ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Οι καλικάτζαροι

0

«Απόψε θα φύγουν οι καλικάτζαροι» έλεγε η μάνα μου σαν είμαστε μικρά. «Αύριο ξημερώνει η παραμονή των Φώτων και με το χάραμα πρέπει να είναι όλοι φευγάτοι». Κι έλεγε πως τους άκουγε κάθε χρόνο τη νύχτα που έφευγαν βιαστικά να προλάβουν πριν χαράξει να εξαφανιστούν.

Από τη ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗ-ΤΣΑΓΚΑΡΗ*

– Να μας ξυπνήσεις κι εμάς, μάνα, να τ’ ακούσουμε, της λέγαμε τ’ αδέλφια μου κι εγώ.

Μας υποσχόταν πως θα μας ξύπναγε και το πρωί που ανοίγαμε τα μάτια μας, της γκρινιάζαμε που δε μας ξύπνησε να ακούσουμε κι εμείς τους καλικάτζαρους που έφευγαν.

– Σας ξύπνησα, παιδιά μου, σας μίλησα πολλές φορές, αλλά εσείς πού να σηκωθείτε. Δεν ανοίγατε τα μάτια σας, νυστάζατε έλεγε η μάνα.

Στο χωριό μου τους καλικάντζαρους τους λένε και γκατζιώνια. Κι έλεγε η μάνα πως, τα γκατζώνια είναι ξωτικά που έχουν μαλλιαρό κορμί και μούρη άσχημη σαν των ζώων. Άλλα έχουν μούρη σαν της μαϊμούς, άλλα σαν των γουρουνιών και άλλων είναι σαν των τραγιών. Κάποια από αυτά έχουν από τη μέση και κάτω κορμί ζώων κι όλα έχουν ουρές.

Περνούσαν οι καλικάτζαροι όταν έφευγαν, έξω ακριβώς από το σπίτι μας, στη δημοσιά που ενώνει το χωριό μου με το Ψάρι.

Οι καλικάτζαροι μένουν στον κόσμο ένα δωδεκαήμερο. Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν πριν ξημερώσει η παραμονή των Φώτων. Τη νύχτα μπαίνουν στα σπίτια ανακατεύουν τα τεντζέρια και τις στάχτες, κατουράνε και μαγαρίζουν όπου φτάνουν. Και πράγματι το πρωί βλέπαμε τη στάχτη ανακατωμένη και τόπους – τόπους βρεγμένη. Φρόντιζε η μάνα γι’ αυτό. Ανακάτωνε τη στάχτη με τη μασιά κι έριχνε σε δυο-τρία μέρη νερό με το κύπελλο για να μας πείσει πως είχαν επισκεφτεί τη γωνιά μας τα καλικατζάρια. Αν τύχαινε κι έβρισκαν οι καλικάτζαροι άνθρωπο που είχε ξεμείνει τη νύχτα έξω από το χωριό, στα χωράφια και στους δρόμους τον βασάνιζαν, πάθαινε νήλα.

– Και τον άλλο χρόνο πού βρίσκονται, μάνα; ρωτούσα.

– Α! ευτυχώς κι έρχεται, παιδάκι μου, το δωδεκαήμερο κι ανεβαίνουν στη Γη. Όλο το χρόνο, αυτοί οι εξαποδώ, μένουν κάτω από τη Γη και πριονίζουν τη μεγάλη κολόνα που κρατάει, που στηρίζει τη Γη. Την πριονίζουν, την πριονίζουν τα δαιμόνια κι επάνω που κοντεύει, λίγο θέλει να κοπεί και να γκρεμοτσακιστεί η Γη μας στα τάρταρα και να χαθούμε κι εμείς μαζί της έρχονται τα Χριστούγεννα. Τότε παρατάνε τα ξωτικά τα πριόνια τους κι έρχονται να βασανίσουν τους ανθρώπους. Στις δώδεκα ημέρες που κάθονται τα γκατζώνια εδώ, η κολόνα που κρατάει τη Γη ξαναθρέφει με θέλημα Θεού, κι όταν κατεβαίνουν οι ζελζεβούληδες τη βρίσκουν πάλι ατόφια και ξαναρχίζουν, φτου κι απ’ την αρχή το πριόνισμα.

Έχει πλάκα ν’ ακούει κανείς τους καλικατζάρους στο φευγιό τους. Είναι όλοι σαστισμένοι από το φόβο τους. Αλλοι πεζοί κι άλλοι με τα γαϊδουράκια τους φεύγουν με σπουδή. Φοβούνται μην τους προλάβει η μέρα και έχουν συναπάντημα με τον παπά που γυρίζει σπίτι σε σπίτι, όλα τα σπίτια του χωριού κι αγιάζει. Αν τους προλάβει και τους ραντίσει με αγιασμό παθαίνουν μεγάλο κακό, μέχρι να πεθάνουν μπορούν. Γι’ αυτό φεύγοντας φωνάζουν ο ένας καλικάτζαρος στον άλλο:

Άντεστε να φύγουμε

τι έρχεται ο τουρλόπαπας

με την αγιαστούρα του

και με τη μαγκούρα του.

Αυτά και άλλα πολλά μας έλεγε η μάνα σαν είμαστε μικρά, μπροστά στη φωτιά που έκαιγε στη γωνιά κι εμείς κρεμόμαστε από το στόμα της με μάτια ορθάνοιχτα από απορία και θαυμασμό. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για τα παιδιά, από το να μεγαλώνουν με την έγνοια και τη ζεστή ανάσα των , γονιών τους και με όμορφα παραμύθια.

 

  • Από το βιβλίο της «Μύθοι – Θρύλοι – Ιστορίες»

Leave a Reply