / Μόλις που αναπνέω…

Κι ο Πέτρος Στεφανέας μιλάει για το «Σώμα της λέξης»: «Ψάχνω να σε βρω μέσα στα κείμενα / ακριβώς δίπλα απ’ τα χείλια μου / ξάπλωσε πάνω μου / την ικετεύει». Θα κλείσω τα περί ποιητικής με τον ευαίσθητο και τρυφερό Δημ. Χιλλ που λέει: γράφω συνέχεια ποιήματα / για ν’ απαλύνω τον πόνο μου / μα αν ήμουν δυνατός θα τον ζούσα. / ό,τι διαβάζετε από μένα / δεν είναι ποίηση / είν’ η καρδιά μου που μου έκλεψε την πένα.

Μόνος αν και μετά πολλών ο ποιητής. Είναι φυσικό φαινόμενο η μοναξιά του. Είναι εσωτερική ανάγκη και την επιδιώκει, ή είναι η ίδια η κοινωνία που τον βάζει στο περιθώριο; Ως ποιητής ο Κώστας Γαρμπής, δηλαδή ο Κώστας Μαρκάκης συνδυάζει τη μοναξιά με την απουσία της αγαπημένης, με την απουσία του ιδανικού alter ego που συμπληρώνει την ύπαρξή του.

«Και τώρα ακουμπώ στον τοίχο, μόνος. / Δίπλα ο κορμός που κατέβηκα, γυμνός. / Στηριγμένος στο σκουριασμένο σύρμα της μοναξιάς, / κοιτάζω ψηλά, είσ’ εξαφανισμένη».

Συγκλονίζει ο Κ. Ζωτόπουλος στο ποίημα «Σημάδια στο γυαλί», όταν εκείνη «στο κέντρο της πόλης που φάνταζε άδεια / μπήκε στο δωμάτιό της και είδε απ’ τις μπιζουτιέρες να λείπουν τα αισθήματα / κι ενώ οι γραμμές του χρόνου ακόμα κρύβονται / διέκρινε να μεγαλώνει αργά / το ωχρό σημάδι της ανυπαρξίας».

Ο Σωκράτης Κουγέας, εγγονός του παλιού μεσσήνιου διανοούμενου, μιλά για την ήττα του ποιητή ως κοινωνικού ταγού «/ επιθανάτιος ρόγχος μας / γροθιά σφιχτή ορτσωμένη / στις συνοικίες χάθηκε του κόσμου η επαφή /».

Ο παν/κός Αντώνης Μακρυδημήτρης με απίστευτη ευαισθησία επισημάνει «μη ρωτήσεις ποιος είναι αυτός που βαδίζει αθόρυβα σαν ελάφι χαμένο / θα τον γνωρίσεις απ’ τα λυπημένα μάτια του / που σε κοιτάζουν γυμνή /».

Προσπερνώ τον Γιώργο Μαρκόπουλο που μιλά πάντα για ό,τι εμποδίζει κάθε άνθρωπο να βρει ανάπαυση, άρα και τον ποιητή που χρησιμοποιεί «τα λόγια ως ενστικτώδεις κινήσεις προφυλάξεως κάποιου τρομαγμένου ζαρκαδιού».

Ακολουθεί το ποίημα «Ωρίμαση» του Γ. Κριμπά, για την αυτοκριτική στο τέλος της ζωής και με τη φθορά να παραμονεύει.

Ζήσε τώρα / μ’ όσα / τόσα χρόνια / υποστήριξες / με ζήλο· / μ’ όσα / ασπάστηκες / και / μ’ όσα / επινόησες. / Χτυπάν τα δόντια σου; / Γιατί;

Και φτάνω στον απόλυτα σαρκαστικό Νίκο Σαββάκη που σημειώνει με τίτλο «Διόρθωση»: «Ήμουν ένα λάθος / στη ζωή πολλών ανθρώπων ή τέλος πάντων αρκετών / που όταν το διόρθωσαν / ανακάλυψαν / ότι θα ήταν προτιμότερο / να μην το είχαν / πειράξει ποτέ».

Τοποθετώ στην ενότητα τη νεαρή δημοσιογράφο, Γιούλα Σαρδέλη, αξιολογώντας ανθολογημένο ποίημά της «Τρεις παλμοί» ως κατάθεση ψυχής μιας νέας ποιήτριας που έχει «νήφουσα καρδία» για να επιβιώσει γιατί – όπως λέει – «είμαι ταγμένη ψυχή, στο βωμό της αλήθειας, / να φονεύω το ψέμα / σαν ανίερο αμνό / πρέπει να πονώ, για να λυτρώνω / πρέπει να μην λησμονώ για να μην κοιμάμαι». Της εύχομαι να μείνει έτσι.

Στην παρούσα ανθολογία για τη φθορά του χρόνου μιλούν ο Πέτρος Στεφανέας, ο Νίκος Σαββάκης, ο Αντώνης Μακρυδημήτρης, ο Κώστας Γαρμπής, ενώ ο εξαίρετος καίριος και περιεκτικός Γιάννης Γαρδίκης συνδέει τη φθορά με τη μνήμη και το θάνατο στο ποίημα «Σώμα».

Αυτό το περίγραμμα που με ορίζει / είναι η διάχυτη ανάμνηση / ενός πάλαι ποτέ κραταιού κορμιού / που άλλοτε έβριθε από τις ουλές των αιχμηρών ερώτων / Αυτό το σύνορο ανάμεσα σε μένα / και την ανυπαρξία / το νιώθω τώρα τόσο λεπτό.

Συμπερασματικά πιστεύω πως έγινε αντιληπτό ότι η ποιητική συνδέεταιμε την μοναξιά του ποιητή ως μια από τις ορίζουσές της, ενώ η φθορά του χρόνου μπορεί να αποτελεί ορίζουσα της αναζήτησης του έρωτα, του ιδανικού έρωτα ή της αναζήτησης της ιδανικής γυναίκας, ή της αγωνίας για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, επειδή ο χρόνος ως σταδιακός δρόμος προς την ανυπαρξία μειώνει τις πιθανότητες και τις ελπίδες για μια τέτοια συνάντηση, αν δεν έχει συμβεί στη διάρκεια της βιωτής. Ευτυχείς εκείνοι που μετουσίωσαν τον έρωτα σε αγάπη κι έχουν το θάρρος να το ομολογήσουν.

Δώδεκα από τους είκοσι ανθολογημένους ποιητές, στους οποίους ήδη αναφέρθηκα, έχουν μιλήσει για το θέμα αυτό με στίχους πράγματι εκθαμβωτικούς. Θα προσθέσω σ’ αυτούς την αείμνηστη και τρυφερή Σοφία Φίλντιση, την οξυδερκή Εύα Σταματοπούλου καθώς και τις ερωτικές πινελιές των χαϊκού του Παναγ. Αργυρόπουλου: Το κάθε τέλος / κουβαλάει μαζί του / κι ένα μαχαίρι. Σας προτρέπω να συναισθανθείτε την ιδιαίτερη ματιά του καθενός ποιητή πάνω στο αιώνιο αυτό θέμα της ποίησης και κυρίως της ζωής και να απολαύσετε με μοναχική ανάγνωση τα ανάλογα ποιήματα της συλλογής.

Ως επίλογο των σκέψεών μου θα παραθέσω τιμής ένεκεν λίγους στίχους από τα ποιήματα «Για την Ελίζα» του Κ. Μαρκάκη που αποτέλεσαν και το έναυσμα για την γέννηση του βιβλίου.

«Ελίζα είχαν λησμονήσει το όνομά σου μέσα στη σκόνη / της ερήμου κι ο Αννίβας δεν ήμουν στη λυπημένη Καρχηδόνα να σε περιμένει. / Σα μια σαΐτα έσκισες το σκοτεινό δρόμο της ζωής μου. / Σα μια σαΐτα έσκισες την ψυχή μου / Θα ’θελα να προσθέσω το άπειρο με το μηδέν και να συνθέσω τη μορφή σου. / Γιατί μάχεσαι να αλώσεις αυτό που σου ’χει παραδοθεί; / Γιατί μου στέρησες τη φωνή σου; / Θέλω το στόμα σου, θέλω το σώμα σου τον έρωτά σου το χρώμα σου. / Άπλωσα τα χέρια μου στο καλοκαίρι και σ’ άγγιξα. / Στην απλωσιά του κόσμου έτυχε να συναντήσω την ανάσα σου. / Η ουτοπία σου κατακερμάτισε την συμβατικότητα του ρεαλιστικού μου βίου. / Σ’ αγάπησα κι η παρουσία σου χαραγμένη στην καρδιά μου θα μείνει».

Εξαιρετικές λοιπόν οι επιλογές των ποιημάτων καθώς και βοηθητική η σχέση εισαγωγής και επιμέτρου από τον Θαν. Παντέ.

Τελειώνω το σεργιάνι μου στο ανθολογικό εγχείρημα των Θ. Παντέ – Κ. Μαρκάκη (Φαραί εκδοτική) με στίχους ερωτικής θυσίας από την Ελ. Κοφτερού: «ποτέ δεν του ομολόγησε πως είχε ηθελημένα ακρωτηριαστεί / τα δάχτυλά της τάμα παλιό στο δέρμα του» και την αντιστικτική σ’ αυτούς ερωτική διαμαρτυρία της Εύας Σταματοπούλου στο ποίημα, «Καθρέφτης» που με απόσπασμά του ολοκληρώνω την παρουσίασή μου.

Ίσως να θελήσεις όμως να κοιτάξεις στην άλλη πλευρά του καθρέπτη.

Και ίσως τότε να δεις το ράγισμα και να το προλάβεις. / Ίσως τότε να γεννηθείς Άνθρωπος. / Και τότε, θα γεννηθώ και πάλι. / Αλλιώς όμως. / Με μια έκρηξη και μια βροχή από δάκρυα.

*Το κείμενο αποτελεί εκτεταμένο απόσπασμα από την ομιλία της Αντωνίας Παυλάκου με την οποία παρουσίασε στο Καφέ «Σταθμός», στις 27-11-2017 το βιβλίο, «Μικρή Ανθολογία Μεσσήνιων ποιητών».

Leave a Reply