ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ένα αγιοκέρι και λίγα λουλούδια στον Τάσο Αθανασόπουλο

0

Ευτήχησα να τον γνωρίσω το καλοκαίρι του 2016 – τον Αύγουστο -όταν ο Σύλλογος των εν Αθήναις Σουλιμαίων «Το Σουλιμά» στ’ ομώνυμο βουνοχώρι του και το καλοκαιρινό «αντάμωμα» των Σουλιμαίων, αποφάσιζε να μας τιμήσει με τιμητική πλακέτα.

Απ’ το Στάθη Παρασκευόπουλο

Εκείνον, ο λόγος για τον φευγάτο πριν λίγες ημέρες Τάσο Αθανασόπουλο, και την ταπεινότητά μου. Τον αξέχαστο ομογενή του Παναμά για τις πολλές ευεργεσίες του στο χωριό του και σε ομοχώριους ή πατριώτες που είχαν την ανάγκη του κι εμένα για την πνευματική μου υποστήριξη στο Σουλιμά και για τη συνεργασία μου με την εφημερίδα «τα ΝΕΑ των Σουλιμαίων».

Απ’ την πρώτη στιγμή, που τον γνώρισα, σχημάτισα την εντύπωση ότι είχα μπροστά μου έναν ευκολοπλησίαστο, ευγενικό, καλοσυνάτο, δοτικό άνθρωπο κι έναν καλό πατριώτη, που, την καρδιά του τη δονούσε το Σουλιμά και η Ελλάδα.

Ο Τάσος Αθανασόπουλος ήταν ένας λεβέντης ευπατρίδης και αυτό το έδειχνε με χίλιους δύο τρόπους. Με το να μην ξεχνάει το Σουλιμά, με το να έρχεται κάθε χρόνο για προσκύνημα στα ιερά χώματα και πατρώας γης,  με το να δέχεται τους πατριώτες του στον Παναμά (να τους φιλοξενεί και να τους παρέχει κάθε βοήθεια), με το να βοηθεί το χωριό του (με σεβαστά ποσά) αλλά και κάθε ατομική ή συλλογική προσπάθεια. Ας μου επιτραπεί εδώ το άνοιγμα μιας παρένθεσης. Κατ’ επανάληψη τηλεφώνησε στο φίλο Λεωνίδα Θεοχάρη και στην αφεντιά μου να πάμε στον Παναμά με τα έξοδα ταξιδιού και παραμονής πληρωμένα από εκείνον. Και στην αρχή του χρόνου – εκτιμώντας την πνευματική μου προσφορά – μου έστειλε με τον Πρόεδρο του Συλλόγου Δημήτρη Αλαγιάννη ένα φάκελο με 2.000 ευρώ για να βοηθήσει τον πνευματικό μου αγώνα. Τον ευχαρίστησα τηλεφωνικώς και με την αποστολή βιβλίου κι επιστολής μου πως το ποσό θα διατεθεί για την έκδοση ενός βιβλίου, που ίσως υπερκαλύψει το ποσόν. Θα είναι αφιερωμένο πια στη μνήμη του. Ελπίζω αυτό να γίνει ως το τέλος του χρόνου ή στις αρχές του επομένου έτους. Κλείνει η παρένθεση.

Ο Τάσος Αθανασόπουλος έφυγε στον Παναμά για την Άνω Ιερουσαλήμ, καθώς ο Απρίλης είχε ξεκοκκίσει τις πιο πολλές χάντρες του. Σε ημέρα, που η φύση στη γενέθλια Βηθλεέμ του πνιγόταν στις μυρωδιές των αρωμάτων των λουλουδιών της ροδόχρωμης κουτσουπιάς και των χρυσοκέντητων σφαλαχτριών, αλλά, και των άλλων ποικιλόχρωμων λουλουδιών της χλωρίδας του χωριού του.

Ανέβηκε τη σκάλα τ’ ουρανού  σε στιγμή, που «η φύση είχε βρει την καλή και τη γλυκιά της ώρα» κατά το Σολωμικό στίχο.

Πλήρης όμως ημερών! Στα ενενήντα του! Και μ’ εκπληρωμένα όλα του τα όνειρα, όπως δείχνει η ιχνηλασία στην αλυσίδα των δέκα κρίκων (δεκαετιών) της πολυκύμαντης βιοτής του. Γεννημένος στη ράχη του Σκέφερη στο Σουλιμά πριν από ενενήντα χρόνια από γονείς ξωμάχους έζησε τα νεανικά και τα εφηβικά του χρόνια στη φτώχεια και στις στερήσεις, όπως όλα τα παιδιά της γενιάς του, στα χρόνια του μεσοπολέμου και υστερότερα.  Για να ξεφύγεις τότε απ’ τη μίζερη ζωή του χωριού, που «τα πάθια και οι καημοί των γονιών σου τελειωμό δεν είχαν» μια λύση ήταν και η κατάταξη στη Χωροφυλακή. Και ο Τάσος κατετάγη σ’ αυτή το 1949 σε μια δύσκολη εποχή (τέλειωνε ο αδελφοκτόνος σπαραγμός). Όμως δεν ήταν γεννημένος γι’ αυτό, για κάτι που στένευε τον ορίζοντά του και τον έπνιγε».  Και το 1955 απεφάσισε να πάρει το δρόμο της αποδημίας. Για τον Παναμά που χωρίζει την Αμερική σε Βόρεια και Νότια και με την παράξενη διώρυγά του ενώνει δύο θάλασσες. Ευτύχησε να ενώσει τη ζωή του με τη Σταυρούλα (Κόντου) που σπούδαζε δασκάλα, ακολουθώντας – για την περίπτωση – την προγονική συμβουλή «Παπούτσι απ’ τον τόπο σου κι ας ειν’ και μπαλωμένο». Μόνο που δεν ήταν «μπαλωμένο» γιατί η Σταυρούλα αποδείχθηκε μια καλή σύζυγος και μια στοργική μάνα στη Γεωργία τους (που τους χάρισε με τη σειρά της τρία εγγόνια).

Οι δυο τους δούλεψαν με συνέπεια και εντιμότητα και απέκτησαν βιος, που τους εξασφάλιζε μια αξιοπρεπή ζωή, αλλά και τους προσπόριζε τόσα που να μπορούν να προσφέρουν. Και πρόσφεραν απλόχερα. Κι αυτό το ήξεραν όλοι. Και τους το αναγνώριζαν. Και το ’δειξαν με την αθρόα συμμετοχή τους, όταν γέμισαν την ευρύχωρη εκκλησία του Δωρίου και τον ευρύστερνο αύλειο χώρο της, για να του απευθύνουν το θερμό χαιρετισμό της χαρμολύπης για το φευγιό του στο αγύριστο ταξίδι στη χώρα της Σιωπής.

Εκ μέρους αυτού του πλήθους των συγγενών και των φίλων του αποχαιρέτισαν ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Τριφυλίας  και Ολυμπίας κ.κ. Χρυσόστομος (που μαζί με έξι ιερείς κι έναν διάκονο έψαλε τη νεκρώσιμη ακολουθία), ο πρέσβης κ. Παναγόπουλος, ο πρόξενος κ. Τάκης, η πρόξενος κ. Λυμπεροπούλου, ο ιερέας που τον συνόδευσε απ’ τον Παναμά, ο συγγενής του Τάσος Τασιγιώργος, ο δικηγόρος κ. Φωτόπουλος, άλλοι φίλοι του και κατασυγκινημένοι ο εγγονός του και η κόρη του. Η σορός του, που ήρθε αεροπορικώς απ’ τον Παναμά, πέρασε απ’ το Σουλιμά και τον Αϊ- Γιώργη (μια απ’ τις επιθυμίες του) πριν καταλήξει στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης του Δωρίου.

Στο κοιμητήρι που οδηγήθηκε ακολουθώντας τον όλοι, για ν’ αναπαυθεί κάτω απ’ τον ίσκιο της βελανιδιάς, αγνάντια στο Σουλιμά και συντροφιά με τους φευγάτους δικούς του έψαλαν όλοι το «Χριστός Ανέστη», ενώ ο γνωστός ερμηνευτής δημοτικών τραγουδιών Λεωνίδας Παπακώστας – με τη συνοδεία κλαρίνου και με τουμπερλέκι – του τραγούδησε δυο τραγούδια- μοιρολόγια (ήταν και αυτό μια ακόμα επιθυμία του).

Μετά την ταφή, η οικογένειά του πρόσφερε στον Αϊ- Γιώργη πλούσιο γεύμα (συχώριο) στους πολυπληθείς συγγενείς και φίλους του εκλιπόντος Τάσου, ενώ ο Λεωνίδας ερμήνευσε άλλα δύο δημοτικά τραγούδια κι ενώ, καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματος ακούγονταν δημοτικά τραγούδια του από μικροφωνική συσκευή.  Όπως ήταν στη ζωή ο Τάσος χαρούμενος, αισιόδοξος και φίλος της παράδοσης, έτσι κι έφυγε. Και πιστεύω να χαιρόταν από κει πάνω βλέποντας την αγαπημένη του οικογένεια να του ικανοποιεί όλες του τις τελευταίες επιθυμίες.

Μπορεί, αγαπημένε φίλε Τάσο, με το Λεωνίδα να μην μπορέσαμε να σου δώσουμε τη χαρά – και να τη γευτούμε κι εμείς – να ’ρθούμε στον Παναμά, κατεβήκαμε όμως απ’ την Αθήνα (αυθημερόν), για ν’ ανάψουμε το αγιοκέρι μας και να ενώσουμε όλους τους άλλους την ευχή για «καλό ταξίδι» και για «ελαφρό το χώμα που σε σκέπασε».

Ο Παναμάς έχασε τον επίτιμο Πρόξενό του, η Ελλάδα τον ελληναρά της και ο τόπος μας τον καλό πατριώτη.  Ο τόπος μας, που με την απουσία του, φτωχαίνει αληθινά. Να ’σαι αναπαυμένος, ακριβέ μου φίλε. Μαζί με τη δέησή μου για την αιώνια ανάπαυσή σου «στη χούφτα του Θεού» – όπως θα ’λεγε η Αλεξάνδρα μας – δέομαι και για την εξ ύψους παρηγορία της ερίτιμης συζύγου σου, της ευγενέστατης κόρης και των αγαπητών εγγονών σου.

Comments are closed.