ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Χρονογράφημα: Ιστορίες γέλιου

0

Τα τυχερά της νεότητας, ακούς πολλά, μαθαίνεις ουκ και ολίγα, γνωρίζεσαι με προσωπικότητες που στη μεγάλη ηλικία θα σε πρόδιδαν ή θα σε αγνοούσαν. Οιονεί εικονολήπτης η μνήμη στα ανακτά σιωπηλά όταν στη Μονή της Ζωής ασκητεύεις και τους πρωταγωνιστές της θυμάσαι.

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

 Σας έχω υποψιασμένους για τον μπάρμπα Γιάννη κι από άλλα χρονογραφήματα και είμαι σίγουρος πως λέτε «χαλάλι του, το αξίζει να ασχολούμαι μαζί του». Δεκαετία του εβδομήντα, μεσημέρι, μπήκε στου Ψαρούλια τον καφενέ. Ο πρόεδρος που τον είχε δει να πλησιάζει από το παράθυρο και τα ‘πινε με τους άλλους συμβούλους, ψηλάφισε το ένστιχτο της λοιδορίας και τους είπε: «Μην του μιλάτε όταν μπει αφήστε τον να δούμε τι θα κάνει!».

 Ο μπάρμπα Γιάννης εμένοντας στην τακτική του, χαιρέτησε, κάθισε και μην παίρνοντας απάντηση, έγινε φριχτός στην όψη και απαισιότερος στην ψυχή, αλλά δεν έβγαλε άχνα. «Με γράφετε» σκέφτηκε «θα σας γράψω κι εγώ» και παρήγγειλε το καρτούτσο. Ζήτησε από τον καφετζή δυο ποτήρια και σαν πήρε το καρτούτσο και τα γέμισε, τα τσούγκρισε και είπε: «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει» και άρχισε να πίνει πότε από το ένα και πότε απ΄ τ’ άλλο».

 Όταν ήπιε όλο το κρασί, σηκώθηκε, έφτασε ως την πόρτα και πριν βγει, είπε για να τον ακούσουν: «Πόλεμο εσείς, ανταρτοπόλεμο εγώ! Να δούμε ποιος θα νικήσει!»

 Μετά από μια βδομάδα υψώνεται το μπουμ. Κάθονταν πάλι και οι πέντε έξω από κοινοτικό γραφείο και κουβέντιαζαν. Τους είδε ο μπάρμπα Γιάννης και πήγε. Πριν φτάσει πάλι ο πρόεδρος έβαλε τη δαχτυλιά του και τους λέει: «Τα ίδια όπως την άλλη φορά, μη του μιλάτε». «Γεια σας» χαιρέτησε εκείνος. Αυτοί τσιμουδιά. Αγανακτεί, μένει σιωπηλός για λίγο και αμέσως παίρνει ρόλο πρωταγωνιστή. Κοιτάζει γύρω του και λέει: «Ψυχή δεν υπάρχει, ωραίο μέρος για χέσιμο» και κατεβάζοντας το παντελόνι, τους γύρισε τον πισινό και ετοιμάστηκε να τα κάνει.

 «Ρε, Γιάννη, ως εδώ!» του ‘κανε ο πρόεδρος και έσκασαν όλοι στα γέλια. «Είπαμε να κάνουμε πλάκες, αλλά όχι και να το παρακάνουμε!»

Σηκώθηκε ο μπάρμπα Γιάννης, τράβηξε το παντελόνι πάνω, ζώστηκε και με το βλέμμα του φωτεινό να τους διαπερνά τους είπε σαν κάθισε: «Τι, έγατε θα μου τη φέρνατε; Ο βίος μου πολυτάραχος, δε λυγίζω εύκολα!». Ήπιαν ακόμη δυο μισόκιλα, κουβέντιασαν και γέλασαν με την ψυχή τους εκών άκων με όσα άκουσαν από το στόμα του.

 ellinikoxronografima.blogspot.gr

Comments are closed.