ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ηλία Τσιμπλή: Ελεγεία – Μια εξαγνιστική, λυτρωτική θρηνωδία

0
(Ποιητική συλλογή, Διάττων, Αθήνα, 2017)

(Ποιητική συλλογή, Διάττων, Αθήνα, 2017)

Ο Ηλίας Τσιμπλής πριν από μερικούς μήνες, σχετικά πρόσφατα, έχασε την πολυαγαπημένη του σύζυγο, τη Μαίρη, και απόσταξε την οδύνη του σε δέκα ποιήματα – ελεγεία, που συναποτελούν την επίτιτλη συλλογή. Η συλλογή, αφιερωμένη στη Μαίρη, δεν είναι αφηγηματικοί κρίκοι ιστορικού λόγου, δεν είναι Ιστορία, είναι αυθεντικοί οδυρμοί οδυνώμενης ψυχής, είναι άπεφθη ποίηση. Ο Αριστοτέλης διακρίνοντας την Ποίηση από την Ιστορία, υπογραμμίζει ότι η πρώτη έχει καθολικό χαρακτήρα και είναι πιο φιλοσοφημένη και σπουδαιότερη από τη δεύτερη, που αναφέρεται σε συγκεκριμένα, ατομικά προπάντων, γεγονότα, πάθη ή κατορθώματα1. Κατά συνέπεια, τα «Ελεγεία» του Ηλία Τσιμπλή ενέχουν ένα οικουμενικό στοχαστικό βάθος και απηχούν απράυντο συγκλονισμό στη δεκτικότητα όλων των ανθρώπων, όπως η φιλοσοφία γρηγορεί όχι στα «καθ’ έκαστον» αλλά στα «καθόλου» γεγονότα και αποκαλύπτει τις γενικές αρχές του κόσμου, της φύσης και της κοινωνίας.

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΝΤΙΦΗΣ

Η ενλόγω συλλογή είναι η «ενδοχώρα» του ποιητή με «την ψυχρόφιλη απελπισία», το «άμουσο τοπίο μελαγχολίας». Όπως μέσα στη φρίκη του πολέμου ο απελπισμένος λαχταράει να ήταν πουλί και να έφευγε πετώντας μακριά σε ήρεμο τόπο σωτηρίας, έτσι και ο ποιητής ποθεί να δραπετεύσει με την Τρισεύγενη απαντοχή του, για να περισωθούν, «κάπου αλλού… / πριν από το τελικό σβήσιμο του ήλιου»2. Η ενδοχώρα του Ηλία Τσιμπλή , το άμουσο τοπίο μελαγχολίας, είναι το «Μεσσηνιακό τοπίο» με φρούριο μετέωρης ελπίδας την Είρα. Και η ελπίδα αναμφισβήτητα σε όλα τα φρούρια αχνοφέγγει μετέωρη, δεν είναι σταθερή, τρέμει σαν αδύναμη φλόγα ισχνής λαμπάδας, γιατί καραδοκεί απέξω η προδοσία, το Μαυροπούλι, ο πειρασμός. Στην Είρα της θρηνωδίας της ψυχής του ποιητή η προδοσία ενσαρκώνεται στον «πονηρό δούλο» του κακού, στον «βροτολοιγό» βουκόλο του Εμπέραμου, του εξολοθρευτή. Στην Είρα, έτσι, άρχισαν η ήττα, η φθορά, τα «στοιβαγμένα πάθη», η «στάχτη των άστρων», τα «πικρά μοιρολόγια αφής». Εκεί, σε εκείνο το φρούριο των γαληνών έξεων, στο κάστρο με τα ξύλινα τείχη, τρύπωσε το Αδυσώπητο και εξώθησε με την ώχρα του τη ζωή στην επική περιπέτεια, στην οδύνη και στο χάος. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στην προκειμένη περίπτωση και αριστοτελικά κορυφωματικό το ότι ο Ηλίας Τσιμπλής μετουσιώνει με αφαιρετικό λόγο ένα σημαντικό γεγονός από την Ιστορία των Μεσσηνιακών πολέμων σε εικονογραφία σιμωνίδειου κάλλους, σε «ζωγραφίαν λαλούσαν», σε γνήσια, ανόθευτη ποίηση3.

Είναι δεδομένο ότι η φύση είναι η AlmaMater, η Τροφός Μητέρα, που πορεύεται με τους νόμους της, τη νομοτέλεια. Οι «κυρτώσεις», οι «διαστρεβλώσεις» και «άλλα συμπλέγματα» είναι γεννήματα της φύσης. «Τις ευθείες τις φτιάχνει ο άνθρωπος / ή τις φαντάζεται». Όταν οι δραστηριότητες του ανθρώπου παραβιάζουν τους νόμους της φύσης και συνιστούν καταληκτικά υπερβασίες ή όταν οι φαντασιώσεις διογκώνονται από μανικό θράσος και μετουσιώνονται σε αχαλίνωτο πάθος, τότε διαπράττεται ένα οριακό λάθος ή διαμορφώνεται μέσα από επιπόλαιους υπολογισμούς και αστήρικτη πίστη ένας καταστροφικός μύθος. Το οριακό λάθος και ο καταστροφικός μύθος αναβοώνται από το θρηνωδό ποιητή ως αμετάκλητη αιτία και άτεγκτη απειλή να κρεμαστεί το όνειρο, το όραμα, στο αβυσσαλέο κενό, «με ένα σχοινί να αιωρείται / στο διάστημα»4.

Με αποκαλυπτικές διοσημίες – προσημαίνοντα ηγούμενα – τη Δίκτυννα αιτία και τη φοβέρα Αδράστεια, ανοίγεται ο δρόμος του «Αμείλικτου», ο δρόμος των ανύποπτων συνοδοιπόρων με «τον κονιορτό στις οξειδωμένες περικνημίδες, /… με ξηρασία μεγάλη, /… κοντά στις υπώρειες της αυγής». Οδύρεται ο ποιητής: «ψυχοπαίδια του δρόμου /… ήμασταν αποφασισμένοι / να φύγουμε από εκεί», από το «αμίλητο νερό», από την περιστασιακή άπλα της «ελεύθερης ζώνης»…, «χωρίς ασφαλώς να γνωρίζουμε / το τι μας περιμένει»5. Ο δρόμος των συνοδοιπόρων, των αλωμενωνοδιτών, δεν είναι ο «Δρόμος» του Τζακ Κέρουακ ούτε ο «Δρόμος» του Ανδρέα Εμπειρίκου6, αλλά ο δικός τους δρόμος, ο δρόμος του λάθους τους και του μύθου τους, ο βρυγμός της Δίκτυννας και της Αδράστειας, τελικά η Άτροπος του ενός και ο Κωκυτός του άλλου, ο χαμός της Θαλλώς και η ολολυγή του Φυτάλου.

Τώρα οι μνήμες μυρμηγκιάζουν στις αναδρομές του ποιητή, «αμνηστεύουν τα αποδημητικά πουλιά της λήθης, / στοιχειώνουν θρύλους και δοξασίες αλλοτινών καιρών». Τα βράδια, όταν πέφτει το σκοτάδι και η αλγεινότερη συνειδητοποίηση, «με αδειανά τα χέρια», της μεγάλης απώλειας βαραίνει μολύβι τη μοναξιά, η μελαγχολία πιαίνεται μεταστρεφόμενη σε θλίψη και η θλίψη σε αβάσταγο πόνο και ακιδωτή περιωδυνία. Οι «παιδικές θεϊκές αναμνήσεις», οι «μάγισσες ώρες», τα «ονειρικά τοπία», τα «καφεγάλαζα καβούρια», οι «αμμόπετρες», οι «ονειρικές ανάγλυφες μορφές», ζωντανεύουν ως χλώρη το παρελθόν, για να εξορκιστεί η απόγνωση, επιστρατεύονται ως θεραπεία βάλσαμο της οδύνης, ως «ίασις» της ψυχής. Όλες οι παλιννοστήσεις των ηχοχρωμάτων και των βιωμάτων της περασμένης ευτυχίας «ζητούν διέξοδο, σωτηρία, ένα ξέφωτο / στο μυστηριώδες δάσος» της παροντικής ζωής, αλλά μάταια. Ο Δάντης βρήκε διέξοδο, σωτηρία, ξέφωτο στο «σκοτεινό ρουμάνι» της ζωής στο πρόσωπο του Βιργίλιου και αναφώνησε λυτρωτικά: «Συ δάσκαλός μου, συ οδηγός, συ αφέντης», αλλά ο Ηλίας Τσιμπλής προσώρας πάσχει και οδυνάται. Θρηνεί στον κομμό του, στη μονωδία του, για τη χαμένη Θαλλώ του και προσονομάζει το αδύνατο της επανάκτησης του φέγγους της περίκλειστο στρείδι. Ιδού ο έλεγος για την ερεμνή ειρκτή της στίλβης του ονείρου του: «Στρείδι που κλείνει και δεν μπορείς να πάρεις / το μαργαριτάρι από τα θηλάζοντα στήθη του»7.

Ο ποιητής στη θρηνωδία του κάνει τα αδύνατα δυνατά, για να επικοινωνήσει με την Γλαυκή Ομορφιά. Τη φαντάζεται «να στέκεται στο ανοιχτό παράθυρο», να αργανεβαίνει νύφη «στον ανήφορο με βήμα χορευτικό /… με άστρα στολισμένο / τη νύχτα το πρόσωπό της», να χαίρεται την αδιατάρακτη χαρά με απέριττα λόγια αιώνιου όρκου «στο προαύλιο της εκκλησίας», να ανθοφορεί. Δεν μπορεί να πιστέψει στην αιώνια απουσία και στην απαρασάλευτη σιωπή. Φαντασιώνεται την Ωριά του να επιστρέφει στην προσδοκία του κατά αδήριτη ανάγκη, «όπως τα μεγάλα καράβια με τα φώτα αναμμένα επιστρέφουν θριαμβευτικά στη βάση τους», και επίμονα μονολογεί: «Δε γίνεται…, θα επιστρέψεις, / πάλι θα έρθεις, από τον ουρανό / θα κατέβεις». Στην περαίωση της φαντασίωσής του πλάθει ένα διάλογο – διαλεκτική με την ουτοπία, μια ευρύπεδη τριστιχία: «Με ρώτησες αν γνώριζα τον τρόπο / και το χρόνο της συνάντησης. / Δεν σου απάντησα, γιατί δεν  το γνωρίζω». Έτσι, και τώρα πάλι, μια «ασαφής επιστροφή» συνεχίζει να αποστάζει στον ψυχισμό του Ηλία Τσιμπλή τον πόνο και την οδύνη.8

Οι σφάκελοι της θλίψης γίνονται αιχμηρές περόνες και η ελεγεία προσλαμβάνει ακόμα πιο επώδυνο χαρακτήρα, όταν ο θρηνωδός αναφέρεται στη δική του επιστροφή στα λυγρά όρια. Σπαράζει από τα μύχια του «είναι» του: «Θα γυρίσω μια νύχτα τρελός, / πιο τρελός θα γυρίσω, / θα πάρω ανάποδα τον καιρό. // Θα σε βρω στους γκρεμούς όπου βασίλεψε / το λευκό παιδικό σου φεγγάρι. // Θα φυσάει, θα σηκώνει τα ξέφτια σου ο άνεμος, / θα σηκώνει κουρέλια από παλιές Κυριακές, / θα μας παίζει λυγμούς το φθινόπωρο. // Τα λόγια μας θα αναφλέγονται χωρίς να ζεσταίνουν. // Μόνο που θα μας δείχνει / με δάχτυλο τσακισμένο η ερημιά, / αφήνοντας στα σπλάχνα μας ματωμένες πατημασιές, / βουλιάζοντας λίγο-λίγο η εικόνα σου / στον ασάλευτο κονιορτό της ζωής μου».9

                Και τι απομένει τώρα για τον ποιητή; Όχι άλλο από την προσευχή, για ιλασμό. Επικαλείται την παιδική του ηλικία, το γαλανό ουρανό, τον κόσμο της απέραντης αβύσσου, και ακούει τη μολπή τους. Προσφωνεί τα ιερά τοπία του κάλλους και τα μεγαλύνει με τελετουργική γλώσσα. Ανατρέχει στο θαύμα της δημιουργίας του κόσμου, της φύσης και των θεσμών, στην αρμονία και στο μεγαλείο του σύμπαντος, και εκστασιάζεται, μεταρσιώνεται. Καθικετεύει, θερμοπαρακαλεί όλες τις απαντοχές, για να παρηγορηθεί στο άλγος του, για να πραϋνθούν οι λυγμοί του. Η προσευχή του είναι η ιλαστήρια Λιτή του. Ας ακούσουμε το ρυθμό της: «Παιδικές μου αναμνήσεις, / κουρτίνες του ουρανού ασσυνέφιαστες, / κοσμήματα στις αιώρες του χάους, / ακούω την ψαλμωδία σας. // Ίλεως, ίλεως! // Ω άχραντα τοπία της ωραιότητας, / με λέξεις τελετουργικές σάς υμνώ. // Ω η αρχαία γέννηση / θεών τε και ανθρώπων, / αιώνια αρμονία του σύμπαντος, / μεγαλείο απέραντο. // Ίλεως, ίλεως».10

Το μότο της συλλογής είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό απόσπασμα από «Τα Εις Εαυτόν» του Μάρκου Αυρηλίου. Σε αυτό το απόσπασμα ο φημισμένος Ρωμαίος αυτοκράτορας και στωικός φιλόσοφος αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης, οι Χαλδαίοι, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Πομπήιος, ο Γάιος Καίσαρ, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, ο Σωκράτης (και όλοι οι άνθρωποι, επώνυμοι και ανώνυμοι, μπορεί να προσθέσει ο καθένας), έζησαν πάνω στη γη προσφέροντας, δρώντας, αλλά κάποτε έφυγαν από τη ζωή. Μετά το θάνατο οι άνθρωποι πηγαίνουν εκεί όπου δεν λείπουν οι θεοί ή περιπίπτουν σε κατάσταση πλήρους αναισθησίας. Στην πρώτη περίπτωση μεταβαίνουν σε έναν άλλο κόσμο πνευματικό, θεϊκό, και στη δεύτερη γίνονται χώμα και λύθρος. Ο Ηλίας Τσιμπλής, αφορμώμενος από αυτό το περιούσιο χωρίο του Μάρκου Αυρηλίου και απευθυνόμενος με το δεητικό λόγο του στις ορίζουσες της ζωής και του σύμπαντος για να τον σπλαχνιστούν, εξωτερικεύει τώρα ποιητικά μια άλλη πραγματικότητα του ψυχικού του κόσμου, η οποία είναι, έπειτα από αντιμέτρηση με το δαιδαλώδες πλέγμα της θλίψης, η προοδευτική αποφόρτιση του συσσωρευμένου αιτναίου πόνου. Αν εδώ ληφθεί υπόψη και το «Θαλερό», ένα ποίημα της συλλογής σικελιανικού οίστρου, είναι αδύνατο να λαθεύει η διάγνωση. Στο ενλόγω ποίημα ο ποιητής βιώνει τον διθύραμβο της «Μαρίας της άνοιξης», που με ανθηρούς συνειρμούς ελυτικού κάλλους μάς ανάγει στη «Δεσποινίδα Απριλίου», στην «Ονειροτόκο», στην «Αλλιώς Ωραία» και στη «Χλωρή» ή με θρησκευτική εξεικόνιση μάς οδηγεί σεμνά στο ανείπωτο θάμβος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Οι καθοριστικοί στίχοι αυτού του ποιήματος είναι: «Γυρίστε πίσω (= ελάτε προς εμένα) ανθηροί καιροί / κουβαλητές των καλών καρπών //… και η Μαρία της άνοιξης φορώντας βροχή / να με δείχνει φιλεύοντας / αβασίλευτους ήλιους. // Ω, τι πλησμονή!».11

Με αυτά τα δεδομένα έχει ήδη προετοιμαστεί η ποιητική πορεία του Ηλία Τσιμπλή προς τον «εξαγνισμό», προς τη «λύτρωση», προς τη «θέωση», όπως την βίωναν οι αρχαίοι Αθηναίοι στην Ακρόπολη αντικρίζοντας τον Παρθενώνα και ανεβαίνοντας προοδευτικά με τα μάτια τους και την ψυχή τους τις τρεις βαθμίδες, τη Ζωφόρο, τις Μετόπες και τα Αετώματα, ή όπως τη βιώνουν πάντοτε οι πιστοί στον Ορθόδοξο Χριστιανικό Ναό αναπέμποντας την προσευχή τους από τον κυρίως ιερό χώρο, μέσω των Αγίων, των Αγγέλων και της Πλατυτέρας των Ουρανών, στον Παντοκράτορα. Το ποίημα που κορυφώνει αυτή την πορεία προς τη λυτρωτική πράυνση, με τίτλο «Αφιέρωση», είναι ένα αριστούργημα λόγου, εφάμιλλο των αριστουργημάτων που η παγκόσμια λογοτεχνία έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα. Το παραθέτουμε ως αριστοτελική κάθαρση κατακλείδα της θρηνωδίας: «Ωραίοι οι πέρα ουρανοί! // Ωραία τα νερά και οι χλόες / και εκείνο το αγίνωτο δάκρυ, / που πρασινίζει στα μάτια σου! // Ωραίο και το μαβί συννεφάκι, / που πίνει λυγμούς / και σηκώνει ψηλά την καρδιά μου. // Γι’ αυτό δεν μιλώ, επειδή σε θαυμάζω, / καλύπτω τις πληγές μου με φλούδες λωτού / και εξαγνίζομαι. // Και δεν τρομάζω, / καθώς εγγίζουν και μένα και την εικόνα σου / οι φλόγες της αβάσταχτης μοναξιάς μου».12

Ο ποιητής λοιπόν στην οραματική θέα της «Floramirabilis» αλαφρώνει από τους γόους και απογειώνεται, σιωπά μπροστά στο θαύμα της άφθιτης ομορφιάς, λησμονεί τις πληγές του, εξαγνίζεται, καθαίρεται. Δεν τρομάζει, «ενώπιος ενωπίω», από το υπέρλογο φάσμα του Ειδώλου του, ούτε από την πύρινη νεφέλη που θα καλύψει τη συνωρίδα, γιατί στο θαύμα η βάτος φαίνεται «φλεγομένη» αλλά παραμένει «μη καιομένη». Αναθαρρεί από τα λόγια της Καλής του, που τα φαντάζεται ως υπερκόσμια φωνή μέσα στην έκστασή του, ως «φάτιν». Ιδού η ηχώ της: «Μη φοβάσαι. Σου μιλώ από το επέκεινα, από το υπερπέραν. Η ζωή είναι μια αρχή που βρίσκει το τέλος της και ο θάνατος ένα τέλος που βρίσκει την αρχή του. Η ζωή και ο θάνατος είναι ένας κύκλος, το τέλειο σχήμα. Είναι ο ουροβόρος όφις, που η κεφαλή του βρίσκει την ουρά του για ανανέωση και η ουρά του την κεφαλή του για αθανασία. Είναι η βινιέτα του βιβλίου μας. Μη φοβάσαι». Έτσι, τα «Ελεγεία» του Ηλία Τσιμπλή με μια άλλη βίωση είναι μια θρηνωδία ιερουργία, μια ιερουργία φρυκτωρία.13

Όσον αφορά στην «αυτοσκηνοθεσία», στην «αυτοσκηνογραφία» και στα «δορυφορήματα» της συλλογής, μπορούμε ανεπιφύλακτα να αναγνωρίσουμε ότι όλα τα στοιχεία τους, αρμοί, ειρμοί, δαρμοί, ρυθμοί και σφυγμοί, κανοναρχούνται με εκπληκτική τάξη από τον αναξαγόρειο νου του ποιητή. Στο ποιητικό σύμπαν των «Ελεγείων» αξιοποιούνται ως καθοριστικά σημαίνοντα και σημαινόμενα, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, ο χώρος, ο χρόνος, η φύση, η ζωή, το διάστημα, το χάος. Οι τόποι, τα τοπία, τα βουνά, η θάλασσα, το πέλαγος, ο άνεμος λειτουργούν μαθεκτικά στο λυγρό ή αναγωγικό πνεύμα της ποιητικής γραφής. Ο καιρός, οι καιροί, η αυγή, η μέρα, το φως, το βράδυ, η νύχτα, το σκοτάδι συμπορεύονται λειτουργικά με την προαίρεση του ποιητή. Η ζωή χλωρή ή σποδός, στάχτη-τέφρα ή κονιορτός, μελαγχολία, απελπισία, λυγμοί, δάκρυα, μοναξιά, ερημιά ή θέωση ζωγραφείται ως οδυνηρή πορεία προς τον ιλασμό. Ο ουρανός, ο ήλιος, το φεγγάρι, τα άστρα, η απεραντοσύνη εικονογραφούνται με ασκραία έμπνευση ως όρια και μεθόρια. Τέλος, οι εποχές ντύνονται τα ταιριαστά τους χρώματα και φθέγγονται σαν χρησμωδοί από το χρηστήριό τους. Λείπει από τις εποχές το καλοκαίρι, γιατί αυτό εκφράζεται ως διαρκής γαλήνη με την εξαγνιστική λυτρωτική κατακλείδα της θρηνωδίας.14

Συμπερασματικά, τα «Ελεγεία» του Ηλία Τσιμπλή έχουν ρίζες στον «έλεγο» του τέλους της «Ιλιάδας», στην ελεγειακή ποίηση της αρχαϊκής εποχής, στα αρχαία επιτύμβια επιγράμματα, στους επιτάφιους λόγους, στους θρήνους των αιώνων, στα μοιρολόγια, στην ελεγειακή ποίηση των νεότερων χρόνων (π.χ. στα «Ελεγεία…» του Καρυωτάκη), στη ζωή που την πολεμάει αέναα, αλλά μάταια, ο θάνατος. Γι’ αυτό η σκευή τους είναι ένα θαυμαστό ολοκλήρωμα, είναι παιδεία.15

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Αριστ. Ποιητική (Στ. Δρομάζος ή Σίμ. Μενάρδος-Ι. Συκουτρής), 1451b.
  2. Σελ. 17. Ο τίτλος του ποιήματος «Ημέρες του 2012» θυμίζει Σεφέρη.
  3. Το ποίημα, σελ. 15. Για το γεγονός της Είρας, βλ. Παυσανία, Μεσσηνιακά-Ηλιακά, τόμ. 3ος, IV, 20, 21, Εκδοτική Αθηνών 1979 (Ν. Δ. Παπαχατζής).
  4. Το ποίημα «Το Λάθος», σελ. 25.
  5. Το ποίημα «Ο Δρόμος», σελ. 21.
  6. Τζακ Κέρουακ, Στο Δρόμο (μυθιστόρημα για το ταξίδι στην Αμερική των μπιτ). Το Βήμα Βιβλιοθήκη, 2007, σσ. 450 – Α. Εμπειρίκος, «Ο Δρόμος» (συμβολικής σημασίας κείμενο για την περιπέτεια της εξορίας του ποιητή το 1944 από την ΟΠΛΑ στα Κρώρα), Οκτάνα, σσ. 15-8.
  7. Το ποίημα «Στο Ξέφωτο», σελ. 11. Για τον Δάντη και τον Βιργίλιο βλ. Θεία Κωμωδία, Μτφρ. Ν. Καζατζάκης, σσ. ιζ’, Α’, 1 κ.ε.-Η λέξη «προσώρας» της παραγράφου δικαιολογείται λόγω των δεδομένων. Στην παράγραφο της σημ. 12 το νόημά της ακυρώνεται, γιατί ο ποιητής εξαγνίζεται, ανάγεται στη λύτρωση.
  8. Το ποίημα «Ασαφής Επιστροφή», σελ. 19.
  9. Το ποίημα «Θα γυρίσω», σελ. 27.
  10. Το ποίημα «Προσευχή», σελ. 29 ─ Ο ποιητής παρακαλεί να τον σπλαχνιστούν η αθωότητα της παιδικής ηλικίας, η φύση, οι απαρχές της ζωής, το σύμπαν. Και ο Προμηθέας, τηρουμένων των αναλογιών, αλυσοδεμένος στον Καύκασο, πράττει το ίδιο: Βλ. Αισχ, Πρ. Δ., στ. 88-92 ─ Ο όρος «ίλεως» απαντάται συχνά στη Βίβλο, σε εκκλησιαστικά κείμενα και στην αρχαία ελληνική τραγωδία ─ Στο ενλόγω ποίημα διαπιστώνεται, λόγω του περιεχομένου του, έντονο το θρησκευτικό, τελετουργικό στοιχείο, που συνάδει με το θρυλούμενο ότι, προκειμένου ο άνθρωπος να επιτύχει ό,τι διακαώς επιθυμεί, «συνωμοτεί το σύμπαν».
  11. Διαφωνώ με το νόημα της μετάφρασης του τελευταίου τμήματος του αποσπάσματος του έργου του Μ. Αυρηλίου από τον Γιάννη Αβραμίδη (εκδόσεις Θύραθεν 2008, Θεσσαλονίκη, σελ. 89). Προτείνω σε ελεύθερη απόδοση τη μετάφραση, την καταγεγραμμένη εδώ, στην παρούσα παράγραφο του κειμένου μου ─ Το ποίημα «Θαλερό», σελ. 13.
  12. Το ποίημα «Αφιέρωση», σελ. 23 ─ Η φράση: «Ο Ηλίας Τσιμπλής προσώρας πάσχει και οδυνάται» της παραγράφου της σημ. 7 αμβλύνεται τώρα εδώ στην παράγραφο της παρούσας σημ. 12, καθόσον ο ποιητής εξαγνίζεται, ανάγεται στη λύτρωση: βλ. σημ. 7. Για το θέμα, αν η ποίηση και γενικότερα η τέχνη λυτρώνει, διίστανται οι απόψεις. Βλ. σχετικά Δ. Ρεντίφης, Αποτιμήσεις, εκδ. Πατάκη, 2007, σσ. 317-24. Η Κική Δημουλά πιστεύει ότι η ποίηση προσφέρει παραμυθία και ελπίδα, αλλά η λύτρωση στο έργο της είναι σαν τη φλόγα του κεριού σε ξωκκλήσι ή σαν την παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης: βλ. Δ. Ρεντίφης, Η ποίηση της Κικής Δημουλά, Γραφή των θλίψεων και των αλγηδόνων – Η φαρμακεία τους, Φιλολογική, τεύχ. 124, 2013, σσ. 26-33, ειδ. 29-30.
  13. «Ιερουργία φρυκτωρία»: ένα ιερό μήνυμα μέσα από τη «φλεγομένη και μη καιομένη» επιφάνεια (εμφάνιση) της Μαίρης. Στην αρχαία τραγωδία επιφαίνονταν οι θεοί, για να δώσουν λύση στο αδιέξοδο, για να περαιώσουν τα παθήματα με την κάθαρση [φρυκτωρία ₌ σηματοδότηση με φωτιά ─ φρυκτωρός: φρυκτός (₌δαυλός) + ούρος, το (₌το όρος)₌ ο φρουρός που φρουρούσε σε βουνό και έστελνε σήματα με φωτιά. Η άλωση της Τροίας μεταδόθηκε στις Μυκήνες με φρυκτωρίες από τις κορυφές των βουνών].
  14. Ας προσθέσουμε εδώ ότι στα «δορυφορήματα» του βιβλίου που αποτιμώνται ως «κόσμος», ως φωτεινά συνακόλουθα, συνυπολογίζονται η εκδοτική καλαισθησία, οι κενές, άρτιες λευκές σελίδες, η συγκινητική χορηγία για την έκδοση από τον Ιάσονα, τον γιο του ποιητή, και η όλη εμφάνιση της συλλογής ως διαχρονικής μινιατούρας. Για τα λίγα αβλεπτήματα στη γραφή της εκτύπωσης ας αναζητήσουμε τον ένοχο στον ηλεκτρονικό Τάλω.
  15. Για την ελεγειακή ποίηση της αρχαϊκής εποχής βλ. Αρ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός, τ. 1, Αθήνα 1979, σσ. 312 και Γ. Δάλλας, Αρχαίοι Λυρικοί, Γ’, Ελεγειακοί, Άγρα 2007, σσ. 256. Βλ. και MargaretAlexiou, Ο Τελετουργικός Θρήνος στην Ελληνική Παράδοση, ΜΙΕΤ 2002, σσ. 458.

 

Leave a Reply