ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η δική της θηλιά

0

ΣΗΚΩΘΗΚΕ, 4 το πρωί. Πρόλαβε το ξυπνητήρι για ακόμη μία φορά. Πλησίασε την μπαλκονόπορτα και κοίταξε τον δρόμο σαν να ήταν κάποια απροσπέλαστη αλήθεια. Τα ρέστα στο τραπέζι. Κοίταξε τον δρόμο σαν να ήταν μία διαρκώς αναβαλόμενη αλήθεια. Τα ρέστα στο τασάκι. Κι άλλο βάρος. Δεν κάπνιζε.

Toυ Γιάννη Μανίκα

Καθετί ξεκινούσε ως χαρά και κατέληγε κατολίσθηση ενοχών μέσα της. “Ντρέπομαι για όσα δεν έκανα μέχρι χθες. Μα πάνω από όλα σφαδάζω σιωπηρά για εκείνα που δεν πρόκειται να κάνω ούτε απόψε”. Ανοιχτό στόμα, δυσοσμία. Κοιμητήριο ενεκπλήρωτων ζωών. Το χέρι της ήταν ματωμένο. Τραβηγμένη παρανυχίδα η ύπαρξή της, στα δάχτυλα του κόσμου.

ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΝΤΟΥΛΑΠΑ. Φόρεμα στο κορμί, μαντήλι στο λαιμό, λεπτότητα στα χέρια, περίστροφο στα μάτια. Είχε ανάγκη να σκοτώσει. Μία ρεβάνς, έτσι γενικά και αόριστα. Χωρίς νικητές και χαμένους, μόνο θύματα. Το ανάστημα φοριέται πιο όμορφα από μέσα προς τα έξω. Βγήκε στους δρόμους και οι ηλιαχτίδες ακούμπησαν το πληγιασμένο της συκώτι. Η φθορά είναι το μοναδικό μονοπάτι προς την αθανασία. Πανεπιστημίου, Ακαδημϊας κι έπειτα πιο πάνω, στα στενά των Εξαρχείων. Μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς στενεύει. Οι πρώτες σταγόνες την στόλισαν, αλλά εκείνη, είχε ξεχάσει πως χαμογελούν.

ΚΑΘΕ ΑΝΑΣΑ και μία κατάργηση θανάτου. Κάθε κομμένη ανάσα και μία αναστήλωση ψυχής. Η αδιαφορία πέτρωσε μέσα μου και έχω ξεχάσει πλέον την μορφή σου. Συγχώρα με για την διακοπή, ήθελα απλώς… να το βγάλω από μέσα μου. Έχωσε το χέρι της στην εσωτερική τσέπη του παλτού κι έβγαλε από μέσα μία σκαλισμένη προσευχή. Την έφτυσε και την πέταξε στα σκυλιά. Τουλάχιστον εκείνα, είχαν και μιαν ελπίδα.Μύριζε καμμένο, “Πατησίων…”, σκέφτηκε. Στο αριστερό πεζοδρόμιο με γκρίζα υπόστεγα, άδειες γλάστρες, μόνη. Οι υπόλοιποι στο απέναντι. Άνιση μάχη, μα καθαρή. Το άρωμά της εξατμίστηκε. Ήταν ώρα να επιστρέψει σπίτι.

Η θηλιά την περίμενε εκεί. Σταθερή, σίγουρη, ακέραιαη. “Μιαν άλλη φορά, βαριέμαι σήμερα”, μονολόγησε. Ξεσκόνισε τα παράπονα και τους άλλαξε θέση στην βιβλιοθήκη. Ύστερα πήρε τον λαθραία αγορασμένο αναπτήρα και της έβαλε φωτιά. Οι Θεοί θα την δίκαζαν γι αυτό, όμως εκείνη, θα έβρισκε και πάλι το χαμόγελό της.

6 το πρωί. Ξυπνητήρι. Αναβολή ονείρων. Έπρεπε να περιποιηθεί τον άντρα της. 6:05, η κρεμάλα, η φυλακή και ο καναπές είχαν και σήμερα γιορτή…

Comments are closed.