ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Τ’ ΑΦΑΝΕΡΩΤΑ (κι όλα γύρω σου είναι φως)

0

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Εύας Σταματοπούλου που εκδόθηκε το 2017. Η ποιήτρια την έχει αφιερώσει στον αδόκητα χαμένο πατέρα της, τον προσφιλή καθηγητή Ανδρέα Σταματόπουλο, μια κι εκείνος δεν πρόλαβε να τη δει δημοσιευμένη – υποδήλωση για τη διατήρηση της μνήμης και της ανάμνησής του.

Της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΠΑΥΛΑΚΟΥ*

Ο πρόλογος της συλλογής με τίτλο «Φως ήταν…» – γραμμένος από το 2007 – είναι μια selfie, μια αυτοφωτογράφιση του ψυχικού κόσμου της ποιήτριάς μας με κάδρο το οικογενειακό περιβάλλον. Ένας υπόκωφος και κρυφός πόνος διαχέεται σ’ όλο αυτό το κείμενο που στάζει ταυτόχρονα την μελένια αγάπη και το νοιάξιμο των αγαπημένων της για εκείνη. Η Εύα ζει και σκιαγραφεί με εντελώς λιτό λόγο θραύσματα από τη ζωή της που τη φωτίζουν οι αγαπημένοι ζωντανοί και οι αγαπημένοι νεκροί. «Φως στη ζωή μου είστε και με φωτίζετε» μας λέει, προκαλώντας έναν ισχυρό παραλληλισμό με τους στίχους: «Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε· / κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό». Είναι οι γνώριμες φωνές από το ομώνυμο ποίημα του Κ.Π. Καβάφη.

Η Εύα, όμως, δεν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει την ποιητική της φωνή για να μείνει στο ίδιο σκοτεινό δωμάτιο, εντός των τειχών, όμοια με τον μεγάλο Αλεξανδρινό. Επιθυμεί να μιλήσει με τον στίχο της, να παρηγορηθεί, να ιαθεί, όπως λέει και το μανιάτικο λιανοτράγουδο που έβαλε ως πρώτη προμετωπίδα της συλλογής της: «Και τα τραγούδια λόγια είναι και μας παρηγορούνε / Σαν τις ψυχές που καρτερούν παράδεισο να δούνε». Επιθυμεί, λοιπόν, η ποιήτριά μας την έξοδο από το σκοτεινό δωμάτιο των πόνων στο ΦΩΣ. Και πόσο πιο ωραίο ΦΩΣ από εκείνο που ο μεγάλος Σολωμός περιέγραψε στον Ύμνο μας. «Λάμψιν έχει όλη φλογώδη / Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός / Φως το χέρι, φως το πόδι / Κι όλα γύρω σου είναι ΦΩΣ». Το παραπάνω σολωμικό τετράστιχο αποτελεί τη δεύτερη προμετωπίδα στην ποιητική συλλογή της Εύας Σταματοπούλου, και ένα μέρος του «κι όλα γύρω σου είναι φως» υπότιτλο στον κυρίως τίτλο της «Του ήλιου τ’ αφανέρωτα».

Αν δέσουμε το νόημα του μοιρολογιού με το φλογώδες σολωμικό τετράστιχο συγκροτούμε το συνολικό μότο της Εύας: «Η ποιητική αφήγηση είναι μια επίπονη μα φωτεινή διαδρομή με επίσης φωτεινό και ιαματικό τέρμα».

Πριν ωστόσο περάσουμε στην «μεγάλην αφήγησιν», όπως λέει κι ο Βιζυηνός, θα σας ξανασυστήσω τρόπον τινα την Εύα Σταματοπούλου. Η Εύα είχε παιδική και εφηβική ζωή συνδεδεμένη με πλούσιες εμπειρίες τόπων και προσώπων, λόγω μεταθέσεων των γονιών της αλλά και με πολύ καλές ευκαιρίες παιδείας. Είναι απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής και του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Σήμερα ζει και εργάζεται ως ελεύθερα απασχολούμενη μεταφράστρια στη Μ. Μαντίνεια Μεσσηνίας. Αυτά είναι τα τυπικά. Ουσιαστικά διακρίνονται στην ποίησή της η άριστη αίσθηση και χρήση της ελληνικής και οι επιρροές και οι γνώσεις από πάμπολλα διαβάσματα – προίκα ζωής.

Η ίδια μιλάει συχνά για τα χαρούμενα παιδικά χρόνια και την πολλή αγάπη που πήρε από το σπίτι της. Προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι έγραψε το ποίημα «Εύα» στα 12 και το ποίημα «Καθρέφτης» στα 16. Καταπληκτική λοιπόν συναισθηματική ευφυΐα και ασυνήθιστα πρόωρη ωριμότητα που τότε διοχετεύονταν στην σχολική επίδοση και ταυτόχρονα και ως σήμερα στον ποιητικό κυρίως λόγο.

Η Εύα επομένως δεν έχει πρόσφατο και ξαφνικό έρωτα με την ποίηση. Απλώς είναι νεοεμφανιζόμενη εκδοτικά. Στην πρώτη της συλλογή «Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως» (2014) συμπεριέλαβε ένα μόνο μέρος των ποιημάτων που είχε στο συρτάρι της. Αξίζει να θυμίσω την τελευταία φράση του προλόγου της στο προαναφερόμενο βιβλίο αναφορικά με την έννοια της καλλιτεχνικής δημιουργίας όπως η ίδια την προσλαμβάνει: «Δημιουργώ, και το λέμε κινδυνεύοντας να υπερβάλλουμε, θα πει: Δίνω ένα νόημα και ένα περιεχόμενο σ’ αυτό που ονομάζουμε ΠΟΝΟ».

Στη δεύτερη αυτή συλλογή που παρουσιάστηκε στις 2-6-2018, η Εύα Σταματοπούλου καταθέτει ποιήματα που δεν είχε ως τώρα φανερώσει, τ’ αφανέρωτα και μάλιστα του ήλιου, αυτά που δίνουν το βάλσαμο, ωσότου το πάσχον ποιητικό υποκείμενο βρει το χαμένο του φως. Η κ. Χριστίνα Σταματοπούλου – Καραμπελιά από τις Εναλλακτικές εκδόσεις ενθάρρυνε τη δημοσίευση των ποιημάτων και φρόντισε για το άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα του βιβλίου.

Αρχίζοντας την ουσιαστική ξενάγηση στο ποιητικό σύμπαν της δεύτερης συλλογής της Εύας Σταματοπούλου, θα το παραλληλίσω μ’ ένα κέλυφος στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η Εύα, περιστοιχιζόμενη από εκείνους που την αγαπούν και έξω απ’ αυτό καραδοκούν όσοι κι οτιδήποτε την έχει πειράξει. Η ποιήτρια απευθύνεται και στις δύο κατηγορίες ανθρώπων. Τώρα πια έχει μάθει να στρατεύει τους εντός στην άμυνα ή την επίθεση κατά των έξω, που μαίνονται ως Ύδρες Λερναίες. Κάποτε όμως – και αυτό φαίνεται στα πιο πρόσφατα ποιήματά της, αφού τα περισσότερα στη συλλογή είναι χρονολογημένα – σε κάποια στιγμή της ζωής της δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει αυτή την ασπίδα αγάπης, ίσως γιατί δεν την είχε αντιληφθεί με τον δυναμικό ρόλο της και όχι με την απαθή παρουσία της.

Κομβική θέση στη συλλογή κατέχει το εκτεταμένο ποίημα «Ο πόνος ενός μπαλονιού», γραμμένο στα 1991 και αποτελεί το κλειδί με το οποίο ο αναγνώστης θα ξεκλειδώσει την τρικυμισμένη ψυχή και κατόπιν σκέψη της τότε Εύας. Ωστόσο είναι ένα ποίημα που μας αφορά όλους, καθώς πιστεύω ότι δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά μας που δεν έχει δεχθεί κάποιο είδος κακοποίησης ψυχολογικής, συναισθηματικής, λεκτικής και σωματικής ακόμη. Τραύματα βαθιά και κατάλοιπα στην ψυχή έχουμε όλοι. Οι πιο δυνατοί τα προσπερνούν, οι αδύναμοι εγκλωβίζονται και πονούν, αναμένοντας μια γέννηση.

Συχνά δυστυχώς η αναγέννηση αυτή δεν έρχεται, ενώ αντίθετα καταφθάνει (και) ο αυτοτραυματισμός και η ολότελα χαμένη αυτοεκτίμηση.

Επιστρέφω στο κέλυφος της Εύας για να συναντήσω τη συναισθηματική οξύνοια με την οποία μόλις στα κοντά δεκαέξι προσλαμβάνει την έννοια της προδομένης φιλίας – ένα τέλεια αρχιτεκτονημένο ποίημα για τη χαμένη φιλία, προμάντεμα των σχέσεων της ποιήτριας – αχιβάδας με τον έξω κόσμο και την τότε πίστη της στην εσωτερική μοναξιά. Την ίδια εποχή η γεύση του έρωτα δεν είναι αυτή που η Εύα είχε επιθυμήσει, Ακούτε από το άριστο «Ερωτικόν» «να σε σμιλεύσω με τα μάτια / και με τα χέρια να σου δείξω / Σε ποιο είδωλο ήθελα να μοιάσεις/». Λίγο αργότερα περιγράφεται μια σχέση συνειδητά χωρίς αγάπη και η εμπειρία του ανεκπλήρωτου, του ματαιωμένου έρωτα, αποτυπωμένη στο σαρκαστικά αλληγορικό και ευφυές ποίημα «Περί διδύμου έρωτος και Σία» αλλά και της αγάπης όταν βιώνεται μονόπλευρα «Και είμαστε ενεοί / μα απέλπιδοι μύστες / ενός ολοστρόγγυλου πάθους».

Το ποιητικό υποκείμενο ζει σε όλη τη διαδρομή της συλλογής έναν άφατο πόνο που προκαλείται πιο πολύ εξαιτίας της ανικανότητάς του ν’ αντιδράσει στο κάθε φορά κακοποιημένο παρόν του. Δεν λείπει ωστόσο και η ελπίδα και η προσμονή αποτυπωμένη ευρηματικά ως Καθαρή Δευτέρα στο ποίημα «Θραύσματα καρδιάς» ή στον ρόλο του ποιητή που «στις σκαλωσιές και στα γιαπιά / στερεώνει με καρφιά και δόντια / την ελπίδα».

Ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός περισσεύουν σ’ ένα τραγικό εσωτερικό μονόλογο. «Έχει γέλιο να με ζω και να με παρατηρώ», λέει η ποιήτρια, θεωρώντας ότι η περίπτωσή της αποτελεί θέμα κατάλληλο ιλαροτραγωδίας που θα μπορούσε γράψει ο Μποστ με τον τίτλο ΕΥΑ.

Επιπλέον στην ατέλειωτη περιπέτεια των ανθρωπίνων σχέσεων συχνά οι λιγότερο δυνατοί βγαίνουν ηττημένοι. Η ποιήτρια σχετικά αργά και μετά τις ήττες συνειδητοποιεί ότι υπάρχει ένα σταθερό ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ. Είναι οι γονείς απεικονισμένοι ως δύο δάκτυλα στο ποίημα «Πολυπροσωπία» και ο ολιγάριθμος στρατός εκείνων που μας αγαπούν και μας περιμένουν να μας στηρίξουν χωρίς ανταλλάγματα. Η ιδέα υπάρχει διάχυτη σε πολλούς πολύ τρυφερούς στίχους, ενώ άλλοτε βγαίνει από απελπισία και σπαράγματα σκληρότητας που φτιάχνουν οι γωνίες των σπασμένων εικόνων της Εύας.

Από την παραπάνω σχηματική αναπαράσταση εξαιρούνται τρία ως πέντε ποιήματα, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, αποτελούν τον προάγγελο για την είσοδο της ποιήτριας στην εξωστρέφεια, στην ικανότητά της δηλαδή να μεταπλάσσει στιχουργικά όχι τον κόσμο τον εντός της, αλλά να αντιληφθεί και να ασχοληθεί μ’ αυτούς που βρίσκονται έξω από το κέλυφος και δεν κοιτούν εχθρικά μόνο αυτή, αλλά κι άλλους εκτός απ’ αυτήν, να δει δηλαδή τον απέναντι πάσχοντα άνθρωπο στην προσωπική και την κοινωνική του διάσταση. Να μεταφράσει ποιητικά τον πόνο ή την ευτυχία όπως τα βιώνουν και οι αντικείμενοι προς αυτήν. Ήδη αυτό συμβαίνει στα ποιήματα «Ο στρατός των αδικοχαμένων βρεφών» – «Παιδί εσύ, χωρίς πτώμα / στις ακτές μας ο μικρός αυτός / και άλλοι τόσοι μύριοι / Μου ζητούν στον ύπνο μου / Ήρωες σκοτεινοί μα απάρθενοι / Λίγη ζεστασιά, λίγο ψωμί». «Δυο γιατροί – ένας κόσμος ενωμένος» – «Τον όρκο σας ποτέ να μην πατήσετε / και τον ρόγχο του θανάτου να προλαβαίνετε», ή το «Θλίψη μάνας» για τον άφατο πόνο που προκάλεσε στην ποιήτρια Αγγελική Σιδηρά αλυσίδα απωλειών συζύγου, πατέρα, μητέρας, αδελφού και γιου. Τέλος το ποίημα «Λεξικόν», μα προσχηματική απεύθυνση εις εαυτόν που αποδεικνύει την παιδεία της Εύας, την ευαισθησία της, την ικανότητά της να παίζει με τις λέξεις και τα νοήματα. Δομημένη, καλοχτισμένη σύλληψη το «Λεξικόν» ξεχωρίζει με το σαρκαστικό ερώτημα και μια ιντριγκαδόρικη κατάληξη, υπονομευτική προς όλα τα προηγούμενα. «Πως θα νιώσεις, θα ζήσεις / της λέξης το βάρος, / Δεν θα μου αρκεί, δεν μου αρκεί / All Art is quite useless / Της μετάφρασης».  Ένα ποίημα που αποσπά από το συνηθισμένο κλίμα των υπολοίπων. Το ίδιο κι εκείνο με τον τίτλο «Η Γιορτή της Μητέρας», μια γλυκιά ελεγεία για την αγέραστη αγάπη της μάνας κουμπώνει αντιθετικά στο ρυθμικό πεζό «Μητρικό ξύπνημα» όπου μια συναρπαστική ονειρική εμπειρία προσκαλεί, σαφώς αρκετά νωρίς, το ελλοχεύον και κοιμώμενο μητρικό ένστικτο της ποιήτριας. «Τι υπέροχη εμπειρία να ζήσεις αυτήν τη σαρωτική μεταμόρφωση, λεπτό προς λεπτό, να της παραδοθείς δίχως δισταγμούς και όρους, να τη φυλακίσεις και να σε φυλακίσει».

Αγαπητοί φίλοι,

Η ποίηση  της Σταματοπούλου είναι μια ποίηση στενά υπαρξιακή, πολύ προσωπική στην οποία κυριαρχεί ο εξομολογητικός τόνος της ποιήτριας προς τον αναγνώστη της και συχνά ο εσωτερικός μονόλογος. Παρά τον εξομολογητικό τόνο η κρυπτική διάθεση παραμένει – πώς αλλιώς εξάλλου θα μπορούσε να μιλήσει η Εύα αλλά κι ο καθένας από μας για εκείνα που συμβαίνουν στα μύχια του ψυχικού μας κόσμου.

Η Εύα αυτό το τόλμησε από πολύ μικρή· ξεδιπλώθηκε, τσαλακώθηκε μόνο μέσα στον λόγο της και τον χρησιμοποίησε όπως προανέφερα ως αντίδοτο ιαματικό. Έγκλειστη ακόμη στον κόσμο του μπαλονιού ή του κελύφους της σαρκάζει και κυρίως αυτοσαρκαζόμενη διαμαρτύρεται ενάντια σ’ όλους εκείνους που με σκληρότητα επιχείρησαν να γκρεμίσουν την πριγκίπισσα από τον σάπιο θρόνο της αυτοεκτίμησής της ή παραπονείται και διαμαρτύρεται για μια «υπόθεση της καρδιάς της».

Σύμβολα κι αλληγορίες χρησιμοποιούνται συχνά για να απεικονίσουν πρόσωπα ή καταστάσεις. Η Λερναία Ύδρα είναι οι εχθροί, η φάλαινα ο παρηγορητής «θα σου στείλω μια / φάλαινα – όχι τη ΔΟΛΟΦΟΝΟ / για να σε παρηγορήσει, /» τα πορτοκαλί φιλιά που είναι χλωμά και ψεύτικα και η ρίνα, η μύτη η εξασκημένη πια να οσφραίνεται ό,τι σάπιο σέρνεται ή ίπταται δίπλα της. Συχνά στα ποιήματα ο δομημένος λόγος σπάζει σε κομμάτια, το νόημα χάνεται στα σουρεαλιστικά στοιχεία του ονείρου και του κατακερματισμένου συνειρμού. Η σκέψη μοιάζει αποσπασματική και διακοπτόμενη, αποτυπωμένη έτσι που να φαίνεται διάχυτα η τρικυμία της ψυχής. Η άριστη γνώση της γλώσσας δίνει στην Εύα ευκαιρίες για χειρισμούς στην κρυπτική αποτύπωση των νοημάτων της. Πού και πού ξεπηδά μια καβαφίζουσα ή καθαρευουσιάνικη λεκτική διάθεση, αλλά και η πλαστική δύναμη δημιουργίας νέων λέξεων (τοξολαξεύω πυκνά γραμμάτια = γράμματα). Η εικόνα παίζει ρόλο κυρίαρχο και η μεταφορικότητα μαζί με οξύμωρα σχήματα «να έρθω με ακαθόριστη, ατημέλητη επιμέλεια», «παραγεμισμένη με πούπουλο ουτοπίας» ξεχύνεται απ’ τους στίχους «το πάθος ξημερώνει, / ντύνεται νωχελικά / και ξεγλιστρά ήσυχα απ’ την πόρτα», με διάχυση προς τον λυρισμό, ανακατεμένο και με τον ωμό ρεαλισμό μιας ζοφερής καθημερινότητας. «Ω εσύ, της ψυχής μας καταχωνιασμένη / σε ερεβώδη πιθάρια / έχασα και το λυχνάρι μου / μου το σπάσανε στην άλλη μου ζωή».

Η ποίηση της Εύας Σταματοπούλου είναι για την ίδια εργαλείο εξομολόγησης και κάθαρσης και δεν αποβλέπει σε κανενός είδους διδακτισμό. Ο αναγνώστης απολαμβάνει ως αντίδωρο την ποικιλία των εικόνων και των καταστάσεων με τα ισχυρά αισθήματα που αυτές προκαλούν και που φισικά δεν ανήκουν στην παλέτα των θετικών. Θλίψη, οργή, αγανάκτηση, γλυκιά μελαγχολία είναι κάποια απ’ αυτά. Στους στίχους της κλείνονται μυστικά της αλλά όχι και ψέμματα. Ακόμα και στα σχεδόν πρόσφατα ποιήματά της όπως στο «Μοναξιά μου άγια» βαδίζει τον μοναχικό δρόμο της ψυχής, εξακολουθεί να στήνει εαυτόν απέναντι στο γυαλί, και επιμένει στην ίαση από τον σιωπηλό μονόλογο της πένας. Την προκαλούμε, την προσκαλούμε και την παρακαλούμε η (ελάχιστη) αισιοδοξία που ανιχνεύουμε στην ποίησή της να μην μείνει προδήλωση, αλλά απόφαση και πραγματικότητα. Εκείνοι που την αγαπούν και τη φωτίζουν περιμένουν να μοιραστούν μαζί της της ψυχής της το αναλλοίωτο φως και οι εραστές της Καλλιόπης ν’ απολαύσουν φωτεινά δημιουργήματα της πένας της.

 

 

*Με το κείμενο αυτό προσέγγισε η Αντωνία Παυλάκου, φιλόλογος – συγγραφέας, γεν. γραμματέας της ΕΜΣ την ποιητική συλλογή της Εύας Σταματοπούλου «Του ήλιου τ’ αφανέρωτα (κι όλα γύρω σου είναι φως)» στην παρουσίαση της 02-06-2018, που είχε τεθεί υπό την αιγίδα της ΕΜΣ.

Comments are closed.