ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Διήγημα: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

0

 Τούτο το ζεστό και άρρωστο καλοκαίρι που μας ήρθε φέτος έτσι που ήταν άχρωμο και αγέλαστο, έβγαλε αληθινές τις προφητείες του Καζαμία, που ‘γραφε: «Ο καιρός καλοκαιρινός με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας και ο Θεός να βάλει το χέρι του για τα παραπέρα. Και να σκεφτείτε πως είμαστε ακόμη στο θεριστή με το φωτεινό δίσκο στην αγκαλιά του Καρκίνου. Έτσι σαν θα φτάσει στην αγκαλιά του Ιουλιανού Λέοντα που ‘ναι και πιο καυτή, φανταστείτε τι έχει να γίνει!».

 Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

 Τούτο λοιπόν το καυτό καλοκαίρι που «Ο Αϊ – Λιας του θα παράκοβε σταφύλια και η Αγία Μαρίνα του σύκα» του ‘ρθαν άνω κάτω του Παντελή.

 Αν και καιρό τώρα είχε πιει το ζουμί του λησμονοβότανου και είχε σταματήσει να μαζεύει καβούρια και να τα πουλάει για να βγάλει τον άρτο τον επιούσιο, φέτος όμως τα ξαναθυμήθηκε όταν το ιχθυοπωλείο που δούλευε ιδιωτικοποιήθηκε κατά το πενήντα ένα τοις εκατό και απολύθηκε βάσει του προγράμματος «εξυγίανσης της επιχείρησης».

 Στεγνός από δραχμές, το αποφάσισε τούτο το καλοκαίρι να πλατσουρίσει στο ποτάμι και να αριέψει τα καβούρια που ΄χαν πληθύνει με τις πολλές γέννες. Έτσι όσες φορές γέμιζε το σακί του κατέβαινε στην πολιτεία και τα πουλούσε στο Μακαλέτσο, ένα κτήνος και παλιάνθρωπο. Η περιοχή τον έτρεμε, τραβούσε όπλο με το παραμικρό και δε δίσταζε  « να κλέβει και της Παναγίας τα μάτια».

 Έπιανε το μαγέρικο του Λεωνή και σαν μυριζόταν εμπόρευμα να περνάει απέξω, σηκωνόταν κι άρχιζε τα παζάρια. Οι πεινασμένοι λυγούσαν στις απαιτήσεις του και τα πουλούσαν όσο κι όσο. Ύστερα έπιανε το τραπέζι, άδειαζε τα καρτούτσα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο και το ‘ριχνε στο τραγούδι : «Για μια Ελλάδα μ’ όποια δόξα της αξίζει. Μια νέα Ελλάδα που τα φώτα θα σκορπίζει. Όλοι μαζί πάμε για ένα ιδανικόν. Να γίνει η Ελλάς « ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ».

 Ήρθε και ο Παντελής με τα καβούρια, κοντοζύγωσε τον έμπορα και του ψιθύρισε σκιαχτά στ’ αυτί: «Φρέσκα, σημερινά, μυρίζουν ποταμοβότανο και οι πνοές τους ευωδιάζουν ακόμη στη ρεματιά!».

 Έσκυψε το κεφάλι στο σακί ο Μακαλέτσος, τα είδε και με τη μαύρη κηλίδα του κέρδους να μεγαλώνει αδέσποτη στο άγριο μάτι του, τον ρώτησε: «Φτωχό καθαρματάκι πόσο πάει το ένα;» «Ενα πενηνταράκι!» του ‘δειξε με το δάχτυλο ο Παντελής, «πέντε δεκαρούλες, να τυλώσουμε κι εμείς το πεπτικό μας σύστημα που ΄χει γίνει ναυάγιο από την αφαγία».

 Έγειρε σαν ιτιά σπρωγμένη από τον αγέρα ο έμπορας κι έπεσε πάνω στο σακί. «Περίμενε να διαλέξω!» του είπε με μπάσα φωνή κι ευθύς το κλώτσησε, το κύλησε κάτω και το άδειασε. Κι ώσπου να πάρει χαμπάρι τι συνέβη ο Παντελής, τα καβούρια έγιναν μαύρο σύννεφο και χάθηκαν σκορπίζοντας κάτω από τα τραπέζια.

 Απόμεινε χλωμός κι αμίλητος, τον κοίταξε με μάτια αλαλιασμένα, έσφιξε τα δόντια του και χωρίς να ξεστομίσει λόγο, έφυγε σαν κυνηγημένος.

 Στο χωριό ζούσε άνεργος και ταπής μηδέ έχων που την κεφαλή κλίνει. Έπιανε θέση στο οινομαγειρείο «Αρκαδιά» και κατέβαζε κάτω τα ούζα το ένα πίσω απ’ τα’ άλλο με τους πότες, τους περιθωριακούς και τους ανθρώπους της χαμηλής κοινωνικής υποστάθμης. Εκεί συναντούσε και τον Πλάτωνα. Τι εστί Πλάτων; Κήρυξ της αλήθειας των ταπεινών απανταχού της υφηλίου και των πέριξ αυτής κινούμενων άστρων!

 Πολεμιστής του δώδεκα και του είκοσι δύο με το δεξί του πόδι ψεύτικο και δυο βαθιά πηγάδια από σφαίρες στο σβέρκο, έπιανε το λόγο κι όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Πάντα τα ‘χε με το σύστημα και με τους Αρλεκίνους της γης.

-Ε, Σταθείτε! έλεγε. Σας ερωτώ: Είμαστε βίδες του όλου, ναι ή όχι; Απαντώ εγώ. Ναι. Καλώς! Πάμε παρακάτω. Το όλον ποιος το ελέγχει; Εμείς οι μικρές βίδες ή οι μεγάλες βίδες; Και πάλι απαντώ. Οι μεγάλες βίδες! Επομένως ποιος είναι ο ρόλος ημών; Δεν είναι να ροκανάμε το παξιμάδι και να τρώμε το κουκί; Τι μου λέτε τώρα…

-Εσύ παίρνεις σύνταξη! Το ‘χεις γεμάτο το ροϊ σου!

-Μου δίνεις εμένα το γερό πόδι μου και στη χαρίζω τη σύνταξη!

-Να πας να το πάρεις από εκεί που τ’ άφησες!

-Από πού; Απ’ το Σαγγάριο της Μικρασίας; Δεν πας εσύ που ΄χεις δυο πόδια, πώς θα πάω εγώ;

 Τον κερνούσαν κρασί, έβρισκε άσπρο πάτο και περίμενε.

-Πλάτων!

-Παρών! Ακούω!

-Για τον κεραυνοβόλο έρωτα δε θα μας πεις τίποτα;

 Ανέβαινε όρθιος στην καρέκλα και αρχινούσε:

-Κατ’ αρχάς αυτός ο έρωτας, πως τον λέτε, είναι μπαρούφα, δεν υπάρχει. Εγώ δηλαδή δεν τον πιστεύω. Κι αν τον πίστευα και πάλι θα τον μούντζωνα με χέρια και με πόδια.

 Ακούστε ‘δω. Ποιος σιάζει την ιστορία; Ποιος άλλος ο άνθρωπος. Θεωρία, ιστορία, μύθος, παραμύθι είναι και ο… απαυτός, πώς τον είπατε, κεραυνοβόλος έρωτας! Καπνός, αέρας, σκόνη, σύννεφο…φου… φου… φου… και τίποτα άλλο!

 Κι εγώ τον έχω φάει στη μάπα αυτόν τον κεραυνοβόλο έρωτα, που λέτε πως υπάρχει, και ακόμη δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου! Με τέτοιο έρωτα με παντρεύτηκε η αγαπητικιά μου και ορκισμένη σ’ αυτόν χαρακώνοντας το μπράτσο της με το μαχαίρι, μου’ βαλε την κουλούρα! Κι ένα βράδυ γκαστρώθηκε μ’ έναν φαντάρο και έφυγε! Να τι εστί κεραυνοβόλος έρωτας! Τώρα τι μου λέτε εσείς τ’ ακώ βερεσέ εγώ…

 Δρόσιζε τα χείλη του με μισό ποτήρι κρασί και πρόσθετε:

-Ακούστε και το τελευταίο και παύω. Δώστε βάση στα λόγια μου. Η γυναίκα είναι δαίμονας. Αυτό βάλτε το καλά στο μυαλό σας. Δέστε το καλύτερα! Αυτή λοιπόν κανονίζει ποιον θα βάλει στο κρεβάτι της και όχι ο κεραυνοβόλος έρωτας! Δικό της το χωράφι, δικός της και ο ζευγολάτης. Όποιον θέλει εκείνη βάζει μέσα και της το οργώνει! Είναι νόμος σας λέω, νόμος!

 = = =

  Κάποιος από τους ισχυρούς προύχοντες του χωριού που ‘μενε μετεξεταστέος στα συζυγικά του καθήκοντα, τον λυπήθηκε και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Έτσι είπε στον παπά, μετά το τρισάγιο στο κοιμητήριο: « Πρέπει να το βοηθήσουμε το παιδί! Κάπου να το βολέψουμε να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Η ντροπή σκιάζει το χωριό, το κρίμα δε μας αφήνει ήσυχους. Είναι παλικάρι, έχει δύναμη, νεύρο και μπράτσα γερά. Έχει και ψήφο! Το ξεχνάς αυτό αντιπρόσωπε του Θεού; Λίγη δουλίτσα κι ένα πιάτο φαΐ θα πιάσει τόπο! Πολύ τόπο!»

 Στο χωριό ζούσε και ο Γιάννης Πετρόχειλος. Επιχειρηματίας, μπράβος της χούντας, καλοζωισμένος, κυνικός, τέρας, κυνηγός των γυναικών και άντρας ισχυρός που έλυνε κι έδενε. Ξεκίνησε μ’ ένα τσαπί κι ένα καρότσι κι έγινε Κροίσος. Ίσιωνε λάκκους, βούλωνε γράνες, έκλεινε χαντάκια, άνοιγε τάφους όταν ένα χαρτί από το υπουργείο των Εσωτερικών τον διόρισε πρόεδρο! Αμέσως γέμισε «πουλιά του Παπαδόπουλου» τους δρόμους, φακέλωσε τους πατριώτες του, η τζίφρα του φαρδιά πλατιά σε έγγραφα και αναφορές έστελνε στη φυλακή τους «κόκκινους», με το όπλο του συνέτιζε κάθε αντιφρονούν μίασμα που έστηνε οδοφράγματα στο «εθνικό έργο της επαναστατικής κυβέρνησης».

 Με δάνειο αγόρασε φορτηγά, εκσκαφείς, κομπρεσέρ, μπουλντόζες, έγινε κατασκευαστής έργων κι όλες οι χωματουργικές δουλειές περνούσαν από την εταιρεία του. Πλούτισε, γέμισε λεφτά, έκανε προσλήψεις εν μια νυκτί, στην ανεργία έστελνε αριστερούς, στα γραφεία τους δεξιούς, τις ψήφους των νηστικών αιχμαλώτιζε με τρίμηνες συμβάσεις στην καθαριότητα και στην αποχέτευση.

 Σ’ αυτό λοιπόν το χουντικό κάθαρμα ήρθε ο αναμάρτητος ιερέας να βρει δουλειά του Παντελή. «Δουλεύει το κομπρεσέρ καλά, ξέρει και το κουμαντάρει» είπε στον Πετρόχειλο, «πάρ’ τον να χορτάσει ψωμί να δώσει και μια μπουκιά στη μάνα του και την αρραβωνιαστικιά».

 Έγνεψε «ναι» σφίγγοντας τα χείλη του ο εργολάβος, χαμογέλασε σαρκαστικά και χώρισαν. Το πρωί ο Παντελής έπιασε δουλειά. Προσλήφθηκε με σύμβαση αόριστου χρόνου κι έσπαζε βράχους οχτώ ώρες την ημέρα με ένα τέταρτο διάλειμμα το μεσημέρι για κολατσιό.

 Η κοπέλα του η Μαριάνθη χάρηκε πολύ σαν το πουλάκι της μήνυσε πως ο δικός της έπιασε δουλειά. Αποφάσισε να του ανοίγει περισσότερες φορές τον κόρφο της και να του χαρίζει πιο απλόχερα τα κάλλη της. Η αγάπη της δυνάμωσε, στα όνειρά της έμπαινε συνεχώς και τραγουδούσε στο παράθυρο περιμένοντας να τον δει όταν σκόλαγε από τη δουλειά: «Διώξε τα σύννεφα απ’ την καρδιά σου και με το κλάμα μη ξαγρυπνάς τι κι αν δε βρίσκεται στην αγκαλιά σου, θα ‘ρθει μια μέρα μην το ξεχνάς».

 Την έβλεπε η μάνα της να τον χαιρετά, της έβαζε τις φωνές, της έλεγε έχοντας στο μυαλό της κρυμμένο το είδωλο του ανιψιού Πετρόχειλου: «Εμπα μέσα μωρή πεινασμένη και πάρε τα μάτια σου από πάνω του, γιατί έχει βουίξει η γειτονιά με το ειδύλλιό σας κι ένας Θεός ξέρει τι σας σούρνουν. Τι ζηλεύεις από δαύτον; Ξέχασες πως είναι γεμάτος λάδια και γράσα και σου φέρνει αναγούλα σαν τον κοιτάς; Ήθελα να ‘ξερα τι του βρίσκεις και σου πέφτουν τα σάλια! Εσύ λιώνεις βλέποντάς τον κι εγώ απορώ και εξίσταμαι, γιατί σου συμβαίνει! Χάθηκαν οι γραφιάδες και οι μορφωμένοι; Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει! Αλλά και οι πλούσιοι! Μ’ αυτούς θα ‘χεις χρήμα ως τον τάφο…

 Πειραγμένη η Μαριάνθη, την περιφρονούσε κι έμπαινε μέσα. Εκείνη ωστόσο συνέχιζε τη μουρμούρα της.

 = = =

 Και ο ανιψιός του Πετρόχειλου που δεν κρατιόταν και την έβλεπε σαν νόστιμο και ζουμερό φρούτο και το ήξερε η μάνα της Μαριάνθης, δεν άργησε να στείλει προξενητή. Έστειλε το θείο μετά το σκόλασμα της εκκλησιάς στο σπίτι και τη ζήτησε εν απουσία της. «Το κορίτσι θα κάνει ό,τι του πω εγώ!» διαβεβαίωσε με το λόγο της τιμής της το Γιάννη Πετρόχειλο η μάνα και ορίσανε και το γάμο! Πιεσμένη πια η Μαριάνθη είπε το «ναι» και ανήμερα τ’ Αϊ-Λιος, αφού ο γαμπρός είχε τ΄ όνομα του Προφήτη όφειλαν κατά το ιερό κείμενο να εφαρμόσουν το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν».

 = = =

 Την ημέρα του γάμου ο Παντελής δούλευε και δεν πήγε στο μυστήριο. Έπιασε το κομπρεσέρ στα δυο του χέρια και έσπαζε βράχους, χωμένος σ΄ ένα σύννεφο σκόνης. Πριν δύση ο ήλιος, έριξε μια ματιά στο ξωκλήσι του Αϊ-Λια να δει τα τεκταινόμενα. Σαν πήρε το μάτι του τον κόσμο να μπαίνει στην εκκλησία, τη Μαριάνθη στην αγκαλιά του νεαρού Πετρόχειλου, ένιωσε τον εαυτό μου ένα κουρέλι πεταμένο στον απόπατο και δεν άντεξε. Έχασε τον κόσμο από μπροστά του, το κομπρεσέρ του ‘φυγε απ’ τα χέρια και καρφώθηκαν μαζί στα βράχια.

 Η Βάγια η τσιγγάνα, περαστική από εκεί τον είδε πεσμένο να βογκάει. Απ’ το μέτωπό του έρεε ένας πορφυρός πίδακας και στο δεξί του χέρι, ψηλά στο γυμνασμένο μπράτσο μια βαθουλή ουλή αιμορραγούσε ασταμάτητη. Το ‘βαλε στα πόδια και φωνάζοντας: «τρεχάτε χριστιανοί! τρεχάτε χριστιανοί! κακό μεγάλο μας βρήκε!» μπήκε στην εκκλησία Ο παπάς έσερνε τους νεόνυμφους και έψελνε τον «Ησαΐα» όταν σκιαχτά αλλά δυνατά του είπε στ’ αυτί: «Τρυπήθηκε μωρέ ο Παντελής, τον πέταξε το κομπρεσέρ στα βράχια και κολυμπάει στο αίμα! Γλιτώνει δε γλιτώνει! Παρατάτε το γάμο και τρέξτε να τον κουβαλήσετε, σπίτι!».

 Όσοι πήγαν τον βρήκαν να έχει τις αισθήσεις του χαμένες. Όταν τον σήκωσαν, έκανε ένα σπασμό, έβγαλε απ’ το στόμα φλέματα αιματηρά και πέθανε. Του ‘κλεισαν τα μάτια και του σκέπασαν το πρόσωπο γιατί είχε παραμορφωθεί.

 Η τσιγγάνα είπε πως τα τελευταία του λόγια που άκουσε από τα χείλη του όταν τον είδε κάτω, ήταν: «Μαριάνθη σ’ αγαπώ, δε σε μισώ. Εκείνη τη Λερναία Ύδρα μισώ, την αστική τάξη που σε πήρε μέσα από τα χέρια μου! Φεύγω άγουρος! Γεια σου Παντελή».

ellinikoxronografima.blogspot.gr

Comments are closed.