ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ο Παναγιώτης Γεωργακόπουλος για τα βιβλία του Αμβρόσιου Καρατζά: Σκιαγράφηση και αποτύπωση της προγονικής ζωής των ορεινών ελληνικών χωριών!

0

Κλείνουμε σήμερα τον κύκλο, όπως ακριβώς άνοιξε στην μεγάλη εκδήλωση παρουσίασης δύο εμβληματικών βιβλίων του Αυλωνίτη Αμβροσίου Καρατζά, στο Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης, 26 Νοεμβρίου 2017. Και η εκδήλωση άνοιξε με την εμπνευσμένη και συγκινητική ομιλία-παρουσίαση, από τον Σιδηροκαστρίτη, υποστράτηγο ε.α. της ΕΛ.ΑΣ. και συγγραφέα Παναγιώτη Γεωργακόπουλο.

Παρουσιάζοντας τον ομιλητή ο συντονιστής της εκδήλωσης εκδότης της «Φ» Θαν. Τσαμούλης ανέφερε για τον ομιλητή:

«Ο Παναγιώτης Γεωργακόπουλος είναι ένας άνθρωπος αφιερωμένος ψυχή τε και σώματι στην ελληνική παράδοση, στις γραφές, την λαογραφία και στην ιστορία. Έχει δώσει με το έργο του, πολλά δείγματα και με τη παρουσία του γενικότερα στα πολιτιστικά και τα πνευματικά πράγματα και  των Μεσσηνίων της Αθήνας  και την παρουσία του στο χωριό. Θα πρέπει να σας πω  ότι έχει μετατρέψει και το σπίτι του σε μια ιστορική βιβλιοθήκη με πάρα πολλά έγγραφα  και αρχεία και αυτό το υλικό αξιοποιείται και είναι ένας ακόμη πόλος έλξης για το Σιδηρόκαστρο, το οποίο πραγματικά  ανθίζει πολιτιστικά».

amvrosios-vivlia

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Ήρθαμε εδώ για να ξεφυλλίσουμε μαζί αγαπητοί μου  το δίδυμο έργο του λογίου Τριφυλίου Αμβροσίου Καρατζά, εμβριθούς οικονομικού επιστήμονος.

Ήρθαμε εδώ να σκάψουμε βαθύρριζα θύμισες παλιές, λησμονημένες ξεθωριασμένες πια από το πέρασμα του χρόνου, να τις αντισηκώσουμε να φυσήξουμε την σκόνη, να τις λαμπικάρουμε,   να τις ξαναζήσουμε.

Ήρθαμε εδώ, αγαπητοί μου, αποκαμωμένοι από τα βάσανα και τα τούραγνα  της σημερινής αποστεωμένης  οικονομικά ζωής, να σταματήσει για λίγο ο ανασασμός της ανηφόρας, να ακούσουμε, να θυμηθούμε, να χαρούμε, να συγκινηθούμε, στέλνοντας τη σκέψη της αλωναριάς το άπλωμα  σε εκείνους τους παλιούς καιρούς.

Η επιλογή του τόπου της σημερινής πνευματικής πανδαισίας είναι του ιδίου του συγγραφέα, αφού εδώ στη πόλη της Ηλιούπολης ανδρώθηκε βιολογικά και πνευματικά, εδώ απάγκιασε, εδώ απόστασε, εδώ συνεχίζει να καρποφορεί. «Γενέθλιε τόπε, γενέτειρά μου πολυαγαπημένη, παντοτινή σκιά  της ζωής μου, αυλή του βίου μου», αναφωνεί μέσα από το ποιητικό του έργο Οδυσσέας Ελύτης.

Αυτή η δύναμη ώθησε φαντάζομαι τον λόγιο Τριφύλιο Αμβρόσιο Καρατζά να γράψει τα δυο του πονήματα, το πρώτο «Με τη μύτη του κασμά», το τσιαλούμι κατά την τοπική έκφραση, σκιαγραφεί και αποτυπώνει την προγονική ζωή των ορεινών Τριφυλίων  και όλων των ορεινών Ελλήνων. Το δεύτερο «Μούτσης ο “πρίγκιπας” του Βαρικού», αναφέρεται στο συγχωριανό του Δημήτρη Βουδούρη τον αδικημένο, τον αδικοχαμένο διανοούμενο.

Τα βιβλία αυτά προλογίζει ο πολυ-αγαπημένος του Τριφύλιος δημοσιογράφος Θανάσης Τσαμούλης, εκδότης και διευθυντής της εγκρίτου μεσσηνιακής εφημερίδας «ΦΩΝΗ», με αποπνοή μεστού λόγου αφού από τον πρόλογό του   μεταλαμβάνει κανείς των χαρή των της λαογραφίας, χρήσιμο για μελλοντικούς ερευνητές. Ο Θανάσης Τσαμούλης άνθρωπος με άριστη πνευματική δομή οργανώνει σε όλη την περιοχή, και όχι μόνο σε αυτή, δια της εφημερίδος, πνευματικές πανδαισίες με αξιοζήλευτο έργο πολιτισμού και γι’ αυτό μεγάλος του πρέπει έπαινος.

Ο Αμβρόσιος στο πρώτο του βιβλίο αφιερώνει με ευλάβεια περισσή στη μνήμη των αοιδίμων γονέων του Αριστείδη και Μυγδαλίας, την εικόνα  των οποίων  τοποθετεί ως προσκυνητάρι στην αρχή του βιβλίου του, αφού ως λόγιος γνωρίζει καλώς την του Αριστοτέλους αποφθεγματική περικοπή «ότι κατά  παναρχαίαν πλην αοίδιμον αρχήν μεμνήμεθα γονέων και διδασκάλων». Πισω-πατώντας ο συγγραφέας της μνήμης τα αλησμόνητα μπογάζια, καταγράφει με περισσή εμβρίθεια, τα περασμένα ως βιωματική καθόλο το διάβα της ζωής του συνύπαρξη, εκείνα που είναι καλιασμένα στην θύμησή του αφτιασίδοτα, άσβεστα,  ατόφια ως επιγραφή αιώνια, γεγλημένη στην πέτρα της θύμησης του.

Ως μυσταγωγός ψυχής γνησίων ξεδιπλώνει στο βιβλίο του με απαστράπτουσα πνευματική γλαφυρότητα με ιδιότυπο επαγγελματικό, επαγωγικό και  τεκμηριωμένο λόγο το πανόραμα του χωριού του, της Αυλώνος. Ενός χωριού που από την πετρόχτιστη φωλιά  του, φτερούγισαν σε όλες τις άκριες του κόσμου, εκατοντάδες παιδιά με ολόφωτη το καθένα ζωή, με ολόισια αχνάρια, θρονιασμένος ο κάθε ένας από αυτούς στο δικό του αγναντερό βάθρο στολισμένο με τιμή, αγάπη, αξιοπρέπεια και προπαντός προσφορά προς την πατρίδα και το έθνος. Ενεργεί στο βιβλίο του ο Αμβρόσιος προσκλητήριο τιμής με τα ζώντα και τεθνεώτα της οικογενείας του εκβλαστήματα, απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων. Καταρτίζει το συναξάρι αυτό της κατά πατρώας και μητρώας γενεάς του, ευλαβείται της επιγείου πορείας απάντων των προγόνων, φωταγωγεί τις  μορφές τους με φως μπόλικο. Όλοι αυτοί, είτε στο μεριδοχάρτι των εκλιπόντων είτε στο κατάστιχο των ζώντων καταγράφονται, με τη μύτη του κασμά ανακάτωναν τα λιγοστά χώματα της Αυλώνας, τα ανακατωμένα με ιδρώτα και αίμα για μια μπουκιά ψωμί.

Κοντοστέκεται ο Αμβρόσιος στην προσωπογραφία του αρχηγού, του πατέρα  Αριστείδη  που έζησε σχεδόν όλο τον περασμένο αιώνα, τον πατέρα που έζησε   μια πολύπλευρη και πολυτάραχη ζωή, αλλά εύγονη και δημιουργική. Πόλεμοι, φτώχεια, θανατικά, χουχουλιτά πόνου, κατοχή, πείνες, αρρώστιες αλλά και χαρές, πανηγύρια, χορούς, γάμους, τραγούδια. Όλα τούτα ανάκατα όπως είναι η έρημη ζωή σε τούτη την άπλα του κόσμου. Προσήλθε στο ποτήριον και μετέλαβε όλα αυτά ο πατέρας,  με γαλήνη ψυχής με καρτερικότητα με γενναιότητα και  μεγαλοψυχία με σωφροσύνη και αξιοπρέπεια με πίστη στο θεό και προπαντός στην ελπίδα.

Γεννημένος όπως είπα στις αρχές του περασμένου αιώνα, έζησε παιδάκι την σκληρότητα της υπαίθρου εκείνου του καιρού. Τα όνειρά του μεγάλα μα τα φτερά μικρά αλλά γερά. Εραστής από μικρός της  θύραθεν παιδείας, πήρε μπάλα  τα σχολειά που ανοιγόκλειναν τότε λόγω των πολέμων, ως η διψώσα έλαφος την πηγή των υδάτων αναζητεί, έτσι κι εκείνος πασχίζει για μάθηση. Πάει  στην Αυλώνα, στο Σιδηρόκαστρο, στην Κυπαρισσία φτάνει στην Ανδρίτσαινα, στάθηκε άτυχος. Οι καιροί πολυτάραχοι.

Δεκαεννιάχρονος ο πατέρας μόλις το 1921 έτρεξε στης έρημης της πατρίδος το κάλεσμα  και βγήκε κι εκείνος μαζί με τα άλλα ελληνόπουλα να κυνηγήσει τον εχθρό, να μείνει ελληνική η ιερά γη της Ιωνίας. Με της λόγχης την κόψη μπροστά, πολέμησε με γενναιότητα. Ακολούθησε τη μαρτυρική πορεία τη μακρά μαρτυρική πορεία του στρατού μας μέσα από την Αλμυράν έρημο. Μάρτυρες αψευδείς οι φωτογραφίες που εικονίζουν τον Αριστείδη  στην Μικρά Ασία με τη στολή του Έλληνα στρατιώτη, την τετιμημένη που ευγνωμόνως ο υιός Αμβρόσιος  αναρτά  στις σελίδες του βιβλίου του. Πράξεις και παραλείψεις των ιθυνόντων  τότε, σκοτεινές δολοπλοκίες ξένων και ντόπιων, δημιούργησαν την ανείπωτη καταστροφή και οι πατρίδες χάθηκαν για πάντα.

Μαρτυρεί ο μοίραρχος  της χωροφυλακής Βοβολίνης, παριστάμενος στην εκτέλεση των έξι στο Γουδί, όπου κατ’ έναντι εκάστου των καταδικασθέντων ετάχθη και ένας στρατιώτης του εκτελεστικού αποσπάσματος, έπεσε πρηνηδόν και έβδομος ένας λοχίας καταγωγής από την Ιωνία και του οποίου οι τρεις αδελφοί είχαν πέσει επί του πεδίου της μάχης. Ζήτησε να πυροβολήσει και εκείνος τους ενόχους για να πάρει πίσω τα χυμένα αίματα των αδερφών του αρνούμενος  παρά τη διαταγή του μοιράρχου  να εγερθεί. Εικόνες φρίκης, εικόνες τραγωδίας.

Τελευταία πράξη  στη γη της Ιωνίας οι σφαγές και η πυρπόληση της Σμύρνης».

(Στο σημείο αυτό η 10χρονη εγγονή του στρατηγού, μαθήτρια της Δ΄ τάξης του Αρσακείου Δήμητρα Γεωργακοπούλου διάβασε απόσπασμα από το ανέκδοτο ημερολόγιο της Σταυρινής συζύγου Παναγιώτη Κωνσταντινίδη το γένος Φωτίου Πανανάκηκαι της Αθηνάς γεννηθείσης το 1906 στη Σμύρνη.  Χρονολογία ημερολογίου 10 Απριλίου 1932, το οποίο απόσπασμα έχει δημοσιευτεί σε προηγούμενο φύλλο της «Φ»).

Και ο Παν. Γεωργακόπουλος συνέχισε:

Αλλά ας συνεχίσουμε. Κατατάσσεται ο Αριστείδης στο νεοσύστατο Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων, αλλά εκείνος δεν κρατιέται στους στενωπούς των κανονισμών και των διαταγών. Σηκώνει φτερό, υψώνεται και υπερακοντίζεται  των τειχών της αστικής ζωής. Η ελευθεριότητα της άπλας του χωριού τον θέλγει και τον κερδίζει. Τα όνειρα τρανά για φυτείες και καλλιέργειες πρωτοποριακές.

Από τις συγκυρίες και τις συνθήκες της εποχής οι προσδοκίες διαψεύσθηκαν όλες. Μήπως όλων μας πολλά από τα οράματα μας επιβεβαιώθηκαν; Έτσι είναι η ζωή έγινε ζευγολάτης ο Αριστείδης. Παντρεύτηκε την εξαιρετική Γιαννούλα Καραχάλιου από τα Πλατάνια και εκείνη σε λίγο πέθανε αφού έθαψε πρώτα το μικρό της Γιαννάκη αφήνοντας πίσω μια θυγατέρα. Τσακισμένος ο Αριστείδης παντρεύτηκε ξανά  τη Μυγδαλία Καραμπεσίνη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά με τελευταίο το συγγραφέα του βιβλίου μας. Πόλεμοι, κατοχή, φτώχεια, γδαρσίματα των καιρών, η φαμελιά μεγάλη, τα στόματα πολλά, τα χώματα λιγοστά, οι ελπίδες μεγάλες. Θυμούμαι ότι ο πρώτο- ξάδελφός μου ο Παναγιώτης αντιπρόεδρος αργότερα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ζήτησε χρήματα για την εγγραφή του στη Νομική. Ο μπάρμπας μου του απάντησε: «ανάθεμα το κοκκινάκι  που έπιασε στο Μεσοβούνι και κατάντησαν τα γεννήματα σαρώματα». Ήταν αρρώστια που κατέστρεψε τον καρπό των σιτηρών. Κραυγή απελπισίας του πατέρα, μαρτυρία πόνου εξομολόγηση  ακριμάτιστη.

Ας είναι, έτσι ο πατέρας με την μύτη του κασμά, με το τσιαλούμι όπως στο παρόν πόνημα του Αμβροσίου επωνυμείται, ξερίζωσε πέτρες, ξάνοιξε λόγγους, έφτιασε μάντρες να καρτερέσει τα χώματα, ξεπέτρησε  ανηφοριές, ίσωσε  πλεύρες άνυδρες για το σπαρτό.

Θα διαβάσω τώρα ένα μικρό απόσπασμα από  το ημερολόγιο ενός 13χρονου παιδιού της εποχής, στο τέλος της δεκαετίας του 50 γραμμένο, ξαμολάει μπόλικο ύγρεμα των ματιών μας:

«Εκείνος ο χειμώνας βαρύς και παράξενος από τον πρωτοβρόχια, φαινόταν πως θάκανε το χειμώνα θεός με τον θεό. Επήρε μισιακό ο μπάρμπας μου ένα παλιοχώραφο στου Ντελιζιά, όλο πεζούλες ήτανε και κατά την ανηφόρα στο λόγγο   όλο  λαχιδάκια με λιγοστό χώμα που ίσια σκέπαζε τις κόντρες. Το αλέτρι με το ζευγάρι σχεδόν μόνο στην κόλαρη πέρναγε, το υπόλοιπο  με τον κασμά τον  μυτερό που έτσι και τον εύρισκε πέτρα στο βάρεμα, πέταγε σπίθες σαν αστροπελέκι. Πήγα και εγώ στου Ντελιζιά με τον μπάρμπα μου και  τη θεία μου μαθητής της δευτέρας τάξης του γυμνασίου  να βοηθήσω.

Μετά το απομεσήμερο ο καιρός χάλασε και ψηλότερα στου Γκόζι σκοτείνιασε, μια σποριά θέλαμε να κιόσουμε. Ο μπάρμπας μου ζόρισε το ζευγάρι  μα άρχισε να ψιχαλίζει. Η  φοραδούλα η πούντα άρχισε να μην τραβάει παρά το κοπάνημα που της έκανε με την ξιάλη. Έλα τράβα την μοναστηριακιά ρε, πρόσταξε ο μπάρμπας μου ενώ το νερό δυνάμωνε. Πήγα να τραβήξω από το καπίστρι αλλά μου πάτησε την γαλότσα και από τον πόνο έβαλα την φωνή. Τρεις αυλακιές μένανε ακόμα, μα κόντευε να σουρουπώσει και η πούντα η φοραδούλα γονάτισε μέσα στην αυλακιά. Την ξεζέξαμε. Τότε ο μπάρμπας χωρίς να χάσει καιρό με τα αμπράζικα χέρια του βούτηξε  τον ζυγό τον  έβαλε  στην πλάτη και  το μουλάρι από την άλλη μεριά του τράβαγε το αλέτρι. Η θεία μου κράταγε  το χερούλι, και  εγώ κοίταγα. Μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα έτσι που τον έβλεπα. Στη δεύτερη αυλακιά  έπιασε τέτοιος ανεμοστρόβιλος που χάλαγε ο κόσμος. Το νερό χτύπαγε τον μπάρμπα μου κατάμουτρα, τον έπνιγε και τον στράβωνε μα τράβαγε τον ζυγό  να με τα στήθια έξω σαν να  έκανε γιουρούσι. Πήγα και εγώ αδύναμο παιδάκι τότε και  έσπρωχνα δίπλα του. Τελειώσαμε. Με βούτηξε στο τέλος της αυλακιάς με φίλησε κάνα δυο φορές και με έσφιξε στα περιτωμένα  από το αλέτρι στήθια του. Να μάθεις γράμματαρε, μου είπε.  Ξεζέξαμε , φύγαμε.

Την Κυριακή πήγα στο ιερό του Αι-Νικόλα. Εκεί είδα μια εικόνα  τον Κύριο να τραβάει για τον Κρανίου τόπο, τον σταυρό του μαρτυρίου, δεν διέφερε σε τίποτα με το   θείο μου στου Ντελιζιά το γέρμα. Έμαθα γράμματα, όπως μου είπε έφυγα, και ούτε ξανάσκαψα. Πέρασαν χρόνια. Κάποτε ένας παπάς στην Αρκαδιά έφτιαχνε καινούργια εκκλησιά  και χρειαζόταν  εικόνες. Πήγα στην μνήμη του μπάρμπα μου και της θειάς μου την εικόνα με το χριστό και το σταυρό στον ώμο  δίχως το Σίμωνα τον Κυρηναίο. Περνώ και βλέπω να λειτουργιέται και να λιβανίζεται στην πρώτη θέση, την ασπάζομαι και  νιώθω τη ζεστασιά της αποσταμένης αγκαλιάς του μακαρίτη του μπάρμπα μου στο τέλος της  αυλακιάς στου Ντελιζιά το πλεύρωμα.»

Εκείνο το παιδάκι  του ημερολογίου  μεγάλωσε και με ρυτιδωμένο πρόσωπο  και πολιούντα κόμη, είμαι εγώ. Ας είναι όμως…

Στο προσκλητήριο της  ζωής ο Αριστείδης  βγήκε παραπονούμενος. Γράφει σε ένα γράμμα προς τον συγχωριανό του αείμνηστο ΓιάννηΠαπαγεωργίου, εκδότη της εφημερίδος «Τριφυλιακό Βήμα»: «Υπήρξα σε όλη μου τη ζωή τίμιος, άτυχος και φτωχός, εργαζόμενος μάλλον εντατικά εντούτοις έμεινα φτωχός, δεν κατάφερα να ξελασκάρω από την κακομοιριά μου χωρίς να είμαι κακομοίρης». Κουβέντες γεμάτες πόνο και παράπονο μαζί. Υπήρξε ο πατέρας Αριστείδης επί πλέον διανοούμενος αφού αρθρογραφούσε με ζηλευτή ευθυκρισία στο τοπικό και όχι μόνο Τύπο της εποχής. Ανεκύρησσετο πάντοτε στο κέντρο της διαλογικής  στο αλώνι του λόγου στην πλατεία του χωριού με μεστό και εύγονο λόγο.

Προσωπογράφησε ο Αμβρόσιος τους γονείς όλων ημών του τελευταίου δηλαδή ημίσεος του περασμένου αιώνα της ελληνικής υπαίθρου, γονείς που έζησαν και βίωσαν όλο το φάσμα των σημαινόντων, από το άροτρον  του Ησιόδου, το ξυλάλετρο  δηλαδή, μέχρι  τις τηλεοπτικές ίνες, κορμιά βασανισμένα πατέρες και μητέρες όλων μας. Έλληνες αλέρωτοι, ξεχασμένοι πια, θύμηση ξεχασμένη πια, θύμηση  ξεθωριασμένη από το πέρασμα του χρόνου.

Ο πατέρας Αριστείδης εθελουσίως εαυτόν εις στην πατρίδα προσήνεγγε και  την οποία ευόρκως υπηρέτησε, τους δημοκρατικούς-κοινοβουλευτικούς θεσμούς με συνέπεια ετίμησε. Την κοινοτική ολότητα του χωριού του εντίμως κατεκόσμισε. Με τη βεβαιότητα της χριστιανικής ελπίδος, κατά βίον αναλώθηκε. Την αξιοπρέπεια και την   ποιότητα καλώς διακόνησε, του λόγου την μεγαλοπρέπεια ευγόνως κατετράνωσε, τους υιούς και θυγατέρας του ως ο αετός  τας νοσιάς αυτού επί των αναπεπταγμένων  πτερύγων ανέλαβε. Διαπέρασε αυτούς ασφαλώς από τις στενωπούς της ζωής. Καμάρωσε γιους επιστήμονες άξιους, και θυγατέρες  μητέρας εντιμότατους. Επομένως ο άξιος υιός Αμβρόσιος ανταποδίδει δια του  βιβλίου του αφιερώματος τα βιοτικά και πνευματικά τροφεία εκκενώνοντας την αστείρευτο αγάπη και τον ακένωτο σεβασμό προς τον πατέρα της ιεράς  σκιάς του οποίου σήμερα ώδε περιιπταμένης.

Ετελεύτησε τον βίον ο Αριστείδης  και ετάφη στα δικά του τα γνώριμα χώματα. Στην ακροτελεύτια αποπνοή της ζωής, δορυφορούσαν την κλίνη δικοί του άνθρωποι,  τα δικά του δημιουργήματα, αν μπορούσε θα αναφωνούσε εκείνο που ο Λατίνος ποιητής  την παρόμοια ώρα αναφώνησε: «Non omnis moriar», δεν πεθαίνω ολόκληρος.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΤΣΗ

Το δεύτερο βιβλίο του Αμβροσίου αναφέρεται στον Αυλωνίτη Δημήτριο Βουδούρη (Μούτση). Η οικογένεια Βουδούρη πολύκλαδη και αρρενοτόκος  εμφανίζεται στην ορεινή Τριφυλία από τα μέσα του δέκατου εβδόμου  αιώνος. Ο οπλαρχηγός  Δημήτριος Βουδούρης προ της επαναστάσεως ήταν «μπουλουκτσής» ηγούμενος  20 έως 30 παλληκαριών, ιδίαν φέρων επαναστατικήν σημαίαν και διέτρεχε την ορεινήν Τριφυλία, Ολυμπία και Γορτυνία. Υπηρέτησε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνος μετά του πρωτότοκου υιού του Κωνσταντίνου  όπου ετιμήθησαν δια του αργυρού αριστείου ανδρείας, όπως αναφέρουν τα σχετικά αρχεία του κράτους. Απεβίωσε το 1864. Οι Βουδουραίοι διετέλεσαν για πολλές θητείες δήμαρχοι του δήμου Αυλώνος, ως αρχοντική δε  ισχυρή οικογένεια είχαν το επώνυμο “Κράντος”, δηλαδή κραταιός, δυνατός, διέμεναν στην θέση “Βαρικό”  για αυτό στον  Δημήτριο Βουδούρη – Μούτση αποδίδεται υπό του συγγραφέως Αμβροσίου ο τίτλος του πρίγκιπα του Βαρικού.

Γεννημένος το 1900 ο Δημήτριος υπήρξε μια σπάνια και ευρηματική προσωπικότητα, εφέυρε και εφήρμοσε πολλές ευρεσιτεχνίες κυρίως  μηχανολογικές και πολλές από αυτές ευδοκίμησαν, έλαβε μέρος και εκείνος  στη Μικρασιατική εκστρατεία, το 58-60 εγκαταστάθη στο χωριό και με μηχανολογικές εφαρμογές ηλεκτροδότησε το χωριό και το υδροδότησε, αφού για τα έργα αυτά σύναψε από συγγενικό του πρόσωπο δάνειο. Έδρεψε επαίνους και δάφνες, γνώρισε την απόλυτο καταξίωση των συγχωριανών του. Αργότερα οι όροι άλλαξαν και η εξόφληση του δανείου ήταν αδύνατο. Εστράφησαν τότε εναντίον του, «ήρθαν ντυμένοι οι  φίλοι μου πολλές φορές οι οχτροί μου», γράφει ο Ελύτης, ένιωσε την ταπείνωση την χλεύη τον αποκλεισμό την απομόνωση ,”ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος”, έλεγαν οι αρχαίοι.

Πήρε τον εαυτόν του και έφυγε, επέβαλε ο ίδιος την αειφυγείαν, ποινή κατά την αρχαιότητα, πήγε στη θαλάσσια περιοχή Καϊάφα της Ολυμπίας και αφού απέκοψε τις ανωκάρπιες  φλέβες του, αυτοκτόνησε ώστε να  αδυνατεί να πλεύσει αυτοκτόνησε δια πνιγμού. Παρά την επιθυμία του εντολή, εγχάρακτη σε ένα πακέτο τσιγάρων να μην ταφεί στο χωριό με μέριμνα του Γιαννάκη προέδρου Βουδούρη, Ευθυμίου και Γεωργίου μετεφέρθη και ετάφη  στην Αυλώνα.

Θυμάμαι τον Μάρτιο του 1963 μαθητής τότε του Γυμνασίου Κυπαρισσίας, ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης μας Παναγιώτης Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι ήταν αδύνατον να διδάξει λόγω του χαμού του φίλου του και με δάκρυα που έτρεχαν ποταμηδόν μας είπε ότι αυτός ήταν διάνοια, ο δε  σχολάρχης της Ιωάννης Καρύδης εκ Καρυταίνης, μαθηματικός, ανέθετε στον Βουδούρη τον καταρτισμό ασκήσεων μαθηματικών. Αντί ελεγείου ο Αμβρόσιος με την μονογραφία του  αυτή ανέδειξε και συναρίθμησε σε ισοστάσιον βάθρον μεταξύ των αξίων και επιφανών συγχωριανών του τον αδικημένο Δημήτριο Βουδούρη, ενώ παράλληλα ανήρτησε την εικόνα της προσωπογραφίας  του στις δικές μας καρδιές.

Αγαπητέ Αμβρόσιε, αγαπητοί φίλοι, τα έργα του Αμβροσίου φελάνε ακόμα περισσότερο σήμερα, στον καιρό της οικονομικής απραξίας, της πνευματικής και εθνικής αποστασίας. Τα αίτια πολλά, μεταξύ των αιτίων και εκείνο που κατέλειπε ο αγνός αγωνιστής του ’21 Ιωάννης Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του: «ήθελαν να ρουφάνε τα εθνικά και έκαναν φατρίας, έλα και εσύ Μακρυγιάννη να δοκιμάσεις τούτο το καλό μου είπαν, να φας και εσύ φατρίας, δεν ήξερα από τέτοια πήρα τους δικούς μου και έφυγα, τους  είπα όμως γυρίζοντας, ξένα πράματα  δικά σας καζάντια.»

Αγαπητέ  Αμβρόσιε, ευχαριστώ για την τιμή που επιδαψίλευσες εις το πρόσωπό μου να ομιλήσω για τα πονήματά σου αυτά. Δεν γνωρίζω εάν τα κατάφερα. Είμαι υπερήφανος όμως που συναριθμούμαι μεταξύ των άλλων των πολλών ο φίλων σου, μαρτυρία άλλωστε μεμαρτυρημένη  για της εγχαράκτου ιδιογράφου δωρητηρίου γραφής του βιβλίου σου. Διαβεβαιώ  ότι εβίωσα κι εγώ ως αγροτόπαιδο όλο το ενστάλλαγμα  αυτό του καλάμου σου, το περιεχόμενο δηλαδή των γραφομένων σου. Έτσι λοιπόν μίλησα μόνο από καρδιάς. Όποιος το αντίθετο ισχυρισθεί   δεν πρέπει να είναι δίκαιος. Σας ευχαριστώ».

Comments are closed.