ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΥΧΗ….

0

Πάντα μου άρεσαν σαν παιδί, οι ιστορίες που έλεγαν οι παλιοί στα καφενεία. Παλιές διηγήσεις και περιστατικά , ιστορίες από τον πόλεμο και την κατοχή, αλλά και από την καθημερινότητα .
Ανάμεσα στους θαμώνες υπήρχαν πραγματικοί ρήτορες με την σημασία του όρου. Άνθρωποι δηλαδή που ενώ δεν ήταν σπουδαγμένοι , γνώριζαν και ασκούσαν την τέχνη του λόγου με έναν τρόπο που καθήλωναν το ακροατήριό τους .

Μολονότι πολλές από αυτές τις διηγήσεις ήταν προκαταβολικά και καταφανέστατα αποκυήματα της φαντασίας τους , αυτό όχι μόνο δεν υποβίβαζε την αξία του λόγου τους , αντίθετα την ενίσχυε. Έμοιαζε σαν θέατρο , σαν σινεμά όπου ο θεατής γνωρίζει εκ των προτέρων ότι αυτό που θα παρακολουθήσει είναι μια φανταστική ιστορία , ωστόσο διψά να την «κοινωνήσει» και περιβάλλει με εκτίμηση και σεβασμό τον ηθοποιό που ενσάρκωσε τον ρόλο.

Ο μπάρμπα Αλέκος (συγχωρεμένος εδώ και πολλές δεκαετίες) ήταν ένας από εκείνους τους ρήτορες που όλοι κρέμονταν από τα χείλη του για να του πάρουν μια διήγηση.
Μια από εκείνες τις ιστορίες του με το δημοφιλές θέμα του κυνηγιού θα σας διηγηθώ, έτσι όπως την θυμάμαι σαν παιδάκι .
– Πέρσι το Δεκαπενταύγουστο που λέτε, είχα πάει στην Κορώνη στον γαμπρό μου τον Κούλη(1) για τ’ Αυγουστιάτικο τρυγόνι(2) . Είχα μαζί μου το παλιό δίκαννο με τα κοκοράκια , ξέρεις Γιώργη …
– Ξέρω Αλέκο μου, εκείνο με τη σπασμένη τουφεκόβεργα (3) που σ’ άφησε ο μακαρίτης ο μπάρμπας σου.
– Α μπράβο ! Το λοιπόν, ήταν μια μέρα με λίγα συννεφάκια, μα φύσαγε ένας τρελός αέρας που ΄ρχότανε πότε απ’ το Βενέτικο και πότε απ’ το Λυκόδημο. Περπατούσα για ώρες κάτου(4) από τον ήλιο μέσα στις σταφίδες και τα περβόλια , αλλά ούτε πουλί πετάμενο που λένε . Φαίνεται πως εκείνος ο τρελός αέρας που φύσαγε και σε σήκωνε , είχε κάνει τα πουλιά να λουμώξουν(5) στα δέντρα και στις ρεματιές. Σαν μεσημέριασε, αποκαμωμένος καθώς ήμουνα είδα ένα περβολάκι με μια γέρικη λεμονιά και έκατσα στη σκιά της να ξαποστάσω. Ξέρεις Γιώργη τι καλή σκιά έχει η λεμονιά !
– Ξέρω Αλέκο μου, πάρα κάτου !
– Ξάπλωσα χάμω που λέτε, απάνου στα παχιά ξερόχορτα , δίπλα από μια μικρή λυγαριά. Απόθεσα και το δίκαννο πάρα δίπλα και κόβοντας μια ίσια βέργα από τη λυγαριά, βάλθηκα να την ξεφλουδίζω με το σουγιά μου για να φτιάξω μια καινούργια τουφεκόβεργα. Σαν την αποτέλειωσα την έμπηξα δίπλα μου στη γη κι έκλεισα τα μάτια να ησυχάσω.
Ησυχία παντού και το άρωμα από τη ρίγανη που φύτρωνε τριγύρω να σου παίρνει τις μύτες . Ξάφνου ακούω από πάνου(6) ένα φρου-φρου-φρου ! Ανοίγω τα μάτια και τι να δω; Ένα τρυγόνι είχε έρθει και κάτσει απάνου στη λεμονιά χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Τραβάω κοντά μου το τουφέκι και κρατώντας τη σκανδάλη πατημένη , τράβηξα πίσω τα κοκόρια για να μην ακουστεί το «κλίκ» . Ξέρεις Γιώργη …
– Ξέρω Αλέκο μου , λέγε σύ.
– Ξαπλωμένος , ζυγιάζω την τουφεκιά μου χωρίς να επωμίσω και ρίχνω ! Η τουφεκιά το βρήκε μπηχτή και το άφησε σέκο ! Εκείνο που λέτε , άρχισε να πέφτει μέσα σε ένα σύννεφο από πούπουλα. Τα πυκνά κλαριά της λεμονιάς και ο δυνατός αέρας το ξεπουπούλιαζαν πέφτοντας και δεν άφηναν πούπουλο πάνω του. Εν τω μεταξύ τα ξερόχορτα που είχα ξαπλώσει , άρπαξαν φωτιά από την τουφεκιά και άρχισαν να καίγονται. Στο τελευταίο κλαρί το τρυγόνι , έτσι ξεπουπουλιασμένο που ήταν , καρφώνεται πάνω σε ένα αγκάθι από τη λεμονιά. Ξέρεις Γιώργη , εκείνα που είναι σαν Κολοκοτρωναίϊκοι σουγιάδες !
– Ξέρω – ξέρω χριστιανέ μου, συνέχισε.
– Α, μπράβο ! Το αγκάθι λοιπόν το ξεκοιλιάζει και του βγάζει και τα άντερα . Και έρχεται ρε παιδιά και πέφτει καθαρισμένο και καρφώνεται πάνου στη τουφεκόβεργα που είχα μπήξει στη γη. Πιάνω και εγώ την άκρη της βέργας που είχε γίνει τώρα σούβλα και απόθεσα το πουλί πάνω στη φωτιά που έκαιγε. Δεν τελειώνει όμως εδώ η ιστορία ! Ένα λεμόνι που το είχαν πάρει τα σκάγια άρχισε να στάζει και ξέρεις που έσταζε το αφιλότιμο Γιώργη ;
– Ξέρω, πώς δεν ξέρω Αλέκο μου , πάνω στον μεζέ έσταζε.
– Α, μπράβο ! Τράβηξα λοιπόν και από δίπλα λίγη ριγανίτσα και σε δέκα λεπτά ξεκοκάλιζα το πιο νόστιμο τρυγόνι που έχω φάει με ρίγανη και λεμονάκι.
Και ξέρεις πόσο πάει η ρίγανη και το λεμονάκι στο ψητό τρυγόνι Γιώργη μου …!

Παναγιώτης Ζέρβας

(1) Υποκοριστικό του Κυριάκος
(2) Κυνήγι κατά την αποδημία του τρυγονιού.
(3) Η βέργα με την οποία γέμιζαν τα παλιά εμπροσθογεμή τουφέκια.
(4) Το κάτω στα Καλαματιανά
(5) Λουφάξουν – κρυφτούν
(6) επάνω

Η φωτογραφία του τρυγονιού είναι του “Petros Petrou”

Comments are closed.