ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Εκείνοι που φεύγουν: Ιωάννης Λεωνίδα Ντουραμάκος (21/2/1924 – 14/12/2017)

0

Ανοιξε τα μάτια του. Ο ήλιος του Δεκέμβρη έλουζε το μικρό του δωμάτιο. Το στήθος του έκαιγε. Πλησίασα στα χείλη του ένα ποτήρι δροσερό νερό. Προσπάθησε να πει κάτι. Αδύνατον. Εγειρε το κεφάλι ξανά στον καναπέ και έκλεισε τα μάτια του 17 Δεκεμβρίου 2017. Ο πατέρας μου Ιωάννης Ντουραμάκος είδε τον εαυτό του παιδί, στο χρόνο, τον πιο λιγομίλητο και ήσυχο ανάμεσα στα αδέλφια του και αδελφές του.

Η Σταυρούλα Κλουφέτου, η Βάσσια, η Μαρία, οι τρεις αδελφές του, να παίζουν με τις κορδέλες τους και οι αδελφοί του Στάθης, Δημήτρης (Τζίμης), Γιώργος από τον Καναδά να τον καλούν να τους συντροφεύσει. Μάλλον ήταν λυπημένος από μικρός, διότι αγαπούσε το σχολείο. Από μικρός «λένε ήταν καλός». Η μητέρα μου είχε μυαλό, Αναστασία το γένος Σοφού από το Κοπανάκι.

Ο πατέρας μου είχε επιδείξει ταλέντο στη μάθηση και την ιστορία. Μανιάτης στην καταγωγή από τους Ντουράδες της Μέσα Μάνης. Οι πρόγονοί του έλαβαν μέρος στους Αγώνες του 1821 κατά του Ιμπραήμ. Πίστευε στον πατέρα του και τη μητέρα του, στην οικογένεια, στην τοπική κοινωνία. Πίστευε στον εαυτό του και ήθελε να τελειώσει το Σχολαρχείο. Πήγε στην Αθήνα μετά το 1930 τον βρήκαν τα ΕΠΟΝ του Μεταξά μικρό παιδί. Πήγε Γυμνάσιο στο Αιγάλεω, Θησείο, Συγγρού. Αφού ξέσπασε ο πόλεμος το ’40, κατέβηκε στη Βαλύρα και κατά τη διάρκεια του πολέμου, αφού άνοιξαν οι αποθήκες (του πρώτου Γεωργικού Συνεταιρισμού Βαλύρας) και έδωσαν στον κόσμο σταφίδες, τις οποίες μεταπώλησε και αγόρασε μαρτίνια, όπως έλεγε, και ένα βόδι να οργώνει και να παράγει τα απαραίτητα για τη διατροφή. Η ζωή στη Βηρόραχι, το Μαντρί, ήταν γερμανοί στο χωριό. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε ο φίλος του Παναγιώτης Ν. Μπουρίκας, έψηναν στα κάρβουνα τυρί για να φάνε και κάπνιζαν καλαμπόκια. Ταυτίστηκε με το χωριό, ήθελε να μάθει και να προοδεύσει μετά το ’45 αφού υπήρξε εμφύλιος και αποκατάσταση αλλά και τα Δεκεμβριανά, βρήκε ευκαιρία να γίνει στρατοχωροφύλακας για να παίρνει λίγα και να στέλνει στην οικογένειά του.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια του εμφυλίου ένα παιδί 22 χρονών, το πήραν για πόλεμο. Γνώρισε τη ζωή και την πολιτική ρεμούλα και απανθρωπιά του Εμφυλίου. Ταπεινός όπως πάντα δεν πρόσβαλε κανέναν αλλά διεκδίκησε να παρακολουθήσει τη Δ΄  Γυμνασίου στο Βόλο, ήθελε τη μάθηση και ήταν ανοιχτό μυαλό, εκεί τον βοήθησε ο χημικός Τσαγκάρης.

Αγγλοι, Ρώσοι, Αμερικάνοι έκαναν τον κόσμο και τις ίδιες τις οικογένειες, αδέλφια και φίλους να μισούνται και όλα αυτά για την εξουσία, τα τσιφλίκια και τις λύρες των Αγγλων. Πολέμησε έξω από τα φυλάκια και προσπάθησε από όπου πέρασε για την ειρήνη, την ομόνοια και τη συμφιλίωση των Ελληνων. Δεν πείραξε τον αείμνηστο Γιάννη Αλευρά, που είχε βγει στο αντάρτικο, και ποτέ δεν τον κτύπησε από την πλάτη. Ηταν μικρόσωμος και νεαρός ο πατέρας μου και ο Αλευράς είχε δώσει εντολή να μην πειράζουν το Γιαννάκο, όπου και να υπηρετούσε στην Ελασσόνα, στα χιονισμένα βουνά του Ολύμπου, Καρπενήσι και Λάρισα.

Πίστευε στην πραότητα του «Γιαννάκου» και ένιωσε το έμφυτο ταλέντο του. Εγινε διοικητής και πήγε στο Κοπανάκι, στο Μεταγωγών  Ρόδου και στη Γυάρο. Αλλά έλεγε ότι οι στρατηγοί του απελευθέρωναν αντάρτες και χύτες, όσους είχαν λύρες. Δεν τον πείραξαν όμως. Ηθελε το καλό όλων, αλλά εκεί που όλα έβαιναν καλώς, το 1952 πέρασε κακουχίες και αποστρατεύτηκε.

Γύρισε στο Στρατηγείο της Αθήνας και κάποιοι ήθελαν να τον περάσουν στρατοδικείο, γιατί είχε βοηθήσει τον Γιάννη Αλευρά και άλλους αντάρτες. Εκεί πέρασε μεγάλη στεναχώρια. Αρρώστησε από πνευμονία. Πήγε στην Πεντέλη και απονέκρωσε τα πνευμόνια. Εγινε καλά. Συνάντησε και το φίλο του Δημήτρη Σοφό και άλλους πολλούς , αλλά όμως η Γενική Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών, φίλη του και συμμαθήτριά του, του είπε να βγει σε σύνταξη, καθώς είχε νεφρική ανεπάρκεια ενώ τον βασάνιζε πνευμονικό οίδημα και να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Το 1952 αποστρατεύτηκε με ένα τάλιρο αποζημίωση από το στρατό και σύνταξη μια πεντάρα! Αφού είχε επηρεαστεί από τον εμφύλιο και είδε τα κακά και τα καλά, αποφάσισε να γυρίσει στη Βαλύρα και να βοηθήσει τις αδελφές του να παντρευτούν και να τις προικίσει. Το 1953 στη Βαλύρα, επικρατούσε φτώχεια, διχόνοια, μίσος αλλά έκανε υπομονή, παντρεύτηκε τη μητέρα μου από το σόι του Σοφού, δημάρχου Κοπανακίου και αδελφού του Χρήστου του συμβολαιογράφου. Πήρε προίκα τότε χρυσά τάλαρα και απέκτησε 2 παιδιά. Αγωνίστηκε σε χρόνια φτώχειας, ανάμεσα σε στενόμυαλους και αμαθείς. Ηταν όλοι τεμπέληδες, όπως έλεγε, όταν γύρισε στη Βαλύρα.

Προσπάθησε επί Χούντας, κυνηγήθηκε διότι από το Νόμο του εδόθη άδεια καπνοπωλείου και με λίγα αγροκτήματα και την πενιχρή συνταξούλα και με δάσκαλο την τοπική κοινωνία και εξέχοντες γιατρούς όπως τον Νταρτούνη και τη βοήθεια της οικογένειας Λιοντήρη. Σταδιοδρόμησε, κοίταζε πάντα το κοινό καλό και τη μάθηση των παιδιών του, αφού πάντρεψε τις αδελφές του και  έστειλε τον αδελφό του Τζίμη στον Καναδά, διότι εδώ μετά τον πόλεμο κανένας δεν του έδινε δουλειά, αφού τον είχαν πάρει στο Αντάρτικο. Ηταν τελειόφοιτος της Πυθαγόρειου Σχολής και πήγε μετανάστης στο Τορόντο, όπου έμεινε στα βαγόνια του τρένου, όπως τώρα οι μετανάστες από Συρία, Πακιστάν, αλλά δούλεψε και πήρε και την αδελφή του Βάσω και τα αδέλφια του Στάθη με την οικογένειά του και τον Γιώργο.

Όταν όμως άρχισε να βελτιώνεται η ζωή στο χωριό και ο πατέρας μου πήρε κι αυτός τα επάνω του, είχε αυλοκόλακες της περιοχής και συγγενικά πρόσωπα που τον κτυπούσαν πισώπλατα και ήθελαν να τον βγάλουν και από το σπίτι.

Έκανε με τη μητέρα μου μεγάλη οικογενειακή προσπάθεια, μας σπούδασε και μας έκανε καλούς ανθρώπους. Η υγεία του καλύτερη πλέον και μετά το 1980 ανέκτησε σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, έκτισε και σπίτια και μεγάλωσε την περιουσία του.

Περπάτησε σε χωράφια καλλιεργημένα, σε παραδοσιακούς μύλους και συνεταιρισμούς, σε μεγάλους Θαμύριδες και Αστέρες Βαλύρας, στροβιλίστηκε και στο μυαλό του είχε το Μανιάτικο πείσμα και δημιουργική ανιδιοτελή δύναμη. Δύναμη ταπεινή, οικογενειακή και πνεύμα ελεύθερο. Τους ήθελε όλους δυνατούς, πνευματικά και οικονομικά και πολιτικά, να δίνει και να βοηθάει τη φτωχολογιά. Πέτυχε, δεν πλούτισε, αλλά μου έλεγε ότι ολοκλήρωσε. Πέτυχε αφού είχε περάσει κακουχίες στον ορεινό όγκο του Ολύμπου και της Ελασσόνας. Είχε όμως εκεί και καλές στιγμές με τον αδελφικό του φίλο, το χημικό Τσαγκάρη στο Βόλο.

Στα τελευταία του, άνοιξε ξανά τα μάτια του, δεν άφησε εκκρεμότητες και μίση, αλλά μου έλεγε ότι πάντα θα διαρκεί μέσα του η λύπη για τη διχόνοια του λαού μας!  Μας κυβερνούν άλλες δυνάμεις, μου έλεγε με λύπη και πίστευε ότι ο αγώνας της Ελλάδας θα διαρκέσει για πάντα, διότι ο κόσμος είναι αμαθής και παρασύρεται. Ποτέ μην αφήνεις εκκρεμότητες.  Βάλε στόχο στη ζωή σου και αγωνίσου. Μπορείς, έχεις μυαλό αλλά και υγεία και να είσαι πάντα ταπεινός, κοινωνικός, καλός και να μεγαλουργήσεις και συ και ο Θανάσης με έργα που θα τα κατανοεί η τοπική κοινωνία, να γνωρίσετε και να κατανοήσετε τον άνθρωπο, το περιβάλλον να το διατηρήσετε  καθαρό, όπως και το όνομά μας, χωρίς πάθη και μίση.

Να δώσετε αγάπη, αλληλεγγύη στο συνάνθρωπο. Με ευγένεια ψυχής και νηφαλιότητα να ενεργείτε πάντα. Να προσέχετε τη μητέρα γη και προπάντων τη μητέρα σας, που μου στάθηκε και της στάθηκα και ολοκλήρωσα τη ζωή μου. Τώρα η σειρά σας.

Ειρήνη και αιωνιότητα.

 

Λεωνίδας Ιωάννη Ντουραμάκος

Leave a Reply