ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

«Τα Τετράδια» του Γιώργου Δ. Καπερώνη

0

Με «Τα Τετράδια» των προσωπικών αναμνήσεων μιας ανθρώπινης μαρτυρίας, και εντός ενός συγκεκριμένου χωροχρονικού πλαισίου -που ταυτόχρονα λειτουργεί ως τμήμα της συλλογικής μνήμης- τα παιδιά του Γιώρη (Βγενή) Δ. Καπερώνη εξέδωσαν σε βιβλίο τις σημειώσεις του πατέρα τους, με το πέρασμα των είκοσι χρόνων από το «φευγιό» του, εκπληρώνοντας το χρέος της δικής τους υπόσχεσης. Μιας υπόσχεσης, που ομολογείται ευκρινώς, αν και αργοπορημένης, αλλά που ανήκει -σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα- στη μητέρα τους Χρυσαυγή και στη γενέτειρα Αυλώνα. Το χρέος λοιπόν έγινε, κι είναι αυτό προς τους γονείς, αυτό προς τη γενέτειρα, αυτό προς στην πατρίδα, το χρέος το ανθρώπινο «θα λέγαμε» του καθενός.

Έτσι, ήρθε -αρχές Μάρτη- στα χέρια μας, μια ανοιξιάτικη έκπληξη ενός αναγνώσματος, που συμπληρώνει τρόπον τινά και άλλες προγενέστερες. Εννοούμε, αυτές τις ευχάριστες εκπλήξεις των βιβλίων του Αμβροσίου Καρατζά και του Δημητρίου Κολέτσου (Μήτσο-Δάσκαλου), καθώς και με αντίστοιχες παρουσιάσεις τους στο χωριό και στην Αθήνα. Αυτές, ήρθαν τώρα να προστεθούν όλες μαζί σε εκείνες των περασμένων στην ιστορία του χωριού καταγραφών, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου του Γιάννη Παπαγεωργίου και του Γιάννη Γεωργακά.

Στα χαρακτηριστικά των «Τετραδίων», ανήκουν τα τμήματα εκείνα της τοπικής μαρτυρίας αλλοτινών περιόδων -προφανώς συνοδευτικά της προσωπικής πορείας του καιρού του συγγραφέα- που λειτουργούν όμως συνειρμικά για αυτούς που «συνταυτίστηκαν» μαζί τους. Επιπλέον, αποτελώντας ένα μέρος από τις θύμησες της συλλογικής μνήμης, ταυτοποιούνται στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, οριοθετώντας τις ρίζες του, αλλά και την ταυτότητά του. Ένα μέρος του βιβλίου, είναι και τμήμα της ιστορικής κοινωνικής πραγματικότητας, που λειτούργησε διαχρονικά ως συστατικό μέρος του ελληνικού στοιχείου -συνυφασμένο με την προφορική παράδοση και το λαϊκό πολιτισμό.

Στις απλές καταγραφές του Βγενή, οι λαϊκές καθημερινές ιστορίες, «ιστορούν» ανθρώπους του χωριού, μέσα από την περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης, στο χρονικό «γίγνεσθαι» της βιολογικής τους μοίρας. Το σπουδαιότερο –σ’ αυτά τα κείμενα ενός μαθητή του Σχολαρχείου (ενός σχολείου εκπαιδευτικής βαθμίδας αλλοτινής εποχής), όπως είναι ο συγγραφέας- είναι η γλώσσα με τη μορφή της. Η ντοπιολαλιά, οι διάλογοι και το ύφος «δημιουργούν» σκηνές θεατρικών διαλόγων, καθώς τα στοιχεία της αντλούνται από το λαϊκό πολιτισμό μιας αέναης διαχρονικότητας, που ενισχύονται από τις εύθυμες κατά περιστάσεις ιστορίες. Τα τμήματα των τοπικών ιστοριών, περιγράφουν τον πληθυσμό της φτωχής αγροτικής υπαίθρου, αυτής που «συμπύκνωνε» τον κόσμο στα περιορισμένα όρια της γεωγραφικής περιφέρειάς του. Εκεί που έπρεπε ο καθείς να αντιμετωπίσει την ανυπέρβλητη σε δυσκολίες πραγματικότητα, με τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης και τις ατέλειωτες οδοιπορίες, την έλλειψη του φαγητού και την τραχύτητα του εδάφους. Εκεί που η σκληραγωγία θα είναι σύμφυτη με την καθημερινότητα, λειτουργώντας και παιδευτικά για τους νεώτερους και οι οικογενειακοί δεσμοί θα σφυρηλατούνται διαχρονικά σύμφωνα με την καταγραφή της προσωπικής μαρτυρίας. Αυτή τη μονοτονία της καθημερινότητας, μπορεί να έσπαζε το όνειρο, για την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Ένα όνειρο, που μπορεί να τροφοδοτούσε την αλλαγή του πεπρωμένου της τυραννισμένης ζωής του χωριανού που αποφάσιζε να ξενιτευτεί για να δώσει νόημα στη ζωή του, φυσικά όχι πάντα πετυχημένα.

Πέραν των παραπάνω, οι σημειώσεις του Γ. Καπερώνη, αποτελούν και μια επιπροσθέτως μαρτυρία, που εντάσσονται σε αυτό που ονομάζεται «προφορική τοπική ιστορία», αφού περιγράφονται περιστατικά της νεώτερης περιπέτειας του έθνους μας, υπό τη μορφή της προσωπικής αφήγησης. Έτσι θα συναντήσουμε πληροφορίες για το πέρασμα του Κλεμανσώ στην προπολεμική περίοδο, για την εποχή του μετώπου του 1940, για την περίοδο της εθνικής αντίστασης και του εμφυλίου, για τα μεταπολεμικά συμβάντα και για την επτάχρονη δικτατορία. Ακόμα, η αφήγηση «εμφανίζει» μπροστά μας, τα πρόσωπα και τον τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων της προβιομηχανικής κοινωνίας και των ορεινών περιοχών με τα προβλήματά τους, καθώς και τα στενά από την άποψη της κινητικότητας περιθώρια ελιγμών. Συμβάντα ενός χρόνου -που δεν εξαντλούνται βέβαια- και που θα πρέπει να προστεθούν στις μεγαλύτερες ιστορικές σελίδες, βάζοντας ένα μικρό λιθαράκι στα πλαίσια της εθνικής μας αυτογνωσίας.

Στο τέλος το βιβλίο εμπλουτίζεται -στα πλαίσια μιας λαϊκής καταγραφής- από το λεξιλόγιο που «καταδεικνύει» ως ενδεικτικό στοιχείο ακόμα περισσότερο τον πλούτο της προφορικής παράδοσης μιας τοπικής κοινωνίας.

 

Υ.Γ. Όταν πρωτοδούλεψα δάσκαλος στο 1/Θ Δημοτικό Σχολείο των Πλατανιών και άρχιζα να γνωρίζω τους ανθρώπους τους και τα γύρω χωριά ρώτησα και για την Αυλώνα. Δεν την είχα τότε επισκεφτεί ακόμα. Ο κυρ-Βασίλης Αρνόκουρος, γραμματέας τότε του χωριού των Πλατανιών, μου είπε: «Όταν πας εκεί θα καταλάβεις τη διαφορά, είναι άλλοι άνθρωποι, διαφορετικοί απ΄ όλους μας, «έξω καρδιά», μπορείς να λες ό,τι θες, δεν παρεξηγούνται για τα πολιτικά ούτε για τα κοινωνικά, είναι ανοικτοί σε όλους, έχουν αυτήν την αίσθηση του κοινού περισσότερο ανεπτυγμένη απ΄ όλους τους άλλους, τηρούν τα έθιμα στο ακέραιο, τέλος πάντων κάτι άλλο έχουνθα το δεις ». Ο κυρ-Βασίλης έφυγε την περσινή χρονιά από κοντά μας, αλλά οι λόγοι του επαληθεύτηκαν, όχι επειδή το διαπίστωσα μόνο εγώ όταν αργότερα «θήτευσα στο χωριό, αλλά το ίδιο διαπίστωσαν κι άλλοι πριν, αλλά και μετά από εμένα. Μου το ανέφεραν όταν ήρθαν σε επαφή μαζί μου. Τότε γνώρισα και την οικογένεια του Γιώργη Καπερώνη, αλλά και πολλούς άλλους που έχουν φύγει απ΄ τη ζωή και έχω την ίδια γνώμη «αυτού του διαφορετικού» έως τα σήμερα, διατηρώντας στο μυαλό μου τις σκέψεις, αλλά και τη μορφή του τελευταίου και πολύ άξιου οικογενειάρχη πλατανίτη γραμματέα.

 

Αριστείδης (Τέλης) Γκιουλής
  Κυπαρισσία

 

Comments are closed.