ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Απόκριες – Καρναβάλι: Σατυρικά Τραγούδια (μέρος 3ο)

0

Οι Αρχαίοι Έλληνες λατρεύουν το πνεύμα και την ύλη.  Ο Απόλλωνας και το Απολλώνιο φως συμβόλιζε γι’ αυτούς το πνεύμα και ο Διόνυσος και ο Διονυσιακός αμοραλισμό την ύλη.

Της ΓΑΡΥΦΑΛΙΑΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗ – ΤΣΑΓΚΑΡΗ

Οι νεοέλληνες λατρεύουν το φως, το πνεύμα και αλλάζοντας θρησκεία αντικατέστησαν τον Απόλλωνα τον ήλιο, με τον Ιησού Χριστό «τον Ήλιο της Δικαιοσύνης» και οι νεοέλληνες ποιητές γράφουν για το φως, τον ήλιο, «το φως το της γνώσεως».

Αγαπούν και την ύλη, το καλό φαγητό, το κρασί και το γλέντι, γράφουν στίχους σατυρικούς και σκωπτικούς.  Ο λαός επίσης σκαρώνει σατυρικά και σκωπτικά τραγούδια με ελευθεριάζοντα πολλές φορές στίχο που τα τραγουδάει και τα χορεύει στις αποκριές, στο καρναβάλι που είναι τα κατάλοιπα της Διονυσιακής λατρείας.

Τα τραγούδια που ακολουθούν τα τραγουδούσαν στα χωριά του τόπου μου, στα Σουλιμοχώρια, αλλά και σ’ άλλα χωριά της Τριφυλίας και αλλού. Συνάδουν με το κλίμα και το πνεύμα της αποκριάς, του καρναβαλιού.

 

Της αποκριάς

 
Επέθανε ο λουκάνικος
ψυχομαχάει κι ο τύρος
και η βρούβα, η παλιόβρουβα
στην πόρτα απέξω στέκει.

Σήμερα βγήκα να χαρώ

– Σήμερα βγήκα να χαρώ,
ποιον έδειρα; ποιόνε βαρώ;
Τίνος εκακομίλησα;
Τίνος κορίτσι εφίλησα;
Κι όποια αν εφίλησα ας το ειπεί,
δική της θα ’ναι η ντροπή.
Πετάχτει η κόρη του παπά
«με φίλησε ρε μασκαρά!
Με φίλησες ρ’ αγλύκατο
που βγήκα στον περίπατο
με φίλησες εχθές, προχθές,
 που να σε ιδώ στις φυλακές,
με φίλησες και σήμερα,
που να σε ιδώ στα σίδερα».

Όλα ο Μάης τα ’φερε

Όλα ο Μάης τα ’φερε, λουλούδια και τραγούδια,
και μένα βαρυφόρτωσε την άσχημη γυναίκα.
Την άσχημη, την άχαρη την παλιομαραζιάρα.
Της στρώνω πέντε στρώματα κι η στρίγκλα δεν κοιμάται.
 Της μαγειρεύω και δεν τρώει, της τραγουδώ και κλαίει.

Τούτο το δύστυχο καιρό

Τούτο το δύστυχο καιρό
επαντρεύτηκα κι εγώ,
και μου δώσαν μια γυναίκα
που ’τρωγε για πέντε-δέκα.
Πρώτο βράδυ που την πήρα
μου ’φαγε μια προβατίνα
και τη δεύτερη βραδιά
προβατίνα με δυο αρνιά
και το τρίτο-τρίτο βράδυ
μου ’φαγε όλο το κοπάδι.

Τι να κάμω η κακομοίρα

 
Τι να κάμω η κακομοίρα
μ’ έναν άχρηστο που πήρα.
Δεν ηξέρει δε νογάει
τα ματάκια του να βγάλει.
Τα ποδάρια του στη στάχτη
τα τσαρούχια του στο φράχτη,
το ’να βόιδι πάει και ζέχνει,
τ ’άλλο στο παχνί το δένει,
κι η γαϊδούρα με το σπόρο
παίρνει το δικό της δρόμο…

Στο στενό της Μανουσιάς

Στο στενό της Μανουσιάς ροβολάει ένας πασιάς
και φέρνει τις διαταγές, για να παντρευτούν οι γριές.
Κι όσες γριές τ’ ακούσανε, εχοροπηδούσανε.
Τα λανάρια αρπάξανε τις χωρίστρες φτιάξανε.
 Και μια γριά μονοδοντού άντρα γύρευε η πορδού.
Κι άλλη γριά που τ ’άκουσε, λάχανα μαγείρευε,
λάχανα μαγείρευε και ξεροτσιγάριζε
και της ήρθε μια βουλή για να πάει να παντρευτεί,
δίνει μια του τετζεριού κι άλλη μια του καπακιού ,
– Φάτε σκύλοι λαχανά κι εσείς κουτσούλια τα ζουμιά.
Εγώ θα πα να παντρευτώ, τη ζωή μου να χαρώ.
 Κι έκανε κατά το γέρμο και αντάμωσε ένα γέρο.
«Γέρο στεφανώσου με», «Στρίγκλα ξεφορτώσου με».
– Ή το γέρο θ’ αγκαλιάσω ή το φούρνο θα χαλάσω.

Μη μου μιλάτε σήμερα

Μη μου μιλάτε σήμερα γιατί ’μαι  πικραμένη,
γιατί είμαι πικραμένη και βαριά βαλαντωμένη.
Έχασα χθες τον άντρα μου, σήμερα το γαϊδούρι,
κι αντιπροχθές το γουρούνι, ποιόνε να πρωτοκλάψως
 Αντρα, γουρούνι, γάιδαρε, καλέ μου νοικοκύρη,
αν τύχει και δε λυπηθώ, να κάνω και να πάθω.
Να παν να με κρεμάσουνε στου βαγονιού τον πείρο,
να με πετροβολήσουνε μ’ αυγά τηγανισμένα.
Να κρεμαστώ στα λάχανα, να πέσω στα μαρούλια,
να πέσουνε τα δόντια μου,  ’πο μια χλωρή μυζήθρα.

Πού ήσουν γιε μ’ αποσπερού

Πού ήσουν γιε μ’ αποσπερού
πού νυχτοπερπάταγες;
-Ημουνα στην πεθερά
και στη γυναικοσειριά.
-Τι σε τάισε η οβριά,
κείνη η σκύλα η πεθερά;
-Κόκορα με βούτυρο,
πίτα με γαρύφαλλο.
Μου ’στρωσε να κοιμηθώ
πάπλωμα μεταξωτό.
– Τίνος τα λες, τίνος τα λες,
σε τάισε ψωμί κι ελιές…

Δυο κακές γειτόνισσες

Δυο κακές γειτόνισσες κάνουν σαν δαιμόνισσες,
μες στον ήλιο κάθονται και χωρίστρες φτιάχνουνε.
 Στην ταβέρνα διάκανε και κρασί διατάξανε:
-Ταβερνιάρη, ταβερνιάρη, φέρε μας το κατοστάρι.
 Φέρε μας και τη μισή κι έλα κάτσε εδώ κι εσύ,
φέρε μας και την οκά κι έλα κάτσε πιο κοντά.

Μένα με βρήκε ένα κακό

Μένα με βρήκε ένα κακό και μια αδικιά μεγάλη,
μου είπαν πως εφίλησα απάρθενο κορίτσι.
Αν ίσως και το φίλησα τυφλός να πάω στον Αδη
και να μη χεροδέσουνε με δύο τσαπέλες σύκα,
να παν να με κρεμάσουν στου βαγενιού τον πείρο
και να ’ναι ο πείρος ανοιχτός να πίνω και να χύνω.

Στα στενά της Μανουσιάς

Στα στενά της Μανουσιάς
εροβόλα ένας πασιάς
και έφερνε τις διαταγές
για να παντρευτούν οι γριές.
Και μια γριά που τ’ άκουσε
γέλαγε και φώναζε:
– Φέρτε μου και μένα δυο
ένα γέρο κι ένα νιο,
το γέρο για τα γίδια
 και το νιο για τα παιχνίδια.

Στης ακρίβειας τον καιρό

Στης ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ.
Και μου δώσαν μια γυναίκα πούτρωγε για πέντε-δέκα.
Πρώτο βράδυ που την πήρα μού ’φαγε μια προβατίνα.
Και τη δεύτερη βραδιά  μού ’φαγε  πέντε-έξι αρνιά.
Και το τρίτο μας το βράδυ μού ’φαγε κι ένα κριάρι.
Βρε γυναίκα οικονομία τώρα που ’χω δυσκολία.
Αντρα μου θέλω καπέλο, γύρω-γύρω να ’χει βέλο.
Αντρα μου θέλω  γοβάκια, γύρω-γύρω με φιογκάκια.
Αντρα μου θέλω βρακί, γύρω-γύρω με γαζί.
Βρε γυναίκα οικονομία, τώρα που ’χω δυσκολία.
 Δε σου παίρνω εγώ καπέλο, γύρω-γύρω να ’χει βέλο.
Δε σου παίρνω εγώ γοβάκια, γύρω-γύρω με φιογκάκια.
Δε σου παίρνω εγώ βρακί, γύρω-γύρω με γαζί.
Βρε γυναίκα οικονομία, τώρα που ’χω δυσκολία.
Θα μου πάρεις κερατά, για θα πα με τον παπά.
Πάω και παίρνω τη μαγκούρα και τη φέρνω γύρω σβούρα.
Κι από τότε ούτε βέλο, ούτε γόβες, ούτε βράκα με
γαζιά, ούτε πα με τον παπά, γιατί πέφτει μαγκουριά.

 

Διαβάστε εδώ το

1ο μέρος                2ο μέρος

Comments are closed.