ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΗΛΙΑ Δ. ΤΣΙΜΠΛΗ: «ΕΛΕΓΕΙΑ» (Ποιήματα) (Εκδόσεις ΔΙΑΤΤΩΝ)

0

«Αμοιρη! το σπιτάκι μας εστοίχιωσε / από την ομορφιά σου τη θλιμnένη˙/ Στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα/ από την ομορφιά σου κάτι μένει…». Μ’ αυτούς τους στίχους ο λυρικός ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, στο Lacrimae Rerum, θρήνησε σαν νυχτοπούλι το χαμό αγαπημένης ύπαρξης.

Γράφει ο ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ηλίας Τσιμπλής δεν ήταν μπορετό να θρηνομαστεύσει τον πόνο του σ’ ένα μόνο ποίημα, αλλά τον ξεδίπλωσε στα ΕΛΕΓΕΙΑ του, μια βραχύλογη συλλογή δέκα ποιημάτων, για ν’ ανάψει τη δακρυροούσα λαμπάδα του στο μανουάλι της πρόωρα φευγάτης Μαίρης του, στο Ναό της Μαρίας της Ανοιξης. Και φαίνεται πως το πράττει αυτό κάθε μέρα από τότε που «οι ημέρες (τού ’δειξαν) «την κυρτή τους ράχη», ξέχωρα όμως «το βράδυ (όταν) το σκοτάδι έρχεται, (και τον αφήνει) «με αδειανά τα χέρια».

Είναι μεγάλος κι αγιάτρευτος ο καημός, όταν χάνεις αγαπημένα σου πρόσωπα, είναι όμως κι αζύγιστος ο πόνος όταν την Αχερουσία την περνάει – και μάλιστα πρόωρα – η σύντροφός, που την επέλεξες να φέρεις στον κόσμο παιδιά και να περάσεις τη ζωή σου, αφήνοντας στην άκρη πατέρα, μάνα, αδέρφια, πατρικό σπίτι.  Ο Ηλίας ομολογ(εί) ότι την ύπαρξη  αυτή την «περίμεν(ε) χρόνια πολλά/ και την «έβλεπ(ε) με το βλέμμα (της) το θαλασσί».  Πώς, λοιπόν, να μην πονέσει. Και πώς να μην θρηνήσει, καθώς ήρθε «ιδιότροπη άνοιξη, με ξηρασία μεγάλη» και τον βύθισε «στο άμουσο τοπίο της μελαγχολίας», που το συνταυτίζει με το «Μεσσηνιακό τοπίο», που ’χε ως δυναμάρι αντίστασης την Είρα, που την «επρόδωσε ο πονηρός δούλος», αυτός ο δούλος, που πρόδωσε και κούρσευσε και τη ζωή της Μαρίας της Ανοιξης.

Διάσπαρτος ο πόνος του Ηλία στα δέκα ποιήματα της μικρής αυτής συλλογής «αντί μνημοσύνου» στο φευγιό της Μαίρης του και μια θρηνωδία μέσα απ’ την οποία αποζητάει τη λύτρωση, αλλά και την επικοινωνία με το επέκεινα.  Έτσι «καλύπτ(ει) τις πληγές (του) με φλούδες λωτού / και εξαγνίζετ(αι).  Και στέκει όρθιος. Σφίγγει την καρδιά του και προσπαθεί να τιθασεύσει τον πόνο του. Παρηγοριέται για το χαμό της καλής του, αφού θέλει να πιστεύει πως είναι «Ωραίοι οι πέρα ουρανοί! / Ωραία τα νερά και οι χλόες…».

Η πίστη και η ελπίδα πως τίποτα δεν χάνεται.  Πως η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος είναι ζωή.  «Θα σε βρω στους γκρεμούς που βασίλεψε /το λευκό παιδικό σου φεγγάρι» θα στείλει μήνυμα στην καλή του.  Πίνει τους λυγμούς του «και σηκώνει ψηλά την καρδιά (του)».  Έτσι βαδίζει από δω κι εμπρός κι έτσι πρέπει να οδεύει για όσα χρόνια του χαρίζει ο Θεός πάνω στη γη.  Μ’ αυτά τα πιστεύω και με αυτές τις σκέψεις θα ομολογήσει: «Και δεν τρομάζω /  καθώς εγγίζουν και μένα και την εικόνα σου / οι φλόγες της αβάσταχτης μοναξιάς μου».

 

Comments are closed.