ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Διήγημα: Ο τζέντλεμαν των τρένων

0

Ο ΑΝΤΡΑΣ με την γκρίζα γενειάδα άφησε το χρυσόδετο βιβλίο στο ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι σαν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά κι έτρεξε βιαστικά να το σηκώσει. «Η γυναίκα μου θα ‘ναι» σκέφτηκε κι έβαλε το ακουστικό στ’ αυτί του.

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

– Χλωμέ μου, πάνθηρα! Μ’ ακούς; Η φωνή της όπως πάντα θρυμμάτισε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο σπίτι.

 Η φωνή τού άντρα αντήχησε κι αυτή μουσικά και τρυφερά:

– Μαγεμένη μου, εσύ! Σε πεθύμησα! Τι ώρα φτάνεις;

– Στη μία το πρωί!

– Πεθαίνω να πιω νερό από τις πηγές τού μαγικού σου κορμιού. Θα σε περιμένω στο σταθμό, γυναίκα αγαπημένη!

– Κι εγώ σε πεθύμησα αγνό μου πλάσμα. Θαρρώ απόψε ένα βράδυ θα σου δώσω ονειρικό!

 Ο άντρας κατέβασε το ακουστικό και προσπάθησε να κρύψει τη χαρά του. Τη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι και δεν μπορούσε να διώξει από τη σκέψη του την όμορφη μορφή της. Και τώρα με το άκουσμα τής φωνής της η διάθεσή του άλλαξε και η κακή του ψυχολογία έφτιαξε. Έτσι νιώθοντας σαν ένας μικρός αυτοκράτορας της στιγμής από τα καλά της νέα, πήρε το χρυσόδετο τόμο στα χέρια του κι έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα.

 Κάμποσα χρόνια τώρα η γυναίκα του, συνήθιζε να τον αφήνει μονάχο δυο και τρεις φορές το χρόνο. Και τούτο γιατί η αμέριστη φροντίδα που έδειχνε για το ντύσιμο και την περιποίηση του εαυτού της την ανάγκαζε να ταξιδεύει στην πρωτεύουσα και να ψωνίζει τα ακριβά καλλυντικά και τα όμορφα ρούχα της. Ο άντρας της δεν της το αρνήθηκε ποτέ αυτό. Ίσα- ίσα που την πίεζε ο ίδιος να κινείται ελεύθερα για να νιώθει άνετη κι ανεξάρτητη.

 «Αυτά τα ταξίδια» τής έλεγε, «δίνουν αυτοπεποίθηση, χαρά και ψυχική υγεία στη γυναίκα. Η έλλειψη του αντίθετου φύλου για λίγες μέρες μεγαλώνει την επιθυμία τού ενός για το άλλο και οι συζυγικές σχέσεις ξαναγεννιούνται και συσφίγγονται. Όσο για την αγάπη, ξαναζεσταίνεται και κάνει ευτυχισμένη τη μακρόχρονη συμβίωση. Κάθε τέτοιο ταξίδι με όλους τους φόβους που κρύβει πάντα δρομολογεί την επιστροφή τής γυναίκας στο συζυγικό ακρογιάλι!»

 Έτσι αν και της έλειπε το ζεστό χάδι του, έκανε αυτά τα ταξίδια και τα χαιρόταν με το παραπάνω. Και τώρα σαν κουράστηκε όλη μέρα να γυρίζει τους δρόμους και να κοιτά τις βιτρίνες, θαμπερή, όμορφη και δροσερή, κάθισε μ’ ένα φτερωτό πέταγμα στη θέση της και περίμενε το τραίνο να ξεκινήσει. Ταχτοποίησε νωρίτερα τα πράγματά της στους ελεύθερους χώρους πάνω και κάτω από το κάθισμά της και με το μοναχό της πνεύμα να σκέφτεται την πορεία τού ταξιδιού, αφέθηκε σ’ ένα άγρυπνο όνειρο από οράματα και επιθυμίες στις φυλλωσιές του χρόνου.

 Η βροχή έξω είχε δυναμώσει κι έπεφτε με ορμή στο τζάμι. Αυτό δερνόταν ανελέητα ενώ αφρισμένα ρυάκια κυλούσαν στη λεία και κατακόρυφη επιφάνειά του. Το σκοτάδι πυκνό, η όραση δύσκολη και στα λιγοστά φώτα τού σταθμού τα αντικείμενα διακρίνονταν θαμπά και σκιαχτερά.

 Έτσι αφού έμεινε για λίγο στη φοβερή σιωπή, έδειξε στη συνέχεια μια ανείπωτη ευθυμία και βγάζοντας από την τσάντα της την ατομική τουαλέτα της άρχισε με επιμονή και χάρη να φρεσκάρεται. Κι αφού το ναρκωμένο της πρόσωπο αναζωογονήθηκε και έλαμψε, κίνησε με μια αστραφτερή φεγγοβολή για το μπαρ να πιει κάτι και να τονωθεί. Κάθισε σ’ ένα οβάλ τραπέζι που ήταν στρωμένο με λουλουδάτο τραπεζομάντιλο και μέχρι που να έρθει το γκαρσόνι κοίταζε έξω τη βροχή που συνέχιζε να πέφτει δυνατή κι ασταμάτητη. Σε λίγο το γκαρσόνι στάθηκε πάνω της και με μια ευγένεια τη ρώτησε: «Τι θα πάρετε;» «Ένα μέτριο ελληνικό» του αποκρίθηκε και γέλασε ανεπαίσθητα με το όμορφο στόμα της.

 Εκείνη τη στιγμή ένας άντρας μπήκε με βιαστικό βήμα και με ύφος υπεροπτικό που ήθελε να πει, «είμαι εδώ! προσέξτε με!» κάθισε απέναντί της. Φορούσε ακριβό μαύρο δερμάτινο μπουφάν, τζιν παντελόνι και οι χρυσαφένιες φαβορίτες του ήταν έντονα φροντισμένες και μεγάλες. Το πρόσωπό του αρυτίδωτο, μ’ ένα λευκό χρώμα που τραβούσε το χάδι και μαύρα εκφραστικά μάτια που σκορπούσαν με το βλέμμα τους ειλικρίνεια κι ανυποκρισία. Ο ίδιος φαίνεται πως γνώριζε τούτη του την ανδρική υπεροχή και το ‘δειχνε με τη σιωπηλή του συμπεριφορά και την προσποιητή του αθωότητα. Σε λίγο όμως σηκώθηκε από τη θέση του κι έριξε μια ματιά στον καθρέφτη του τοίχου και αφού τακτοποίησε τα δασώδη μαλλιά του, ξανακάθισε κι άρχισε αμήχανα να ρίχνει το βλέμμα του σ’ ένα ζωγραφισμένο βάζο με λουλούδια που κρεμόταν σ’ ένα καδράκι πάνω από το παράθυρο. Ύστερα είδε τη γυναίκα, στύλωσε ικετευτικά τα μάτια του πάνω της ενώ το πρόσωπό του πήρε μια εντυπωσιακή και φωτεινή μορφή.

 Η γυναίκα είχε πιει την πρώτη ρουφηξιά από τον καφέ της όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του. Έτσι του απηύθυνε μια αυθόρμητη καλοστημένη ματιά και βρήκε την ευχαρίστησή της στον καπνό τού τσιγάρου της. Ο άντρας το αντιλήφθηκε και το πήρε σαν μια ζωηρή επιθυμία της να του γίνει αξιοπρόσεκτη. Έτσι της ανταπόδωσε την φιλικότητά της μ’ ένα χαμόγελο εγκαρδιότητας.

 Στη συμπεριφορά του η γυναίκα αντέδρασε με μια νευρική ταραχή κι ανησυχία. Πάντα ήταν προετοιμασμένη για μια τέτοια ζωηρή πρόκληση και πάντα είχε μέσα της φτιάξει το σενάριο τής δικής της αντίδρασης. Τώρα όμως χωρίς να το καταλάβει υπόφερε μπροστά σ’ αυτόν τον άντρα από μια υπερδιέγερση των αισθήσεων, έτσι, που από τη μια την ενοχλούσε η εικόνα του κι από την άλλη τα μάτια της δε χόρταιναν να τον κοιτάζουν κάτω από το αμυδρό φως που τον έλουζε. «Μα, τω θεώ!» σκέφτηκε και κοκκίνισαν τα μάγουλά της. «Τι παράξενα συναισθήματα κι αυτά! Είμαι όμως υποχρεωμένη να συνέλθω!» και χάρηκε ενδόμυχα για την αυστηρότητά της.

 Ο άντρας εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε και για δυο λεπτά στάθηκε μπρος από το παράθυρο κοιτάζοντας τη βροχή. Ύστερα με μια ξαφνική κίνηση την πλησίασε και σκύβοντας από πάνω της, τής είπε με φωνή αισθησιακή:

– Το βρίσκω παράλογο αλλά αποζητώ τη συντροφιά σου! Μπορώ να καθίσω; και χωρίς να περιμένει απάντηση, κάθισε στο τραπέζι της. Η φωνή του είχε μια ειλικρίνεια και μια απελπισία μαζί. Ας πούμε κάτι σαν παράκληση. Έτσι η γυναίκα δε βρήκε κάτι ανόητο στη συμπεριφορά του και τον δέχτηκε. Κι αφού πέρασε γρήγορα τη σύγχυση που ένιωσε, του είπε με τρόπο σχεδόν μητρικό:

– Αφού τόσο το επιθυμείς, κάθισε! Δε νομίζω να θέλεις να με ληστέψεις;

– Θεός φυλάξει! έκανε ικανοποιημένος και πλησίασε πιο κοντά της. Κι αφού τα χείλη του χάραξαν ένα αδρό γελάκι, πρόσθεσε σε τόνο πιο ελαφρό:

– Θα έχεις θυμώσει με τη συμπεριφορά μου αλλά δε ντρέπομαι να σου πω, πως σε βρίσκω πολύ του γούστου μου. Μου φαίνεται πως ταιριάζουμε απόλυτα έτσι τουλάχιστον μου λέει το ένστικτό μου και η καθώς πρέπει τυχοδιωκτική μου πείρα.

 Η γυναίκα στα λόγια προσποιήθηκε πως την πρόσβαλε και αντέδρασε δήθεν θυμωμένη, λέγοντάς μου με έντονο ύφος αλλά φιλικό:

– Έπρεπε να το σκεφτώ πως όπου πας αφήνεις τη σκιά σου! Έπεσα έξω! Ένα τέτοιο γοητευτικό πλάσμα με τόση όμορφη καλλιτεχνική φύση να είσαι ιδιόρρυθμος και τόσο κακός! Λυπάμαι! και με τη χειρότερη διάθεση, πρόσθεσε: Μη μένεις άλλο μαζί μου! Φύγε σε παρακαλώ! κι έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα δυο της χέρια.

 Το πρόσωπο του άντρα έγινε ωχρό, οι γωνίες των ματιών του διευρύνθηκαν και η μορφή του πήρε την έκφραση του θλιμμένου. Έτσι σαν την κοίταξε επίμονα της είπε με τις λέξεις σμιλεμένες:

– Είμαι ένας τζέντλεμαν με καλή δουλειά, πολλά λεφτά και κάνω ταξίδια. Θα έλεγα «τζέντλεμαν των τραίνων» που δίνω λάμψη σε όμορφες κυρίες σαν κι εσένα!

 Το στοχαστικό του βλέμμα σαν τελείωσε τα λόγια του, αγκάλιασε ολόκληρη τη γυναίκα που το δέχτηκε και φάνηκε να ένιωσε το τσουρούφλισμά του. Έτσι προσπάθησε ν’ αμυνθεί στην επίθεσή του αλλά φαινόταν ανυπεράσπιστη. Το ακαθόριστο συναίσθημα τής αβεβαιότητας μετά από μια εφήμερη σχέση τη βασάνιζε. Φοβόταν πάντα τον εκχυδαϊσμό και ήθελε να τον αποφύγει. Μια αξιοπρεπή ερωτική έκφραση όμως μέσα στα πλαίσια της ηθικής πολύ θα την ήθελε. Ξαφνικά ο γυναικείος εγωισμός φτερούγισε μέσα της για να του πει εξεγερμένη:

– Τόσα βλέμματα μας κοιτάζουν, και, το παραμικρό που θα συμβεί μεταξύ μας μπορεί να φτάσει στ’ αυτιά του άντρα μου. Κι έχω τόσους γνωστούς ανάμεσα στον κόσμο.

– Τόσο μεγάλο είναι το ενδιαφέρον σου για τον άντρα σου; τη ρώτησε τότε ο ξένος κι άρχισε να γελά ειρωνικά με κέφι.

 Τούτη η γιορτινή του διάθεση την εκνεύρισε αλλά και τη γοήτευσε μαζί. Έτσι σαν έλεγξε την οργή της μπόρεσε και σκέφτηκε ήρεμα: «Είναι από τους σκληρούς διαπραγματευτές με το ασθενές φύλο και θέλει φαίνεται αυτή την παράλογη φάρσα να την κάνει ιστορία!»

 Έτσι του απάντησε με μια πρόθεση θετικής επικοινωνίας:

– Αγαπώ τον άντρα μου και το τοπίο μας δεν είναι ποτέ θολό. Μπορώ να υπολογίζω σ’ αυτόν και να είμαι ευτυχισμένη μέσα στην απεραντοσύνη και τη μεγαλοπρέπειά του!

 Ο άντρας την κάρφωσε μ’ ένα αιχμηρό βλέμμα και της είπε με στόμφο στη φωνή του:

– Καλό αυτό, αλλά δεν έχεις νιώσει ποτέ την εφήμερη περιπέτεια! Είναι αρκετή για να σου αποκαλύψει τον άλλον εαυτός σου!

 Αυτή αντέδρασε έντονα.

– Δε σε καταλαβαίνω, τι θέλεις να πεις; του ψέλλισε.

– Να νιώσεις προνομιούχα κι εκλεκτή στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα που το ακατέργαστο υποσυνείδητό σου τον ποθεί!

– Γιατί, υποψιάζεσαι κάτι; Η φωνή της έδειχνε να τρέμει.

– Ναι! και σπρώχνοντας προς το μέρος της το κινητό του, της είπε με σιγανή φωνή: «Πάρ’ τον και πες του πως το τραίνο έχει μία ώρα καθυστέρηση. Να είναι στο σταθμό και να σε περιμένει στις δύο. Μία ώρα μας φτάνει να ζήσουμε το μυστήριο του έρωτα .

 Η γυναίκα δίστασε για μια στιγμή ώσπου ν’ αποφασίσει τι θα κάνει. Κι όταν η επιθυμία νίκησε το φόβο, του είπε ανέκφραστα:

– Ώστε είμαι αιχμάλωτή σου;

– Αυτό δεν το ξέρω ακόμη! της αποκρίθηκε και της έκανε νεύμα να πάρει το κινητό.

 Τότε η γυναίκα έβγαλε από την τσάντα της το δικό της κινητό και με κάποια διστακτικότητα πάτησε τα πλήκτρα.

 Ο άντρας στο σπίτι συνέχιζε το διάβασμα του βιβλίου και ήταν απορροφημένος στη δράση τού ήρωα όταν ο χτύπος τού τηλεφώνου τον ξάφνιασε.

– Χλωμέ μου πάνθηρα μ’ ακούς; Η φωνή της γυναίκας του, του χάιδεψε τ’ αυτί και πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε την άκουσε να συμπληρώνει με μια ελαφρά ταραγμένη φωνή: Το τραίνο έχει μία ώρα καθυστέρηση! Να με περιμένεις στις δύο στο σταθμό! και η τόσο κοντινή και ηχηρή φωνή της έσβησε γεμάτη μυστήριο.

 ***

 Στη σουίτα που κρατούσε στην πόλη ο άντρας, περιορίστηκαν σε δυο δυνατά ποτά, λίγο πριν αποφασίσουν να κατακτήσει ολοσχερώς ο ένας τον άλλον. Ύστερα ο άντρας την πήρε απ’ το χέρι και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Κι εκεί πλέον στη ζεστή θαλπωρή τού κρεβατιού αφέθηκαν και οι δυο στον ίλιγγο του πάθους και της πλήρους εξουθένωσης των ενστίχτων.

 Σε λίγο φεύγοντας, ο άντρας τη ρώτησε αν νιώθει γοητευμένη ή ντροπιασμένη. Εκείνη τον κοίταξε τρυφερά και του είπε γλιστρώντας σαν χέλι μέσα από τα χέρια του:

– Μου έδωσες τη λάμψη που τη χρειαζόμουνα και σ’ ευχαριστώ! Είμαι γοητευμένη!

 Στο σταθμό ο σύζυγός της αναβόσβησε τα φώτα τού αυτοκινήτου σαν την είδε να περιμένει στην πόρτα του και σταμάτησε δίπλα της. Εκείνη με την αίσθηση της εκλεκτής μπήκε μέσα κι ΄έπεσε στην αγκαλιά του.

– Χλωμέ μου πάνθηρα! Ήρθα! του ψιθύρισε κι απλώνοντας το χέρι της άνοιξε το ραδιόφωνο.

– Είχες καλό ταξίδι, μαγεμένη μου; τη ρώτησε με φωνή που πνίγηκε στο ρυθμό τής μουσικής και την έσφιξε πάνω του.

– Υπέροχο! του είπε αυτή και η φωνή της βγήκε ακατέργαστη και φοβισμένη.

 Κι αφού ο άντρας την έσπρωξε ελαφρά από την αγκαλιά του, έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησε πατώντας δυνατά το ναρκωμένο γκάζι.

Comments are closed.