ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Αποκριές – Καρναβάλι

0

Αποκριά σημαίνει αποχή από το κρέας.  Για την Ορθόδοξη Εκκλησία και παράδοση Απόκριες είναι οι τρείς εβδομάδες πριν αρχίσει η νηστεία της μεγάλη Σαρακοστής, που προετοιμάζει σωματικά και ψυχικά τους πιστούς για να ζήσουν πνευματικά τα Αγια Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου μας.  Οι αποκριές καθιερώθηκαν από την Εκκλησία γύρω στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα.  Αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου που αρχίζει το Τριώδιο και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου, την προ της Καθαρής Δευτέρας.

Της ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗ-ΤΣΑΓΚΑΡΗ

Ο λαός μας έχει συνδυάσει τις απόκριες με γιορτές χαράς, ξεφαντώματος, κεφιού και γλεντιού, με ήθη και έθιμα που έρχονται από τα βάθη των χιλιετηρίδων, παγανιστικά που μας παραπέμπουν στις προχριστιανικές λατρείες και δοξασίες προς τιμήν του θεού Διονύσου και στις γιορτές και τελετές προς τιμήν της Άνοιξης, της αναγέννησης της φύσης και των θεοτήτων της γονιμότητας.

Καρναβάλι, η λέξη προέρχεται από την Ιταλική λέξη Carna-vale που σημαίνει άρση του κρέατος, αποχή από το κρέας, αποκριά.

Σε πολλούς λαούς και πολιτισμούς το καρναβάλι έχει τις ρίζες του στην προχριστιανική εποχή και γίνονταν για να τιμήσουν τις τότε θεότητες, να γιορτάσουν την αρχή του νέου χρόνου, την Άνοιξη και την αναγέννηση της φύσης. Οι Αρχαίοι Έλληνες τις γιορτές αυτές τις έλεγαν Διονύσια, οι Ρωμαίοι Λουπερκάλια και Σατουρνάλια, οι Εβραίοι Πουρίμ και οι Αιγύπτιοι γιορτές της Ίσιδας. Στις γιορτές αυτές οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, έβαφαν το πρόσωπό τους με μουτζούρα, μπογιές και στα Διονύσια με τρυγία, κατακάθι του κρασιού, έσμιγαν  και λάμβαναν μέρος σε γιορτές χαράς, κεφιού με χορούς και γλέντια.

Όταν εξαπλώθηκε και επικράτησε ο Χριστιανισμός οι λαοί προσπάθησαν να υποκαταστήσουν τα Σατουρνάλια και τα Λουπεκάλια οι Ρωμαίοι, τα Διονύσια οι Έλληνες και κάθε λαός τις δικές του γιορτές, τα δικά τους παγανιστικά ήθη και έθιμα, στη νέα θρησκεία με τις γιορτές της αποκριάς και του καρναβαλιού. Κράτησαν τα έθιμα αυτά γιατί τους άρεσαν και αποτελούσαν νησίδα ανάπαυσης και χαράς στη μουντή καθημερινότητα, στη δύσκολη και κοπιαστική τους ζωή. Στη σημερινή τους μορφή το καρναβάλι διαμορφώθηκε το Μεσαίωνα στην Ιταλία αν και παρόμοιες γιορτές γίνονται σ’ όλες τις χώρες της Μεσογείου.

Τώρα η αποκριά, το καρναβάλι, γιορτάζεται με εκδηλώσεις που συνδέονται με παραδόσεις του κάθε τόπου, μασκαράδες με στολές που βγήκαν μέσα από τα παραμύθια, τους μύθους, τους θρύλους αλλά και από την καθημερινότητα, την επικαιρότητα, με παρελάσεις αρμάτων, μεταμφιεσμένων, μέσα σε σατυρικό και σκωπτικό κλίμα και πνεύμα, με σερπαντίνες, κομφετί και με χορούς συλλόγων και διαφόρων ομοειδών ομάδων.

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΟΥ ΧΡΟΝΩΝ

Ο Γενάρης στα στερνά του, τώρα που γράφω, και στην άκρια του κήπου μου άνθισαν δυο – τρεις αγριομαργαρίτες που γέρνουν τα κεφαλάκια τους στον παγωμένο αέρα. Τους χαμογελώ, τις καλωσορίζω και ευχαριστώ το Θεό που και φέτος με αξίωσε να τις ξαναδώ. Τα ανθάκια  μες στο καταχείμωνο μου φέρνουν το μήνυμα πως από κάπου μακριά ξεκίνησε η Άνοιξη να ζεσταίνει τη γη, να ζεσταίνει ανθρώπους και ζωντανά και στολίσει τη φύση με χρώματα και μοσχοβολιές. Ο νους μου πισωγυρίζει και με σεργιανάει, μέρες που ’ναι, στα παιδικά μου χρόνια, και μου θυμίζει ανθρώπους, σκηνές και βιώματα. Στο κατώφλι ο Φλεβάρης που μας φέρνει εφέτος νωρίς – νωρίς τις απόκριες. Σαν σε ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία περνούν μπροστά στα μάτια μου το χωριό μου, η γειτονιά μου με τους ανθρώπους της τότε που ήμουν παιδί, όλοι τους αγαπητοί. Τότε, εκεί, την πρώτη εβδομάδα των απόκρεων έσφαζαν τα γουρούνια, γουρνοσφαξιές όπως έλεγαν ή χοιροσφάξια.

Οι νοικοκυρές σηκώνονταν πολύ πρωί και έβραζαν σ’ ένα λεβέτι που το είχαν από βραδύς γεμίσει νερό. Ετοίμαζαν το θερμό όπως έλεγαν για να είναι έτοιμο για το καθάρισμα του γουρουνιού. Οι άνδρες, συγγενείς και γείτονες, πήγαιναν από αυλή σε αυλή και έσφαζαν τα γουρούνια. Γέμιζε ο αέρας από τις φωνές (τα σκουξίματα) των χοίρων. Η νοικοκυρά έβαζε στο στόμα του χοίρου ένα λεμόνι για να γίνει το κρέας του νόστιμο, όπως έλεγαν. Καθάριζαν από τις τρίχες το γουρούνι, άνοιγαν την κοιλιά του και έβγαζαν σε ταψιά τα έντερα και τα άλλα εντόσθια. Στη συνέχεια κρέμαγαν το σφάγιο από τα ξύλα της σκεπής (πατερό) για να στραγγίξει από τα υγρά του. Η νοικοκυρά έκοβε και έψηνε στα κάρβουνα ένα μεζέ από το σφαχτό και το πρόσφερε μαζί μ’ ένα ποτήρι κρασί στους άνδρες που έφευγαν να συνεχίσουν το έργο τους σ’ άλλο σπίτι, σ’ άλλη αυλή ευχόμενοι πάντα «και του χρόνου», «χρόνια πολλά», «καλοφάγωτο και στο κιούπι».

Ο αδελφός μου όπως και τα άλλα αγόρια περίμεναν με περισσότερη χαρά το σφάξιμο του γουρουνιού γιατί η φούσκα του (η ουροδόχος κύστη) ήταν γι’ αυτά ένα παιχνίδι. Τη φούσκωναν, έβαζαν μέσα δυο σπυριά κούκλας (σπόρους αραποσίτι) για να κάνει θόρυβο, την κύλαγαν στη στάχτη για να πάρει την υγρασία από την έξω επιφάνειά της και ξεχύνονταν στους δρόμους και τις αλάνες να παίξουν μπάλα.

Οι νοικοκυρές πήγαιναν στο αυλάκι στο τρεχούμενο νερό, (τότε δεν υπήρχε νερό στα σπίτια του χωριού μου), και έπλεναν τα έντερα που άλλα, τα λεπτά, τα γέμιζαν λουκάνικα και τα χοντρά τα έκαναν οματιές γεμίζοντάς τα με χοντροκομμένο σιτάρι, κομμάτια από το πνευμόνι του χοίρου, καυκαλίδες και λέρχουδες (αρωματικά αγριόχορτα) όταν ψήνονταν οι οματιές στο φούρνο μοσχοβόλαγε ο τόπος και ήσαν νόστιμες λιχουδιές.

Την επομένη του σφαξίματος των ζώων έκοβαν το σφάγιο σε μεγάλα κομμάτια, αλάτιζαν το κρέας με χοντρό αλάτι και τα τοποθετούσαν σε μεγάλα καλάθια (κόφες) για να το πιάσει το αλάτι να σιτέψει και να στραγγίξουν τα υγρά του. Το άφηναν εκεί μια εβδομάδα.

Τη δεύτερη εβδομάδα της αποκριάς, την Πέμπτη οι νοικοκυρές σηκώνονταν πολύ πρωί «μπονώρα», όπως έλεγαν και ξέβγαζαν το κρέας με κρύο νερό για να φύγει το αλάτι που πιθανόν να μην είχε λιώσει και τα υγρά του και το έριχναν στο φρεσκογανωμένο λεβέτι δίπλα που έβραζε το νερό. Μέσα είχαν βάλει πορτοκαλόφλουδες και  μπαχαρικά για να αρωματίσουν το κρέας. Άφηναν το κρέας να βράσει καλά και στη συνέχεια το έβγαζαν σ’ ένα ξύλινο σκαφίδι για να στραγγίσει. Έβραζαν στο ίδιο νερό και τα λουκάνικα. Αφού στράγγιζε το κρέας έβαζαν σ’ ένα μεγάλο ταψί ή σ’ ένα άλλο λεβέτι, λάδι και αφού έκαιγε πέρναγαν από εκεί σιγά – σιγά όλο το κρέας για να πάρει χρώμα, να ροδίσει. Η μυρωδιά του κρέατος, το άρωμα της πορτοκαλόφλουδας και των μπαχαρικών, η τσίκνα, ξεχυνόταν στον αγέρα και μοσχοβόλαγε ο τόπος, γι’ αυτό την Πέμπτη αυτή τη λέγανε, κι έτσι έμεινε να τη λένε, Τσικνοπέμπτη. Την Τσικνοπέμπτη «έλιωναν» τα παστά, όπως έλεγαν. Όποιον πέρναγε από εκεί, η νοικοκυρά τον φίλευαν μεζέ και ένα ποτήρι κρασί κι αυτός ευχόταν «καλοφάγωτο», «χρόνια πολλά», «και του χρόνου». Όταν το κρέας το παστό κρύωνε, το τοποθετούσαν σε πιθάρια, τα κιούπια, (μεγάλα πήλινα σκεύη), και το σκέπαζαν με το λίπος που είχε μείνει στο λεβέτι από το βράσιμο του κρέατος και το λάδι που το είχαν τηγανίσει για να μην μείνει ξέσκεπο το κρέας και μουχλιάσει. Σε μια κατσαρόλα έβραζαν τη μπόλια (περιτόναιο) του ζώου χωρίς αλάτι και έβγαζε το λίπος που είχε. Αυτό το λίπος, «το ανάλατο», όπως το έλεγαν το έβαζαν σε μια πινιάτα, (μικρό πήλινο σκεύος) και το είχαν για γιατρικό. Τα κιούπια ετοποθετούντο στην αποθήκη και υπήρχε πάντα έτοιμο νόστιμο κρέας για όλη την χρονιά τότε που δεν είχαν βγει ακόμα ηλεκτρικά ψυγεία.

Στις θύμισές μου αυτές πρωταγωνιστεί πάντα η άγια μορφή της μάνας μου, στυλοβάτης και κολόνα του σπιτιού μας αφού η οικογένειά μας ορφάνεψε εξ απαλών ονύχων από πατέρα και η μάνα μας έμεινε μόνη της στα 29 της χρόνια με τρία παιδιά μικρά που εγώ η μεγαλύτερη ήμουν επτά χρονών.

Την πρώτη και τη δεύτερη εβδομάδα της αποκριάς ήταν ελεύθερη η κατανάλωση κρέατος (κατάλυση). Την Κυριακή μετά την Τσικνοπέμπτη την έλεγαν Κυριακή της Κρεατινής. Η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το τραπέζι και όλοι γεύονταν φαγητά με βάση κυρίως το κρέας. Πολλές φορές, μαζεύονταν πολλές συγγενικές οικογένειες όλοι μαζί  να αποκρέψουν, πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο, αλλά κυρίως εκεί που ήσαν ο παππούς και η γιαγιά, οι γενάρχες της οικογένειας. Ήταν για όλους γιορτή χαράς αυτό το αντάμωμα. Στο χωριό μου  η νοικοκυρά τράβαγε στο παραγώνι τη στάχτη με τη μασιά σε λίγη απόσταση από την φωτιά, μπροστά, και τοποθετούσε εκεί τόσα αυγά όσα ήσαν τα μέλη της οικογένειας και τα ονομάτιζε. Από καιρό σε καιρό τα γύριζε, έτσι ώστε η φωτιά «να τα δει» και να τα ψήσει ομοιόμορφα απ’ όλες τις μεριές. Αν κάποιου το αυγό έσπαζε στο ψήσιμο, σπάνια γινόταν, το θεωρούσαν κακοσημαδιά. Ώσπου να φάνε τα κρεατικά ψήνονταν και τα αυγά και έπαιρνε καθ’ ένας το δικό του.

Η πεθερά μου και ο άνδρας μου, στα άγια οι ψυχούλες τους, μου έλεγαν πως όταν τέλειωνε το αποκριάτικο τραπέζι και πριν σηκωθούν, έπιαναν το τραπέζι όπως ήταν, το σήκωναν ελαφρώς από το πάτωμα και ο πατέρας έλεγε: «φάγατε»; «φάγαμε» απαντούσαν όλοι, «χορτάσατε;», «χορτάσαμε» απαντούσαν όλοι, «Πάντα χορτασμένοι να ’μαστε», «χρόνια πολλά», «και του χρόνου» έλεγαν όλοι. Ακούμπαγαν το τραπέζι κάτω, έκαναν το σταυρό τους σηκώνονταν και έπιαναν όλοι χαρούμενοι θέση κοντά στο τζάκι που έκαιγε τα χοντρά κούτσουρα και ήταν ευλογιά θεού και χαρά τότε που κάτω από την ίδια στέγη συνυπήρχαν και ζούσαν αρμονικά τρεις γενεές. Στο συγκεκριμένο σπίτι ζούσα αγαπημένα εννέα άτομα.  Ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μητέρα και τα πέντε παιδιά τους.  Έτσι ήταν τότε και το σκαμνί του παππού και της γιαγιάς ήταν δίπλα στο μπεσίκι των παιδιών που μεγάλωναν με τα όμορφα, πρόσχαρα και διδακτικά παραμύθια, τους λαϊκούς μύθους και θρύλους των γιαγιάδων και των παππούδων. Ενώ τώρα;  Τα παιδιά μεγαλώνουν τώρα με τις τρομακτικές γεμάτες βία ιστορίες της τηλεόρασης και του διαδικτύου έτσι που σιγά -σιγά συνηθίζουν στη βία και στο έγκλημα και απαξιώνουν αξίες και ήθη που κρατούν όρθια τη ζωή και την κοινωνία.  Μετά ξαφνιαζόμαστε και απορούμε όλοι που οι βάρβαροι δεν έρχονται μόνο απ’ έξω αλλά και από τα παιδικά δωμάτια.

Να με συμπαθούν οι αναγνώστες που ξεστράτισα, ας είναι. Συνεχίζω επί του θέματος για τις Απόκριες ο λόγος.

Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς την έλεγαν Κυριακή της Τυροφάγου. Όλη αυτή την εβδομάδα (την προ) καταναλώνουν τυρί, τυρόπιτες, μυζήθρα, γάλα και γιαούρτι. Την Κυριακή της Τυροφάγου όλη η οικογένεια μαζευόταν όπως και την Κυριακή της Κρεατινής και έτρωγαν μόνο τροφές, φαγητά με βάση το γάλα και το τυρί.

Η μάνα μου, λιβάνι στο χώμα της, ετοίμαζε το ζυμάρι και έφτιαχνε πάνω στο πλαστήρι, χειροποίητα μακαρόνια με σταρένιο αλεύρι. Τα έβραζε στον μπακιρένιο τέτζερη που ήταν πάνω στη φωτιά στο παραγώνι, τα στράγγιζε και τα σέρβιρε στα πιάτα, στρώμα – στρώμα, μακαρόνια μυζήθρα μέχρι να γεμίσουν ως επάνω. Αφού γέμιζε τα πιάτα έβαζε στη φωτιά το τηγάνι και έριχνε μέσα λίπος ανάλατο και βούτυρο από τα σπιτικά μας ζώα, δυο κατσίκες και δυο προβατίνες, που πάντα είχαμε. Αφού έκαιγε το βούτυρο και το λίπος στο τηγάνι, περιέχυνε, «έκαιγε», τα μακαρόνια και μοσχοβόλαγαν. Ακόμα έχω στις αισθήσεις μου το άρωμα και τη γλύκα από τα «αρτυμένα», «φτιαχτά» μακαρόνια που έφτιαχναν τα άγια χέρια της μάνας μου.

Το τραπέζι της Κυριακής της Τυρινής εκτός από τα μακαρόνια, το τυρί, περιείχε ανάλατη φρέσκια μυζήθρα, φρέσκο ανάλατο τυρί και γιαούρτι, πλούσιο πάντα και χορταστικό. Κατά το έθιμο οι ανύπαντρες κοπέλες έπαιρναν κρυφά πάντα, ένα μακαρόνι και το τοποθετούσαν κάτω από το προσκέφαλό τους για να ονειρευτούν, να δουν στον ύπνο τους ποιον θα παντρευτούν.

Τελείωναν εκείνη τη νύχτα οι αποκριές. Την επόμενη μέρα  την Καθαροδευτέρα άρχιζε η Μεγάλη Σαρακοστή με νηστεία, για σωματική αποτοξίνωση και πνευματικό εξαγνισμό, ώστε οι πιστοί έτοιμοι να βιώσουν την εβδομάδα των παθών του Κυρίου και το θαύμα των θαυμάτων της εκ νεκρών Ανάστασή Του.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Leave a Reply