ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Επίκαιρο διήγημα: Καημένη Πέπη!

0

─ Είναι πολύ καλή η αδερφή μου η Πέπη. Έχει φως στην ψυχή της, βοηθάει τους πονεμένους και ανοίγει δρόμους ελπίδας στους ανήμπορους. Κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά το έχει τάμα να μοιράζει όλο σχεδόν το μισθό της στους φτωχούς και να στερείται η ίδια τη χαρά με ανταμοιβή, ιλαρή ικανοποίηση, την πρόσκαιρη έστω ανακούφιση των άλλων. Έχει όμως και πολλές αβεβαιότητες.

Του Δημήτρη Ρεντίφη

Ταράζουν τη συνείδησή της κατά καιρούς κλύδωνες που την αγριεύουν, σκοτεινιάζουν το πρόσωπό της και την κρατούν σε απόσταση από τους συνανθρώπους της, σαν με καταναγκασμό σε έναν παραδαρμό άωτης απόγνωσης. Όταν λείπω στην Αμερική – δουλεύω βιβλιοθηκάριος σε μια βιβλιοθήκη στο Μίτσιγκαν και αυτό την αναπτερώνει –, μου στέλνει τακτικά γράμματα και μου τηλεφωνεί συχνά, για να κρατάει, λέει, ζωντανό το λώρο της αδελφικής μας αγάπης, για να μην αφήνει να κρυώνει το κοινό ζεστό αίμα. Πάντα μου επαναλαμβάνει με θέρμη: «Ντόρη, θέλω να πεθάνω, ας είσαι μεγαλύτερος από μένα, πρώτα εγώ και έπειτα εσύ. Δε θα αντέξω με την απουσία σου, ας ζεις στα ξένα. Δεν έχω κανέναν άλλο δικό μου άνθρωπο. Οι γονείς μας έχουν φύγει και οι συγγενείς μας είναι σαν άγνωστοι. Θα μείνω έρημη στον κόσμο». Οι ανασφάλειές της, βλέπετε… Δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά. Έμεινε για πάντα εγκλωβισμένη στις ραγισματιές ενός απολιθωμένου έρωτα… Είναι φιλόλογος – η επιστήμη της, οι γνώσεις της και η διδασκαλία της είναι το οξυγόνο της στην πνιγηρή ζωή – και έχει υπηρετήσει σε σχολεία της Θεσσαλίας, της Αττικής, της Μεσσηνίας…

          Εσείς, κύριε Δημηρέφη, μου είπατε ότι γνωρίσατε την Πέπη στην Αθήνα, στην πλατεία Βικτωρίας, και την ξέρετε…

          ─ Ναι, έχουμε γνωριστεί σε ένα πολιτισμένο στέκι, όπου συχνάζουν καλοί άνθρωποι της αθηναϊκής κοινωνίας, επιστήμονες, συγγραφείς, καλλιτέχνες, αθλητές και άλλοι αξιόλογοι άνθρωποι. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Μίμης Δομάζος, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Ανέστης Βλάχος, ο Αλβέρτος Λεβάντης, γιατρός μαιευτήρας, ο Σήφης Ριζάκης, εθνολόγος, που ξεχωρίζουν ως συντροφιά για συζητήσεις με ποιοτικό ενδιαφέρον. Με την Πέπη και αυτά τα συγκεκριμένα πρόσωπα έχουμε γίνει μια ομάδα σαν πνευματικό εργαστήριο.

          ─ Και εδώ στη Μακρινίτσα, όταν έρχεται προπάντων τα καλοκαίρια η Πέπη και έρχομαι και εγώ από την Αμερική, ζούμε με τους ντόπιους φίλους μας στιγμές ανεπανάληπτες. Γινόμαστε το Κέντρο του Πηλίου, το Κέντρο του κόσμου… Το μεγάλο καφενείο της πλακόστρωτης πλατείας το έχουμε βαφτίσει «Θεόφιλος», προς τιμήν του φουστανελά ζωγράφου από τη Λέσβο, που δόξασε παντού την Ελλάδα. Η Πέπη απογειώνεται και μας μιλάει σαν εισηγήτρια Σεμιναρίων ή καλύτερα Συνεδρίων για τους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας, για τους Κενταύρους, ιδιαίτερα τον Χείρωνα και τον Νέσσο, για τον Ηρακλή και τη σύζυγό του Δηιάνειρα που είχαν τραγικό τέλος εξαιτίας του δόλου του Νέσσου, για τον Φοίνικα, τον Παιδαγωγό του Αχιλλέα, για τον Μελέαγρο της Καλυδώνας, που ρίχτηκε στη μάχη με τους Κουρήτες, όπως και ο Πηλείδης με τους Τρώες, αργά, σε οριακή στιγμή, αποσυρμένοι και οι δυο από τον πόλεμο, οργισμένοι λόγω βαριάς προσβολής τους, για την Άλκηστη που δέχτηκε να πεθάνει για να ζήσει ο σύζυγός της ο Άδμητος, αφού ο πατέρας του ο Φέρης και η μάνα του, ηλικιωμένα γεροντάκια στη βασιλική αυλή αρνήθηκαν, για το Σεφέρη που «όπου και να ταξιδέψει η Ελλάδα τον πληγώνει», για τον ασθματικό του ανήφορο μέσα από τις πυκνές καστανιές του Πηλίου, προκειμένου να γλιτώσει από το φάντασμα του δηλητηριασμένου κενταύριου χιτώνα και για τόσα άλλα πολλά και ποικίλα θέματα. Η Πέπη είναι μια κινητή βιβλιοθήκη και όταν συγκρίνει τον Θεόφιλο με τον Μακρυγιάννη, αυτούς τους δυο αγράμματους στυλοβάτες του λαϊκού μας πολιτισμού, υμνεί και μεγαλύνει τον ίδιο το λαό μας, που δημιούργησε δαιδάλματα και παλλάδια. Η αδερφή μου είναι η τέταρτη Χάρις, η τέταρτη Ώρα… Την περασμένη Πρωτοχρονιά, όταν είχε έρθει για τις γιορτές στο πατρικό μας στη Μακρινίτσα – την παρακολουθούσα με την φαντασία μου από το Μίτσιγκαν – έκαμε κάτι πρωτότυπο. Ντύθηκε Αϊ – Βασίλης, κάλεσε την παραμονή το βράδυ στη μεγάλη σάλα μας για τραπέζι, δεν το λένε ακόμη οι Έλληνες «ρεβεγιόν», τους γνωστούς ντόπιους φίλους μας με τα παιδιά τους και μετά την ευωχία τούς έπαιξε σε δική της διασκευή και εκδοχή τον Σκρουτζ του Ντίκενς. Τέτοια διδαχή δεν ξαναείχε ακουστεί σε πρωτοχρονιάτικο φαγοπότι – θέαμα για μικρούς και μεγάλους. Όλο το Πήλιο βούιζε τις μέρες που ακολούθησαν, με την καινούργια χρονιά να κάνει ποδαρικό στα χιόνια, στο κρύο, στα τζάκια με όλα τα “έχει” τους, στους στερημένους, στους χορτάτους, στους πεινασμένους, στους τσιφούτηδες, στους βασανισμένους. Η επινοητικότητα της Πέπης υπακούει στην Ανάγκη, που ήταν ανώτερη και από τους θεούς της Αρχαίας Ελλάδας, που ο Ουγκό την αναγνωρίζει ως άρχουσα Δύναμη στην «Παναγία των Παρισίων» και ο Τσόμσκι την προβάλλει ως Ιερό Κανόνα της καθημερινής χρείας στο Γραφείο του.

          Εσείς, κύριε Δημηρέφη, ποια εικόνα έχετε διαμορφώσει για την αδερφή μου από τη συναναστροφή σας και τη γνωριμία σας μέσα από τις συζητήσεις σας με τη φιλική σας ομάδα στο στέκι της πλατείας Βικτωρίας;

          ─ Θα σας αναφέρω κάποιες εντυπωσιακές περιπτώσεις από τους διαλόγους μας στη «Διοτίμα», όπως είχαμε προσονομάσει το ζεστό εκείνο χώρο των συναντήσεών μας.

          Μια φορά η Πέπη άνοιξε το θέμα για τα Ελευσίνια Μυστήρια. Μας μίλησε για τη θεά Δήμητρα που γύριζε όλη τη γη αναζητώντας τη χαμένη κόρη της, την Περσεφόνη, και που μια μέρα καταπονημένη και θλιμμένη έφτασε στο Θριάσιο Πεδίο. Κάθησε σε μια πέτρα, που την έλεγαν «Αγέλαστη Πέτρα», για να ξαποστάσει. Εκεί την πλησίασε μια ηλικιωμένη γυναίκα, μια γριά, η Βαυβώ, που της πρόσφερε ζουμί από κριθάρι, τον «κυκεώνα», καιη θεά αρνήθηκε, που της αποκάλυψε την τύχη της κόρης της – την είχε αρπάξει ο Πλούτωνας – και η πονεμένη μάνα πικράθηκε ακόμη περισσότερο, που της διηγήθηκε αστείες ιστορίες και η Δήμητρα παρέμενε σταθερά ασάλευτη, βαριά σκυθρωπή μέσα στη μεγάλη λύπη της, που στο τέλος η Βαυβώ, σηκώνοντας το φόρεμά της και ανοίγοντας τα γόνατά της έδειξε τη μήτρα της, από όπου ξεπρόβαλλε γελαστό ένα βρέφος, ο Ίακχος, και η θεά τότε γέλασε. Η πέτρα από εκείνη τη στιγμή πήρε τη μετονομασία «Γελαστή Πέτρα». Η Πέπη μάς είπε ότι όλο αυτό το βαθμιδωτό γεγονός ήταν η μεγάλη αφετηρία των Ελευσινίων Μυστηρίων και ότι ο Ίακχος ήταν μια άλλη μορφή του θεού Διονύσου, του Βάκχου, του μεγάλου συμβόλου της γέννησης και της αναγέννησης του ανθρώπου και της φύσης. Δεν παρέλειψε η αδερφή σας να μας ενημερώσει ότι ο Άγγελος Σικελιανός, που ιερουργούσε στα αρχαία μυστήρια και οιστρήλατος σηματοδοτούσε στην ανθρωπότητα την πνευματική αναγέννηση και την ψυχική αναπαρθένευση, αυτοαποκαλούνταν Ίακχος. Ο Αλβέρτος Λεβάντης, ο γιατρός ο μαιευτήρας, θετικός επιστήμονας αλλά και μελετητής των θρησκειών, είδε στο γελαστό βρέφος της μήτρας της Βαυβώς, με προοικονομία και προεικόνιση, το θείο βρέφος της Βηθλεέμ, το βρέφος των Χριστουγέννων…

          Μια άλλη περίπτωση σοβαρού θέματος της συζήτησής μας ήταν η περίπτωση του Άδωνη. Ο Σήφης Ριζάκης, ο εθνολόγος μας, αναφέρθηκε στον ανατολικό μύθο αυτού του έκπαγλης ομορφιάς νέου, του κατοπινού εραστή της θεάς Αφροδίτης, και εστίασε το λόγο του στη γέννησή του από ένα δέντρο, τη Μύρρα ή Σμύρνα. Αυτό το δέντρο, μας είπε, ήταν πρώτα με το ίδιο όνομα η θυγατέρα του βασιλιά της Κύπρου Κινύρα, που ερωτεύτηκε παράφορα τον πατέρα της, τον μέθυσε και έσμιξε μια νύχτα μαζί του. Ο πατέρας, όταν ανακάλυψε την αιμομιξία, καταδίωξε την κόρη του για να τη θανατώσει, αλλά οι θεοί λυπήθηκαν το αλαφρόμυαλο κορίτσι, που εν τω ματαξύ βαρυνόταν και με κυοφορία, και το μεταμόρφωσαν στο δέντρο που κλαίει με τα αρωματισμένα δάκρυα, με το ρετσίνι του, τον καρπό του μέσα από τον κορμό του. Αυτός ο καρπός της Μύρρας ή Σμύρνας είναι σε ζωντανή ενύλωση ο Άδωνης. Η ουσία του μύθου, μας διευκρίνισε ο φίλος μας ο εθνολόγος, είναι η προέκταση του συμβολισμού του δέντρου, που στην Ανατολή ψηλώνει και γίνεται το βουνό Λίβανος του προφήτη Ιεζεκιήλ ή το βουνό του Δάσους των Κέδρων του ασσυριακού – βαβυλωνιακού έπους «Γκιλγκαμές». Ακόμα, γίνεται ο άξονας του κόσμου, ο axismundi, που μας παραπέμπει στο όνειρο του Ιακώβ της «Παλαιάς Διαθήκης», στην Άτρακτο του σύμπαντος της «Πολιτείας» του Πλάτωνα, στη ρήση του Ηράκλειτου «οδός άνω κάτω μια και εωυτή», στον πίνακα του Ραφαήλ «Η Σχολή των Αθηνών» και στο «Παραμύθι του Αδάκρυτου» του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» του Παλαμά. Η Πέπη πρόσθεσε: …Και στο δημοτικό μας τραγούδι «Τ’ Αγι-Θοδώρου το βουνό», και ανέφερε μάλιστα και τους πρώτους στίχους: «Τ’ Αγι-Θοδώρου το βουνό κανείς δεν τ’ ανεβαίνει, / μόνο μια Κόρη ανέβαινε πλέκοντας το γαϊτάνι, / πλέκοντας, γορδελώνοντας και λιανοτραγουδώντας», επισημαίνοντας με νόημα ότι αυτή η Κόρη είναι η Ποίηση. Ο Ριζάκης έκλεισε το θέμα υπογραμμίζοντας ότι αυτό το δέντρο του ανατολικού μύθου, που γίνεται ο άξονας του σύμπαντος, είναι ίσως η αφετηρία της ιδέας, με όλες τις μεταβολές και προσθήκες που ακολούθησαν μέσα στους αιώνες, του δέντρου που στολίζουμε για τα Χριστούγεννα. Και ενίσχυσε την άποψή του επιστρατεύοντας το ογκώδες έργο του Παναγή Λεκατσά «Η Ψυχή».

          Η Πέπη ήταν πολύ διακριτική στις παρεμβάσεις της στις συζητήσεις μας και ήξερε ακόμη με πολλή ευγένεια να σιωπά και να εκφράζεται ιδιαίτερα πειστικά και με τη σιωπή της. Ένα πρωινό, όταν ο Δομάζος μίλησε για την αυτογνωσία στον αθλητισμό – ποτέ δεν μιλούσε για το ποδόσφαιρο ή για άλλα συγκεκριμένα αθλήματα – και αναφέρθηκε στο δοκίμιο του Καμί για τον Σίσυφο για να υπογραμμίσει ότι η αυτοσυνειδησία του ήρωα είναι το όπλο του, αυτό τον οπλίζει με δύναμη για να συνεχίσει τον αγώνα του, ενώ η Μοσχολιού υπερθεμάτισε με την αγάπη, με τη “σπίθα” της ψυχής που γίνεται πυρκαγιά κατάκτησης και με τη “στάλα” της βροχής που μετουσιώνεται σε πέλαγος ευτυχίας, η Πέπη, αν και γνώριζε τόσα για τον Σίσυφο και τον Καμί, δεν είπε απολύτως τίποτε, αλλά άνοιξε διάπλατα τα μάτια της σαν να ταξίδευε εντυπωσιασμένη πέρα από τους στενούς ορίζοντες… Έχει τη θαυμαστή ικανότητα να προεκτείνει πάντοτε με τον τρόπο της στο φως τα σημαινόμενα…

          Μια φορά, ας προσθέσω ένα ακόμη αξιοσημείωτο θέμα της συζήτησής μας, ο Ανέστης Βλάχος, που ήταν συνήθως λιγομίλητος, μας εξηγούσε σε ρέοντα λόγο γιατί στις ταινίες του υποδύεται σχεδόν πάντοτε το ρόλο του κακού. Μας είπε ότι σύμφωνα με το σενάριο και το σκηνοθέτη προβάλλεται το κακό, για να αναδειχθεί το καλό, που είναι το ζητούμενο στην κοινωνία. Μας διευκρίνιζε, βέβαια, ότι δεν είναι ηθοποιός του θεάτρου, αλλά του κινηματογράφου, αυτό όμως, επέμενε στην επισήμανσή του, δεν τον εμπόδιζε να έχει άποψη και για το θέατρο. Ήταν καταπληκτικό, κύριε Ντόρη, να ακούμε όλοι μας τον Ανέστη Βλάχο να αναφέρεται στην «κάθαρση» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, στον Σαίξπηρ, στον Γκαίτε, στον Ίψεν, στον Άρθουρ Μίλερ, στον Τένεσι Ουίλιαμς, στον Λόρκα, στον Καμπανέλλη, στον Κεχαΐδη, στον Μάτεσι και άλλους θεατρικούς συγγραφείς, ξένους και Έλληνες, για να υποστηρίξει την άποψή του ότι γενικά η τέχνη αναμφίβολα δεν διδάσκει, αλλά συγκινεί και προβληματίζει και μέσα από τη συγκίνηση και τον προβληματισμό διαμορφώνει ενάρετους και χρηστούς πολίτες στην κοινωνία. Όλοι συμφωνήσαμε με το σκεπτικό του Ανέστη Βλάχου και επιδοκιμάσαμε με ενθουσιασμό την εξέλιξη του λόγου του, η Πέπη όμως τώρα, εξαιτίας της ατμόσφαιρας που είχε δημιουργηθεί, πρόσθεσε ως επικύρωση συγκεκριμένες αναφορές για την πάλη του κακού με το καλό, όπως αυτή παρουσιάζεται στον «Μάκβεθ», στον «Βασιλιά Ληρ», στον «Άμλετ», στον «Ριχάρδο Γ’» του Σαίξπηρ, στον «Φάουστ» του Γκαίτε, στον «Θάνατο του Εμποράκου», στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Μίλερ, στην «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη.

          Η αδερφή σας κύριε Ντόρη, για να απαντήσω με όλη μου την ειλικρίνεια στο ερώτημά σας, δεν εξαντλείται με τα λίγα λόγια της αναφοράς μου στο πρόσωπό της. Είναι μια Ίριδα, μια Λαμπετώ. Εκπέμπει, μεταδίδει μηνύματα. Στην συντροφιά μας έχουμε δυο γυναίκες, την Πέπη και τη Βίκυ, που ομορφαίνουν με την παρουσία τους, το λόγο τους και τα συναισθήματά τους τα πνευματικά μας ταξίδια στην ποικιλότητα της ζωής και του κόσμου. Αν τώρα με ρωτάτε και για τις αβεβαιότητες της αδερφής σας, για τις ανασφάλειές της, όπως εσείς ο ίδιος τις επισημάνατε στην κουβέντα μας με την γνωριμία μας σήμερα εδώ στην Μακρινίτσα, σας βεβαιώνω ότι όσο καιρό συναντιόμαστε στο στέκι μας, στη «Διοτίμα» της πλατείας Βικτωρίας, η Πέπη ποτέ δεν μας έδειξε κάποια συμπεριφορά που να μας ανησυχήσει. Είναι πάντοτε ήρεμη, ευγενής, στοχαστική, κοινωνική, ανθρώπινη, ένα περιβόλι για όλους, για όλους μας.

          ─ Κύριε Δημηρέφη, έσκυψε ο Ντόρης ελαφρά προς το μέρος μου και είπε με χαμηλή φωνή: «Μακάρι να είναι όπως το λέτε… Όμως αλλιώς εξομολογούνται τα αδέρφια μεταξύ τους και αλλιώς συμπεριφέρονται οι άγνωστοι, που γίνονται φίλοι ευκαιριακά αλλά στην ουσία συνεχίζουν να παραμένουν άγνωστοι…». Σηκώθηκε αργά, με μια αχνή θλίψη στο πρόσωπό του, με αποχαιρέτησε, και δεν τον ξαναείδα ποτέ.

          Ήταν τα τελευταία λόγια του συνομιλητή μου, που μια τυχαία συνάντηση ένα καλοκαιρινό απόγευμα σε εκείνη τη μαγική πλαγιά του Πηλίου τον είχε προσφέρει ευεργετική δωρεά στην άγνοιά μου και τον είχε αποκαλύψει μηνυματοφόρο Ερμή στις προεκτάσεις μου. Η Μακρινίτσα θα χανόταν σε λίγο στην Ιστορία της, στους μύθους της και στους θρύλους της, θα ξεμάκραινε από την εποπτεία μου με τα ιστορικά ενδιαιτήματά της σκαλωμένες περιστεροφωλιές στους δαρμούς του χρόνου. Θα γινόταν εικόνες, ηχώ, καζαντζακικές αισθήσεις, συναισθησία.

 

          Σήμερα – κοντεύουν οι μεγάλες γιορτές – έχω αποδράσει ύστερα από χρόνια στο γνώριμο στέκι των πάλαι ποτέ ανθηρών συζητήσεων. Κάθομαι σε μια γωνιά απομονωμένος στη σιωπή μου, με όλους τους άλλους θαμώνες εντελώς άγνωστους, και βυθομετρώ τη ζωή, δορυφορώ στο μάγμα της, αιθεροβατώ στο δέον. Ο καφές μου αχνίζει τις ώσεις μου, ζωντανεύει τις μνήμες, περιδινεί τις σκέψεις, φτερώνει τις υπερβάσεις. Από τη Μακρινίτσα ως την πλατεία Βικτωρίας, από τον «Θεόφιλο» ως τη «Διοτίμα» η απόσταση είναι μολόχες, λάπατα, φλόμοι, ασφόδελοι, αγριάδες, λυγαριές, κίτρινα φύλλα, αρμακάδες. Πού είναι ο Ντόρης, η Μοσχολιού, ο Λεβάντης, ο Ριζάκης; Έγιναν εμπεδόκλεια ριζώματα, χώμα, νερό, αέρας, φωτιά. Ο Δομάζος ονειρεύεται γεώδης Σίσυφος, μυώδης τροπαιούχος – και ελπίζει ακόμη αμετάκλητα ότι θα το κατορθώσει – να κυλήσει ως την κορυφή το μολυβένιο βράχο. Ο Ανέστης Βλάχος γυρίζει με ένα οιδιπόδειο μπαστούνι, το τρίτο πόδι του, στις φτωχογειτονιές των Πατησίων και μοιράζει χωρίς φενάκη, με μενάνδρειο χαμόγελο, στους οδυνωμένους την καλή ψυχή του, τον καλό λόγο του, τις αναλλοίωτες αξίες. Εγώ ο Δήμης Ρέφης, όπως με αποκαλούσατε, καλοί μου φίλοι, για να διασπάσετε… τη συνοχή μου, για να «λιανίσετε», και γελούσατε, στα «δυο» την ασημαντότητά μου, συνεχίζω ακόμη, δόξα τω Θεώ, να ορθοποδώ, να κλέβω από τους άλλους, όπου βρω, γνώσεις, να τις μεταλαμπαδεύω, να βοηδρομώ… Χρωστάω σε όλους τροφεία.

          ─ Και εσύ Πέπη, σολωμική Γνώρα και αθέατη Σελήνη, Αυξώ των Χριστουγέννων και Θαλλώ της Πρωτοχρονιάς, Μεγιστώ Λύπη, πού ανεμίζεις, καημένη, δαρμένη στην πένθιμη απουσία, στη βαρυχειμωνιά; Σε βλέπω στα όνειρά μου. Περιπλανάσαι λευκοντυμένη στη Μεσσηνία, όπου ιέρευες χρόνια…, δένεις στους ελαιώνες με τον Αριστομένη αινίγματα, στεφανώνεσαι στη Μεσσήνη από τον Επαμεινώνδα Ηγεμόνη, αναγορεύεσαι σε χλωρό γήλοφο από τον Θέμελη Σταφυλή Ηριγόνη ,γίνεσαι με τον άνεμο αιώρα, ταλαντώνεσαι. Αμαύρωσε τον ορθρισμό μου η αγγελία της εκδημίας σου. Δεν άντεξες τον χαμό του Ντόρη. Όταν η ψυχή θλίβεται, το σώμα σήπεται στου Τολστόι, στου Πακούμ τα δυο μέτρα. Οι γιορτινές όμως καμπάνες, Φάεννα Ευδώρα, των τόπων που ιέρωσες και μύρωσες θα σημαίνουν στη διάρκεια μεγαλυναρικά και τον Ντίκενς σου. Είχες φως, μοίραζες ευφροσύνη, ανακούφιζες, άνοιγες δρόμους ελπίδας. Δεν άξιζες την βίωση της ερημιάς. Σε πενθεί σήμερα σιωπηρά ο καφές μου, αλλά στις ρεματιές η τρυγόνα θα σε θρηνεί πάντοτε βογγώντας, θα το λέει το μοιρολόι. Είσαι για τη μνήμη το χάρμα και η λύπη, η χαρμολύπη. Είσαι για το όραμα το στολισμένο δέντρο και η νίκη, η υποθήκη. Καημένη Πέπη, είσαι το «Πρέπει»!

 

Leave a Reply