ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πάτρικ και Τζόαν Λι Φέρμορ: Εραστές μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια, μέσα από σπάνιο φωτογραφικό υλικό!

0

ΜΕΧΡΙ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η ΕΛΛΑΔΑ του Πάτρικ και της Τζόαν Λι Φέρμορ: Μια ιστορία φτιαγμένη από λέξεις και εικόνες. Ο συγγραφέας και περιηγητής και η φωτογράφος σύζυγός του, Βρετανοί και οι δύο, που αγάπησαν την Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν στη Μάνη και διαφήμισαν όσο λίγοι αυτή τη δεύτερη πατρίδα τους.

Της ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ
Από iefimerida.gr

Στη σκιά του Ταϋγέτου πάνω στον Μεσσηνιακό κόλπο επέλεξαν να φτιάξουν το σπίτι τους και να διασχίσουν τη μυθιστορηματική τους ζωή ο Πάτρικ και η Τζόαν Λι Φέρμορ. Ο φιλέλληνας συγγραφέας και ερευνητής και η φωτογράφος σύζυγός του δεν είχαν τίποτα το συνηθισμένο. Ταξιδιώτες του κόσμου, με διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας, συναντήθηκαν και μοιράστηκαν πρώτα μια βαθιά φιλία, έναν έρωτα και ύστερα μια μεγάλη αγάπη που του ένωσε ως τον θάνατο.

Την ίδια αγάπη μοιράστηκαν και για την Ελλάδα: Εκείνος την αποτύπωσε στα βιβλία του και εκείνη στις φωτογραφίες της. Κι αν για τον Πάτρικ «Πάντυ» Λι Φέρμορ έχουν γραφτεί πολλά από πολλούς, για την Τζόαν, μια πρόσφατη βιογραφία της έρχεται να φωτίσει τις πτυχές μια προσωπικότητας που ξέφευγε από τα συνηθισμένα. Η έκθεση με τις φωτογραφίες της που οργάνωσε και φιλοξενεί το Μουσείο Μπενάκη πιστοποιεί ότι γυναίκες σαν αυτή μόνον απαρατήρητες δεν μπορούν να περάσουν.

Βρετανοί και οι δύο, με το ανήσυχο πνεύμα τους να είναι οδηγός στην περιπέτεια της ζωής, αποτύπωσαν με την πένα του εκείνος και με τον φακό της εκείνη, μια Ελλάδα απαράμιλλης ομορφιάς και μαζί έναν κόσμο με αξίες και ιδανικά. Γνωρίστηκαν το 1944 στο Κάιρο και έκτοτε, μαζί, ταξίδεψαν στη χώρα μας, μέχρι να αποφασίσουν να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο, επιλέγοντας, όπως ο Φέρμορ είχε πει, έναν τόπο «με καυτές πέτρες κι αγκάθια, λιόδεντρα και φραγκόσυκα».

Αριστοκρατικής καταγωγής, ατίθαση και αντισυμβατική, κόρη του υπουργού Ναυτιλίας του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόλτον Αϊρες Μόνσελ, η Τζόαν (1912-2003) υπήρξε καλλονή: Ψηλή, ξανθιά και αδύνατη, συνήθιζε να φοράει μαύρα γυαλιά και να ντύνεται εκκεντρικά, συνδυάζοντας μια σπάνια αισθητική με ένα μποέμικο στυλ. Οι δεσμοί της αποτελούσαν αντικείμενο σχολιασμού στις κουτσομπολίστιες στήλες των περιοδικών της εποχής, όπως και τα ρούχα της. Φανατική οπαδός των ελεύθερων σχέσεων, δεν έκρυψε ποτέ τους εραστές της και δεν δίσταζε να εγκαταλείπει τους συζύγους της όταν ερωτευόταν. Αλλωστε όταν γνώρισε τον Πάτρικ Λι Φέρμορ (1915-2011) ήταν ακόμα παντρεμένη με τον δημοσιογράφο της Daily Express Tζον Ράινερ.

Ερασιτέχνης φωτογράφος αποδείχτηκε πιο επαγγελματίας από τους επαγγελματίες, η Τζόαν αποτύπωσε με τον φακό της τον βομβαρδισμό του Λονδίνου, αφήνοντας πίσω της πραγματικά ντοκουμένα. Στο Κάιρο το 1944 γνώρισε τον Πάτρικ και πολύ σύντομα άρχισαν να ταξιδεύουν μαζί στην Ελλάδα _πρώτα στην Αθήνα και μετά στην Πελοπόννησο όπου τελικά και εγκαταστάθηκαν μαζί. Παντρεύτηκαν το 1968. Κάποιες από τις φωτογραφίες της δημοσιεύθηκαν στα βιβλία του βρετανού ερευνητή, ενώ οι περισσότερες βρίσκονταν, χαμένες και άγνωστες ως πρόσφατα. Οπως εξήγησε η επιμελήτρια της έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη, Ολίβια Στιούαρτ, που γνώρισε την Τζόαν το 1983 στην Καρδαμύλη, τα σλάιντ και τα αρνητικά των φωτογραφιών αυτών, βρέθηκαν μέσα σε χάρτινα κουτιά παπουτσιών στο πέτρινο σπίτι της Μάνης. Τις ανακάλυψε η ίδια όταν κλήθηκε από τον Πάτρικ, μετά τον θάνατο της Τζόαν, να τακτοποιήσει το δωμάτιο της φωτογράφου. Ενας πραγματικός θησαυρός ξεπήδησε, φανερώνοντας την Ελλάδα του ΄40, του ΄50 και του ΄60, σε ασπρόμαυρη εκδοχή.

Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, που το BBC είχε χαρακτηρίσει (όσο ζούσε) ως «έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή Βρετανούς περιηγητές», και «ένα κράμα ανάμεσα σε Ιντιάνα Τζόουνς, Τζέιμς Μποντ και Γράχαμ Γκριν», ήταν το δύσκολο παιδί μιας εύπορης οικογένειας. Αντί να προσαρμοστεί στις αυστηρές δομές των βρετανικών σχολείων που τον έστελναν οι γονείς του, προτιμούσε να διαβάζει αρχαίους έλληνες, λατινικά (λάτρετε τον Οράατιο) και Σαίξπηρ. Στόχος του, ωστόσο ήταν να γίνει στρατιωτικός, αλλά μεγάλη του αγάπη ήταν πάντα τα ταξίδια. Γι΄αυτό και στα 18 του ξεκίνησε από το Χουκ της Ολλανδίας να διασχίσει την Κεντρική Ευρώπη και να φτάσει ως την Κωνσταντινούπολη. Ηταν 8 Δεκεμβρίου του 1933, λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Την Πρωτοχρονιά του ΄35 έφτασε στον προορισμό του.

Οταν ξέσπασε ο Πόλεμος ο Φέρμορ κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά, αλλά λόγω των γνώσεων που είχε στον ελλαδικό χώρο, έγινε στρατιωτικός σύνδεσμος στην Αλβανία. Πολέμησε στην Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, επέστρεψε στην Κρήτη τρεις φορές, τη μία με αλεξίπτωτο. Συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του νησιού στη γερμανική κατοχή και μετείχε στην ομάδα που απήγαγε το 1944 τον Γερμανό διοικητή Χάινριχ Κράιπε.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Ανάμεσα σε ελιές και κυπαρίσσια, το σπίτι στη Μάνη αντιπροσώπετε πλήρως τον κόσμο του Πάτρικ και της Τζόαν και μαζί τον θαυμασμό και τη αγάπη που είχαν για την χώρα μας. Σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Νίκο Χατζημιχάλη, ο οποίος ωστόσο ακολούθησε τις συμβουλές και τις προτάσεις των ιδιοκτητών, το σπίτι περιλαμβάνει τρία πετρόκτιστα κτίσματα. Ο κήπος παραπέμεπι στο κλασικό μεσογειακό τοπίο με ελιές και κυπαρίσσια, σκίνους και αγριολούλουδα. Από κάτω, μέσω μιας πέτρινης σκάλας, η μικρή παραλία με τα βότσαλα και απέναντι το νησάκι Μερόπη _ο Φέρμορ συνήθιζε να κάνει τον γύρο του νησιού κολυμπώντας.

Γεμάτο βιβλία (υπολογίζονται σε επτά χιλιάδες τόμους) και φωτογραφίες, το σπίτι αποτελούσε μια σταθερή φωλιά για συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων. Αλλωστε ο Φέρμορ πίστευε πως πατρίδα του συγγραφέα είναι τα βιβλία του και σπίτι του εκεί που βρίσκεται η βιβλιοθήκη του.

Εκεί μαζεύοντας όλοι οι φίλοι και φιλοξενούμενοι του ζεύγους, όπως ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο οποίος του έχει ζωγραφίσει μέρη του σπιτιού ενώ του είχε δωρίσει και δύο γλυπτά. Με μια αισθητική που αποτελεί την επιτομή της απλότητας και διατρέχεται από την έννοια της φιλοξενίας, το πέτρινο σπίτι διέθετε και πολλά μπάνια, κάποια από τα οποία επνεδύθηκαν με μάρμαρα από το παλάτι του Μπάκινχαμ, όταν αυτό ανακαινίστηκε.

ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΦΕΡΜΟΡ

Ο κατάλογος είναι μεγάλος και εντυπωσιακός. Περιλαμβάνει από τον Γιώργο Σεφέρη και τον Γιώργο Κατσίμπαλη ως τον Λόρενς Ντάρελ, και από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο ως τον Τζαννή Τζαννετάκη, ενώ περίοτπη είναι η θέση του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Ο Φέρμορ μαζί με τον Γκίκα και τον ζωγράφο Τζον Κράξτον συνδέθηκαν με μια ιδιαίτερη φιλία, η οποία και αποτυπώθηκε σε σχετική έκθεση του Μουσείου Μπενάκη. Από τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας του, στα μέσα της δεκαετίας του ΄40 ως το τέλος της ζωής τους. Aνάμεσα στους επώνυμους φίλους και η Μάργκοτ Φοντέιν, την οποία φωτογράφισε μοναδικά η Τζόαν.

Εργα τέχνης, αποσπάσματα από κείμενα, φωτογραφίες, επιστολές, χειρόγραφα και εκδόσεις διατρέχουν μια κοινή πορεία ζωής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, που έχει ως αφετηρία και προορισμό την αγάπη τους για την Ελλάδα. Με καθοριστικό τον ρόλο των τόπων, αυτοί οι τρεις άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης εμπνεύστηκαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, από την Υδρα, την Καρδαμύλη, την Κρήτη και την Κέρκυρα. Κι αυτή τη διαδρομή είχε ακολουθήσει και η έκθεση.

Στη μεγάλη συντροφιά ωστόσο ανήκαν και οι απλοί άνθρωποι, ψαράδες, χωρικοί, που συνανστρέφονταν το ζευγάρι. Για τους Φέρμορ η κοινωνική τάξη δεν είχε καμία σημασία. Η μόνη αξία ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Η ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Με τις φωτογραφίες της η Τζόαν Φέρμορ αποτύπωσε μια ιδανική Ελλάδα, έτσι όπως την έζησε και την αγάπησε μέσα από δικά της μάτια αλλά και εκείνα τον Πάτρικ. Από την πλευρά του ο Φέρμορ, που όπως επισημαίνουν οι αναλυτές του έργου του, κατάφερε να μετατρέψει τη γεωγραφία σε ιστορία, εμβάθυνε στο παρελθόν και μίλησε για το παρόν με τρόπο τέτοιο ώστε να συμβάλει στην προβολή της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη. Με λέξεις και εικόνες, οι Φέρμορ άφησαν το δικό τους μοναδικό αποτύπωμα.

Αν και ήθελε να πεθάνει εκεί, στο σπίτι στην Καρδαμύλη, όπως η Τζόαν, ο Πάτρικ δεν τα κατάφερε. Χρειάστηκε να λείψει για λίγο στο Λονδίνο, όπου και πέθανε. Eίναι όμως σαν να μην έφυγε ποτέ…

ΕΚΘΕΣΗ: Joan Leigh Fermor: «Φωτογράφος και αγαπημένη» – Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη 1, Κολωνάκι) –  Ωρες λειτουργίας: Τετάρτη και Παρασκευή (από 10 π.μ. – 6 μ.μ.), Πέμπτη και Σάββατο (από 10 π.μ. έως τα μεσάνυχτα), Κυριακή (από 10 π.μ. έως 4 μ.μ.). Διάρκεια έως 21 Οκτωβρίου 2018.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας – Φωτογραφική Συλλογή Τζόαν Λι Φέρμορ – Εδιμβούργο.

Comments are closed.