ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΣΠΥΡΟΣ ΞΙΑΡΧΟΣ: Μαχητής δημοσιογράφος και συνεπής αγωνιστής

0
ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΕΡΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

 

xiarxosΟ ΣΠΥΡΟΣ ΞΙΑΡΧΟΣ (1921 – 1985) ήταν σαφώς μια από τις σημαντικότερες και συγχρόνως από τις διασημότερες προσωπικότητες της Καλαμάτας, και το γραπτό τούτο, προτίθεται αυτό  ακριβώς να αναδείξει, καθότι πολλές πλευρές της διαδρομής του ταυτίζονται και με την ιστορία της. Την πρωτοβουλία αυτή δεν την αναλαμβάνω με την ιδιότητα του ιστορικού ή του βιογράφου, αλλά με αυτήν του ιδιαίτερου και στενού φίλου και συντρόφου.

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Μαθηματικού, συγγραφέα

Μια φωτογραφία με το Σπύρο 36 χρόνια μετά…

13

 ΝΟΜΙΖΩ πως ήρθε η ώρα να δημοσιευτεί μετά από 36 χρόνια, αν θυμάμαι ακριβώς, η φωτογραφία αυτή του Σπύρου Τρουπάκη, που εδώ και χρόνια κοσμεί το γραφείο μου με αφορμή την ξεχωριστή αναφορά του Δημήτρη Φωτοπούλου στην ξεχωριστή προσωπικότητα του Σπύρου Ξιάρχου. 

Σε μια επόμενη αναφορά θα πούμε περισσότερα γι’ αυτή φωτογραφία και την «ιστορία» της.  Ο Σπύρος Ξιάρχος ανάμεσα σε φίλους στην Κυπαρισσία (με φόντο το λιμάνι από το «μπαλκόνι» του Γενναίου) μια ηλιόλουστη ημέρα το Γενάρη του 1982 στην πρώτη δίκη της «ΦΩΝΗΣ».  Οι περισσότεροι από τη μεγάλη αυτή παρέα μάρτυρες υπεράσπισης, φίλοι και συμπαραστάτες, σημαντικοί άνθρωποι της Κυπαρισσίας και όχι μόνο. 

Ο Σπύρος Ξιάρχος καθιστός, με το αστείρευτο χιούμορ «πρωταγωνιστεί» στη φωτογραφία και ως… διευθυντής ορχήστρας δίνει το σύνθημα για το «κλικ» του φωτογράφου!  Διακρίνονται οι αείμνηστοι λογοτέχνες και συγγραφείς Σοφία Φίλντιση, Χρήστος Πλακονούρης, Διονύσης Πιτταράς, Δημοσθένης Ζαδές, Μίμης Γεωργακόπουλος και Βασίλης Σταυρόπουλος καθώς και άλλοι φίλοι και συνεργάτες της νεότευκτης τότε «ΦΩΝΗΣ», ενώ δεν θα μπορούσα να λείπω κι εγώ, ο «κατηγορούμενος» σε δίκη για εκκλησιαστικό θέμα της εποχής. Μια δίκη που δεν έγινε ποτέ λόγω απαραδέκτου της δίωξης, μετά από τροποποίηση του μεταξικού νόμου περί Τύπου, που ήταν καθολικό αίτημα του δημοσιογραφικού κόσμου της μεταπολιτευτικής εποχής, ενδυναμώνοντας την ελευθεροτυπία στην Ελλάδα και την ελευθερία έκφρασης δημοσιογράφων και πολιτών.

Ετσι η παρέα στην ταβέρνα του Γενναίου πήρε χαρακτήρα πανηγυρικό και ο Σπύρος Ξιάρχος (δάσκαλος πραγματικός στη δημοσιογραφία και τη ζωή) έδωσε το δικό του ρεσιτάλ.  Μια παράσταση κυριολεκτικά αφού όσοι τον γνώριζαν θυμούνται τις χαρακτηριστικές θεατρικού Τύπου κινήσεις του, αλλά και τον τρόπο που απευθυνόταν σε φιλικές παρέες!  Εκεί μας βρήκε και μας απαθανάτισε ο Σπύρος Τρουπάκης, στον οποίο ο συνονόματός του Σπύρος Ξιάρχος, απ’ ότι θυμάμαι, … πόζαρε και «ειδικά», με τις γνωστές γκριμάτσες του! 

Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι, με τις ίδιες όμως αγωνίες για τη δημοκρατία και την ανάπτυξη της χώρας, που ήρθε αλλά ξανάφυγε, λόγω της αλόγιστης διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών…

Θ.Τ.

Θυμάμαι δε και την ακριβή ημερομηνία και ώρα της γνωριμίας μας. Ήταν αργά το βράδυ της 27ης Δεκεμβρίου του 1972. Την προηγουμένη είχε πραγματοποιηθεί η γενική συνέλευση του Συλλόγου Μεσσηνίων Φοιτητών στη Λαϊκή Σχολή, και ενώ οι προοδευτικοί φοιτητές είχαμε τη μεγίστη πλειοψηφία, λίγο μετά την έναρξη της συνεδρίασης, εισέβαλαν περισσότεροι από τριάντα Εσατζήδες (βεβαίως μη φοιτητές που είχαν έλθει με ένα πούλμαν) με πολιτικά, και άρχισαν με απειλές να προβοκάρουν τη συνέλευση, παρόντος μάλιστα και του μακαριστού Μητροπολίτη Χρυσοστόμου (Θέμελη), ο οποίος ήταν εκ του καταστατικού ισόβιος επίτιμος πρόεδρος του Συλλόγου.
Όταν δε ο μητροπολίτης (καθόταν στο υπερυψωμένο της αιθούσης με θέα προς τη συνέλευση), ζήτησε επί λέξει «σύνεση και φρόνηση, διότι όλα τα βλέμματα της πόλεως είναι στραμμένα προς τα πνευματικά της νιάτα», ένας εξ αυτών χτύπησε το χέρι του στο έδρανο και του είπε με απειλητικές προθέσεις: «εδώ κάνουμε πολιτική δεσπότη, ο δικός σου ρόλος περιορίζεται στην Εκκλησία, γι’ αυτό πρέπει να φύγεις αμέσως». Και βεβαίως η συνέλευση διελύθη.
ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ αυτά διαδραματίστηκαν στην κεντρική πλατεία, μπροστά δε από το «ΤΡΙΑΝΟΝ» είχαν συγκεντρωθεί και 40 περίπου χωροφύλακες με
άγριες διαθέσεις και απειλές, αλλά και γονείς που φοβόντουσαν για τα παιδιά τους. Η είδηση είχε διαρρεύσει από νωρίς και (λόγω αργίας) εκατοντάδες Καλαματιανοί είχαν συρρεύσει γύρω από τα γεγονότα, αρκετοί δε είπαν: «Επιτέλους, είχαμε από τους φοιτητές μας και μια αντιστασιακή – αντιδικτατορική πράξη και στην πόλη μας». Για την Ιστορία, μετά από 6 μήνες τους τον πήραμε αμιγώς το Σύλλογο με εμένα πρόεδρο και τον Τσαπραλή αντιπρόεδρο. Ο φίλος μου δικηγόρος Γιώργος Θ. Σπηλιώτης (φίλος του Σπύρου) με συνόδευσε στην ιστορική εφημερίδα το «ΘΑΡΡΟΣ» (1899) στην οδό Σταδίου μήπως και καταφέρουμε να δημοσιευθεί κάτι, διότι ακόμη η Χούντα και η λογοκρισία ήταν στις δόξες τους.
Εκεί σε ένα δωμάτιο με ένα τραπέζι και άπειρα χαρτιά ήταν ο Σπύρος, αξύριστος με ένα μόνον δόντι, τρώγοντας όμως στραγάλια και καπνίζοντας μια άγνωστη σε μένα μάρκα τσιγάρων «ΤΟ ΠΡΩΤΟ» που, όπως μου είπε αργότερα, παρότι πρώτα ήσαν τα φθηνότερα που κυκλοφορούσαν στην αγορά. Εντυπωσιάστηκα όταν μου πρότεινε να τα γράψω ακριβώς όπως διαδραματίστηκαν και θα τα βάλει αυτούσια. Και πράγματι έτσι έγινε. Επίσης ο Σπύρος όπως και ο Πάνος Σγουρέας έστειλαν ανταποκρίσεις και στον αθηναϊκό Τύπο, κι έτσι το θέμα έλαβε διαστάσεις εθνικής εμβέλειας.

Όσο διαρκούσε η δικτατορία στις διακοπές μου, πολλά βράδια τον επισκεπτόμουν τα μεσάνυκτα στο «ΘΑΡΡΟΣ» και ακούγαμε χαμηλόφωνα στα βραχέα την ελληνική εκπομπή του Λονδίνου. Εκεί ανακάλυψα μια σταθερή αντιπαλότητά του με τους τυπογράφους, γιατί ο Σπύρος κρατούσε ένα μικρό κενό στο κασέ μήπως προκύψει κάποια σημαντική είδηση της τελευταίας στιγμής. Εδώ θέλω να σημειώσω ότι εκείνη την εποχή το ΘΑΡΡΟΣ χρησιμοποιούσε ακόμη την τεχνολογία του Γουτεμβέργιου του 15ου αιώνα, χρησιμοποιώντας κινητά στοιχεία σε διάφορες γραμματοσειρές φτιαγμένες από μέταλλο, που έμπαιναν σε ειδικές θήκες τους σελιδοθέτες, και κατόπιν τις τοποθετούσαν στο επίπεδο πιεστήριο.

Σημειωτέον ότι τότε ο Ξιάρχος ήταν ο μοναδικός συντάκτης της εφημερίδας, πολύ αργότερα προσετέθη ο, επίσης φίλος μου, Θόδωρος Μπρεδήμας. To κυριακάτικο το ανελάμβανε εξ ολοκλήρου ο ιδιοκτήτης και εκδότης του, ο αείμνηστος Ιωάννης Αποστολάκης. Αργότερα μεταξύ άλλων, μου είχε αφηγηθεί το ακόλουθο πνευματώδες ευτράπελο: «Ήταν κατακαλόκαιρο και είχε επισκεφθεί την Καλαμάτα μια ενδιαφέρουσα γυναίκα με την οποία διατηρούσα σχέση στο παρελθόν, οπότε ήθελα να μας δουν όσο το δυνατόν λιγότεροι. Έγραψε, λοιπόν, «σκυλόψαρο μήκους 6 μέτρων εθεάθη να διασχίζει τις ακτές μας με κατεύθυνση από το ΞΕΝΙΑ προς το λιμένα… Και πράγματι η παραλία ήταν σχεδόν άδεια, και την απολαύσαμε χωρίς τα βλέμματα των περίεργων».

Ο ΣΠΥΡΟΣ ΞΙΑΡΧΟΣ γεννήθηκε στην Ανθούσα Μεσσηνίας, 30 Km βορείως της Καλαμάτας πλησίον του Μελιγαλά, και ήταν από τα μικράτα του ατίθασος
και ανυπότακτος, γι αυτό τον είχαν αποβάλλει από τα Γυμνάσια της Μεσσηνίας και έλαβε το Απολυτήριο του Γυμνασίου από το νυχτερινό Γυμνάσιο Καλαμάτας το 1963, σε ηλικία 42 ετών. Εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ από τους πρώτους, και αυτό το πλήρωσε ακριβά. Οι ταγματασφαλίτες βίασαν και σκότωσαν την αδελφή του Ασπασία μπροστά στη μάνα τους, και ο ίδιος κατέληξε στις φυλακές για επτάμισυ συναπτά έτη. Εκεί, διεύρυνε τις γνώσεις του και κατέστη οργανικός διανοούμενος. Μετά την αποφυλάκιση του εργάστηκε (μαζί με το Γιώργο Μπακόπουλο) στην απογευματινή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ της Καλαμάτας», η οποία έκλεισε στη δικτατορία, ενώ ο Σπύρος εξορίστηκε στη Γυάρο, παρότι ήταν ήδη πατέρας τριών ανήλικων κοριτσιών.
Το 1975 ο Σπύρος εξέδωσε τη δική του εβδομαδιαία εφημερίδα (κυκλοφορούσε κάθε Δευτέρα) «Η ΜΑΧΗ». Στο δεύτερο φύλλο μάλιστα φιλοξένησε ένα πολιτικό κείμενο μου (η πρώτη μου δημόσια «συγγραφική»
έκθεση, δυστυχώς δεν το διατηρώ στο αρχείο μου), που το τοποθέτησε μάλιστα εις θέσιν κυρίου άρθρου.
Η «ΜΑΧΗ» ήταν λίαν μαχητική και αποκαλυπτική και κυρίως εφημερίδα γνώμης, κάτι που έλειπε εκείνη την εποχή ολοκληρωτικώς από την Καλαμάτα. Τότε υπήρχαν μόνον το «ΘΑΡΡΟΣ» και η «ΣΗΜΑΙΑ», και με τη «ΜΑΧΗ» του ο Σπύρος, ελεύθερος πλέον ξεδίπλωσε όλο του το δημοσιογραφικό και συγγραφικό ταλέντο. Την έγραφε ολόκληρη την Κυριακή το πρωί (τις υπόλοιπες ημέρες εργαζόταν στο «ΘΑΡΡΟΣ»), κυρίως για να είναι φρέσκια και να εξαντλεί την επικαιρότητα.
Είναι δε ο μεγαλύτερος Γραφιάς που έχω γνωρίσει, έγραφε τα κομμάτια prima vista, χωρίς ανάσα και πολλές φορές μεγαλοφώνως γιατί υπήρχαν κι άλλοι στο γραφείο, που αγωνιούσαν να πάρουν μια πρώτη γεύση. Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ο Σπύρος τούς το επέτρεπε σκοπίμως (εγώ με τόσες παρουσίες δεν θα μπορούσα να γράψω ούτε μια γραμμή), γιατί τους χρησιμοποιούσε ως διαλαλητές στα καφενεία πριν την κυκλοφορία του φύλλου!
Χωρίς να λαϊκίζει, είχε πάντα ανοικτά μέτωπα με πολλούς παρανομούντες, ακόμη για ένα μεγάλο διάστημα και με την Καπνοβιομηχανία Καρέλια, απ’ όπου μάλιστα βγήκε νικητής. Αφορμή ήταν το γεγονός ότι δεν έδιναν τον ισολογισμό της επιχείρησης στη «ΜΑΧΗ». Ήταν δε της σχολής να διατηρεί σε όλους τους ευαίσθητους και κρίσιμους χώρους, που αντικειμενικά παράγουν και ειδήσεις, «πληροφοριοδότες», και σ’ αυτό τον διευκόλυνε η μεγάλου εύρους κοινωνικότητά του.
Μου είχε πει μια φορά: «Να ξέρεις Φωτόπουλε ότι οι ειδήσεις τρέχουν στους δρόμους, αν είσαι από το γραφείο στο σπίτι, κακώς διάλεξες αυτή τη δουλειά».
Διεκρίνετο δε για την αισθητική του χιούμορ του, αλλά και τον ανεπιφύλακτο αυτοσαρκασμό του.
ΜΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΗ δημοσιογραφικού τύπου δραστηριότητα του Ξιάρχου, που τον έκανε μάλιστα γνωστό στο πανελλήνιο, είναι οι ανταποκρίσεις του προς τις αθηναϊκές εφημερίδες.
Ήταν, λοιπόν, ανταποκριτής σε αρκετές εφημερίδες, διότι τότε οι ενεργοί δημοσιογράφοι ήσαν ελάχιστοι στην Καλαμάτα. Ήταν βεβαίως διαχρονικά στην εφημερίδα της Αριστεράς την «ΑΥΓΗ», αλλά είμαι σίγουρος και για το «ΒΗΜΑ», την «ΑΚΡΟΠΟΛΗ» και την «ΑΘΗΝΑΙΚΗ».
Τότε οι ανταποκριτές δεν ήσαν έμμισθοι, αλλά αμείβοντο με το κομμάτι. Επειδή δεν υπήρχαν email αλλά ούτε καν FAX, τα κείμενα τα διάβαζαν στους συντάκτες του επαρχιακού (τώρα δεν υπάρχει αυτό το τμήμα) της εφημερίδας από τον τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ.
O Ξιάρχος εξέδωσε κι ένα βιβλίο προσφορά στον ιστορικό του μέλλοντος, με τίτλο «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΙΓΑΛΑ», και υπότιτλο (Προ – κατά και μετά τη μάχη), το οποίο το θεωρώ το πληρέστερο και κυρίως μη μονόπλευρο, καθότι όπως γράφει και στον πρόλογο του, ο ίδιος πολέμησε στη μάχη για την εκπόρθηση του Μελιγαλά και ότι έμεινε στο Μελιγαλά μετά την κατάληψή του.
Ο Σπύρος ταλαιπωρήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του από καρκίνο στον πνεύμονα, αλλά έδωσε τη μάχη της ζωής και παρέμεινε μέχρι τέλους μάχιμος δημοσιογράφος.
Ήταν παντρεμένος με την Πότα Δημοπούλου και απέκτησαν τρεις κόρες, κατά σειράν τη Νάσα, την Άσπα και τη Φιλάνθη. 

 

 

Comments are closed.