fbpx

Κατερίνα Ξανθού, “Ενα μαγικό ταξίδι, (τότενες, μάνα μου…)” – Συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις “Ελυτρον” (Καλαμάτα, 2006)

0
Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ γεννήθηκε στην Καλαμάτα, όπου και έζησε τα παιδικά της χρόνια. Μετά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Αργότερα, ταξίδεψε στην Ελβετία και στην Ιταλία, όπου σπούδασε την τέχνη της χρυσοχοΐας, με την οποία εξακολούθησε να ασχολείται στην Αθήνα όπου ζει και σήμερα.
Του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το 2006 διακρίθηκε στον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος που διοργάνωσε η εφημερίδα «Ημερήσιος Κήρυκας» της Λάρισας, όπου έλαβε το δεύτερο βραβείο με το διήγημά της «Πώς να δικάσεις ένα τόσο πράσινο βλέμμα». Συμμετέχει στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, «Από Το Βυζάντιο Μέχρι Σήμερα» (εκδ. Χάρη Πάτση). Πεζά της έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό Τύπο.

ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ…

Στα διηγήματα του πρώτου της βιβλίου, που συντόμως παρουσιάζουμε εδώ, «Ένα μαγικό ταξίδι (τότενες, μάνα μου)», εκδόσεις Έλυτρον, Καλαμάτα 2006, η συγγραφέας περιγράφει καθημερινές στιγμές της κοινωνίας της Καλαμάτας κατά τις δεκαετίες του 50 και του 60, που όμως θα μπορούσαν να αφορούν μια οποιαδήποτε ελληνική επαρχιακή πόλη της περιόδου αυτής. Με χιούμορ και συγκίνηση αναπλάθει την ατμόσφαιρα της εποχής αυτής, με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά της. Το έργο παίρνει τον τίτλο «ένα μαγικό ταξίδι» από το ομώνυμο διήγημα, που περιγράφει πώς τα παιδιά σκαρφάλωναν λαθραία πάνω στα κάρα για να διανύσουν μια απόσταση, που όσο κι αν ήταν μικρή, στα μάτια της φαντασίας τους έμοιαζε με μαγικό ταξίδι. Η εποχή είναι η μετεμφυλιακή περίοδος με την κορύφωση της μετανάστευσης.

Η συγγραφέας με γλώσσα ρέουσα, ιδιαίτερα εκφραστική, που έχει αρκετά στοιχεία ντοπιολαλιάς και στους διαλόγους και στην αφήγηση, ζωντανεύει πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής εκείνης, με έντονο ρεαλισμό και με τάση απομυθοποίησης. Αποφεύγει κάθε εξιδανίκευση και κάποιες στιγμές πλησιάζει τα όρια του κυνισμού και του σαρκασμού, συνάμα όμως χαρίζει το στοιχείο της αναπόλησης ενός παρελθόντος, μιας εποχής που κάποια ιδιαίτερα στοιχεία της χάθηκαν. Τα διαχρονικά όμως ανθρώπινα στοιχεία, του χαρακτήρα και του πάθους, που δεν χάνουν βέβαια ποτέ την αξία και το ενδιαφέρον τους, συναντούν στο έργο αυτό μια ιδιαίτερα εκφραστική περιγραφή τους. Η διαμόρφωση των διαφορετικών χαρακτήρων γίνεται με αξιοσημείωτα εύστοχους τρόπους, που επιτυγχάνουν ιδιαίτερη πειστικότητα και που ζωντανεύουν έναν ολόκληρο κόσμο στον νου του αναγνώστη.

«ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ»…

Στο διήγημα «οι καταθέσεις» περιγράφεται ο χαρακτήρας του Μελέτη Χατζή, του οινοπαντοπώλη της γειτονιάς, ενός ανθρώπου παθολογικά τσιγκούνη, που εκμεταλλεύεται χωρίς οίκτο και με αχαριστία τους συμπολίτες του. Πολύτεκνος και έχοντας αποκτήσει μεγάλη περιουσία, οδηγεί την οικογένειά του, λόγω του πάθους της φιλαργυρίας του, στην τραγωδία. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που ο Μελέτης, παρά την αντίθετη στάση της γυναίκας του της Θεανώς, αποπαίρνει και διώχνει απ’ το σπίτι του μια φτωχή ζητιάνα.:

«Ένα πρωί, πρώτη άνοιξη θα ’τανε μετά τον πόλεμο, κάνε δεύτερη, θα σε γελάσω, η Θεανώ είχε κατέβει στο μαγαζί και μίλαγε με τον άντρα της. Στα χέρια κράταγε ένα μεγάλο καρβέλι φρέσκο ψωμί που ’χε ζυμώσει κι ετοιμαζότανε να το κόψει, να του αφήσει μια φέτα για κολατσό. Κείνη την ώρα στην πόρτα του μαγαζού ήρθε και στάθηκε μια γυναίκα. Ήτανε ντυμένη στα μαύρα απ’ την κορφή ως τα νύχια και το φακιόλι που φόραγε στο κεφάλι, της τύλιγε και τη μούρη μέχρι και πάνω απ’ τη μύτη. Σκυφτή καθώς ήτανε, με το μαντήλι κεραμίδι στο κούτελο, ούτε τα μάτια της δεν φαίνονταν. Δεν είχε ούτε σακούλι ούτε μπουρούκι. Σκέτη, με τα χέρια ελεύθερα ν’ απλώνονται ’δώθε-’κείθε. Άπλωσε ήρεμα το χέρι και χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της, είπε με φωνή που μόλις ακουγότανε:

-Δώσε μια μπουκιά ψωμί, να χαρείς υγειά και φαμελιά… Πεινάνε τα παιδιά μου…

Μια στιγμή παράξενης, ανατριχιασμένης σιωπής έπεσε ανάμεσα στη γυναίκα και τ’ αντρόγενο. Καθώς η Θεανώ γύρισε να κοιτάξει, εκείνος βρίσκει την ευκαιρία να της βουτήξει απ’ τα χέρια το καρβέλι. Το εξαφάνισε και πήρε τη διακονιάρα απ’ τα μούτρα:

-Δεν έχουμε, δεν έχουμε, δεν περισσεύει! Πάρε δρόμο! Δρόμο! Πού να το βρούμε το ψωμί; Ακούς εκεί! Τι το περάσαμε ’δω πέρα; Φιλανθρωπικό ίδρυμα το περάσαμε; Κι εμείς παιδιά έχουμε να ταΐσουμε αλλά δε βγαίνoυμε στη διακονιά. Ορίστε μας!

Κάτι πήγε να πει εκείνη για να πάρει τη φαρμακερή απάντηση:

-Α, άκου να σου ειπώ, γυναίκα! Το κουμάντο εδώ μέσα είναι δικό μου και σ’ όποιον αρέσει. Σ’ όποιονε δεν αρέσει να πάει από ’κει που ’ρθε! Συνεννοηθήκαμε; Άντε μπράβο! Λοιπόν, τράβα πάνου να κάνεις κανιά δουλειά γιατί τελευταία τα ’χεις φορτώσει στον κόκορα, κυρία … Θεανώ!

Σαν να της τα ’χε μαζεμένα.

Εκείνη, χωρίς να βγάλει άχνα, γύρισε να φύγει κι έριξε μια ματιά γιομάτη συγγνώμη στη ζητιάνα που απομακρυνότανε μουρμουρίζοντας. Όμως, την παραξένεψε το χέρι της, που φεύγοντας το σήκωσε σε μια περίεργη κίνηση. Πήγαινε να μοιάσει με χαιρετισμό, αλλά θύμιζε και δικαστή, που όταν αγορεύει, το δάχτυλό του δείχνει πάντα τον ουρανό. Η Θεανώ πήγε κοντά στον άντρα της:

-Βάστα να σου ειπώ, βρε Μελέτη, έκανε σιγά, ετούτη δεν είναι η γυναίκα του Σταύρου του Μιχαλόπουλου;

-Όποια θέλει ας είναι, τι να της κάνω ’γω; Άιντε τράβα απάνου να τηράξεις τις δουλειές σου!

-Ναι, αλλά… ολόκληρο κτήμα τους πήρες…

-Τράβα πάνου σου είπα! Και μην ανακατώνεσαι! Τράβα! Αχάριστη γυναίκα!

Τρεις μήνες μετά, πάνου-κάτου, άρχισε η συρρίκνωση της φαμελιάς του…».

“Η ΘΥΣΙΑ”….

Στο διήγημα «Η “θυσία”» περιγράφεται σπαρταριστά η προσωπικότητα και η οικογενειακή ζωή μιας πολύ χαρακτηριστικής και ιδιαίτερης γυναικείας μορφής, της Φούλας. Η Φούλα, σύζυγος και μητέρα, ήταν μια γυναίκα καπάτσα, τσαούσα και καβγατζού.

Στο διήγημα «Ο λογαριασμός» θέμα είναι το ανεκπλήρωτο ερωτικό πάθος του κεντρικού ήρωα, του Βαγγέλη, ενός δοσίλογου στα χρόνια της κατοχής, ο οποίος κατά την περίοδο εκείνη αναφέρεται ότι είχε διαπράξει εγκλήματα. Πάθος για την Όλγα, μια πολύ όμορφη χήρα με δύο κόρες. Με γλαφυρό τρόπο περιγράφεται αυτό το πάθος και οι ψυχολογικές καταστάσεις του Βαγγέλη σε διάφορα περιστατικά, ο βίαιος χαρακτήρας του, η περίεργη σχέση με τη γυναίκα και τα παιδιά του και η στάση του απέναντι στους ανθρώπους της γειτονιάς.

Σε διάφορα διηγήματα της συλλογής, όπως, για παράδειγμα, στο διήγημα «Του φεγγαριού το γέλιο», υπάρχουν σκηνές ή γίνεται αναφορά στις παρέες των γυναικών της γειτονιάς τα καλοκαιρινά απογεύματα στα σοκάκια.

«Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΛΟΡΔΩΝΕ»…

Στο διήγημα «Η βουλή των Λόρδωνε» παρουσιάζονται σκηνές από τη ζωή του Ηρακλή, ενός φτωχού οικογενειάρχη βιοπαλαιστή και της γυναίκας του Κατίνας. Ο Ηρακλής, ανάλογα με την εποχή και με τη ζήτηση, είναι μικροπωλητής και πουλάει σε διάφορα σημεία της πόλης μορώνια ή μελάτο ή μυγδαλάτο παστέλι που του φτιάχνει η Κατίνα, ή παγωτό καϊμάκι και κρέμα-σοκολάτα. Αλλά είναι και συχνός θαμώνας και τακτικό μέλος της λεγόμενης «Βουλής των Λόρδωνε»:

«…Η “Συνάντησις” λεγότανε η ταβέρνα. «Η βουλή των λόρδωνε», την έλεγε η Κατίνα.

Ανήλιαγο και μισοσκότεινο το καπηλειό με το τσιμέντο του κατάμαυρο απ’ την καρβουνόσκονη, δεχότανε καθημερινά τους «βουλευτές» πουλώντας τους το βήμα. Όλοι με το μεταπτυχιακό στην τσέπη. Ανώτερες οι σπουδές στη ζωή του καθενού, και αλμυρές. Τραβούσανε πολύ κρασί. Σαν τα νερόφιδα μαζεύονταν όλοι κάτου απ’ τα κρασοβάρελα. Μετά τα πρώτα ποτήρια, έτοιμοι πρωθυπουργοί πια, να ‘βλεπες για πότε λύνανε τα προβλήματα του τόπου το ‘να πίσω τ’ άλλο! Τόσο γρήγορα, εύκολα κι αποτελεσματικά που απορούσες πώς γινότανε και στη δική τους ζωή δεν κατάφερναν να προχωρήσουνε βήμα πιο πέρα. Στην αρχή, η αλήθεια είναι, συναντάγανε κάποιες δυσκολίες. Αλλά ήτανε μέχρι να κατεβάσει ο καθένας το ποτήρι που χρειαζότανε, το πρώτο ή το πέμπτο, ανάλογα. Και τότε το μυαλό έβρισκε το δρόμο του κι έπαιρνε μπρος. Τότε τα ζητήματα μπαίνανε σε σειρά προτεραιότητας κι ένα ένα βρίσκανε τη λύση τους».

Στο διήγημα «Έχω πεθάνει, μην ανησυχείς», η κύρια σκηνή είναι η συνάντηση των γυναικών της γειτονιάς αργά το απόγευμα, που κάθονται και συζητούν έχοντας βγάλει καρέκλες στην άκρη του δρόμου, αφού έχουν πρώτα καταβρέξει για να μη σηκώνεται σκόνη. Μιλούν η κάθε μία για τη ζωή της και συχνά ο λόγος έρχεται στη φοβερή περίοδο του πολέμου, της κατοχής και στο τραύμα του εμφυλίου πολέμου, για τον οποίο ή αποφεύγουν να μιλούν ή προσέχουν πάρα πολύ.

«ΤΟ ΑΔΙΚΟ»…

Στο διήγημα «Το άδικο» παρουσιάζεται και πάλι μια παρέα γυναικών της γειτονιάς στη ρούγα, να κουβεντιάζουν. Εμφανίζεται και η Κατερίνα, μια κοπέλα της γειτονιάς είκοσι δύο τότε χρόνων, ψηλή, καστανή και νόστιμη, αλλά έχοντας εκ γενετής ατροφικά το δεξί της χέρι και πόδι. Περιγράφεται στην αφήγηση η κατάστασή της, καθώς και περιστατικά του παρελθόντος και κατόπιν η ιστορία εκτυλίσσεται. Πρόκειται για την τραγική πορεία της Κατερίνας, με την οποία έχει συνευρεθεί ερωτικά ο Τριαντάφυλλος, γιος μεγαλοκτηματία, και στη συνέχεια την έχει εγκαταλείψει αμέσως. Περιγράφονται περιστατικά σχετικά με τον καημό της Κατερίνας και τις μάταιες ελπίδες της. Μια γειτόνισσα, η κυρά Φούλα, παρακαλείται να μιλήσει στον πατέρα του Τριαντάφυλλου:

«Η Φούλα πάντως το καλό το έκανε κι ας μην έβγαλε τίποτα. Πήγε κι έπιασε τον πατέρα του λεβέντη.

-Ο γιος σου, μαστρο-Καρούμπα, εγκλημάτισε! ‘Πείραξε’ ορφανό κι ανάπηρο κορίτσι και χάθηκε σαν τον κλέφτη. Ντροπής! Δεν κάνουνε έτσι οι άντρες.

-Κι εσένα τι λόγος σου πέφτει; Τι σου είναι η κοπέλα: Κόρη σου είναι ή αδερφή σου; απάντησε ο τσιφλικάς, ένα θερίο μες στη βρώμα.

-Άκου να σου ειπώ, αγρίεψε η Φούλα, αμάθητη σε παντιέρες σηκωμένες από σερνικά, το δικαίωμα να ’ρθω να σε βρω, μου το ’δωσε η κατάσταση του κοριτσού, που το έρμο έχει χτικιάσει απ’ τον καημό του. Κι εσύ, αν είσαι σωστός πατέρας, πρέπει να κάμεις το χρέος σου. Και ν’ αφήκεις το καμάρι. Γιατ’ είναι ντροπής σου αυτό που γίνηκε!

-Δηλαδή σαν τι να κάμω; Να του ειπώ να τήνε πάρει; Μια σακάτισσα; Και τι φαμελιά θα φτιάξει;

-Α έτσι! Για να βγάλει όμως τα μάτια του ήτανε καλή, ε;

-Εεε, και τι θες να σου κάμω; Ας προσέχουνε και τα θηλυκά. Ο άντρας είναι άντρας και … του κρέμεται. Πολύ θέλει; Ποιος ξέρει τι του ’καμε και τόνε ξεσήκωσε, έκανε γελώντας».

Το διήγημα προχωρεί προς την τραγική του κατάληξη και τη θεία δίκη για το άδικο. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που αναφέρεται στο τέλος της Κατερίνας, όπου το ροζ λουλούδι, που αναφέρεται, είναι εκείνο που της είχε προσφέρει ο Τριαντάφυλλος :

«…Η Κατερίνα κουράστηκε να στολίζεται. Γίνηκε ένα ξεμάλλιαγο βρώμικο ζωντανό που η παλιά φιγούρα της έμοιαζε μπροστά του πριγκίπισσα. Δεν κουράστηκε να περιμένει. Λίγο καιρό μετά η μάνα της, ετών σαράντα έξι, συχωρέθηκε. Άφησε στην κόρη κληρονομιά όλο της το έχει: την μποτίλια με το κρασί να την αποτελειώσει στο ατέλειωτο και μάταιο περίμενε του Τριαντάφυλλου, και τη βάβω. Κι η Κατερίνα τα κατάφερε. Άδειασε την μποτίλια, καβάλησε απάνου της και πέταξε. Ένα ξημέρωμα τήνε βρήκε η βάβω της στο κρεβάτι μπλάβη, κοκαλωμένη. Πλάι της, κάτου στο τσιμέντο, άδειο το μπουκάλι απ’ το κρασί και στο χέρι είχε κλειδωμένο ένα κατάξερο ροζ τριαντάφυλλο. Έμπηξε η βάβω τις σκουξιές, είχε έρθει πια κι η σειρά της, ήρθανε τήνε πήρανε. Είπανε πως έσκασε απ’ το πολύ κρασί. Κι όπως τη σηκώνανε ξεφύγανε δυο τρία φύλλα απ’ το ξερό λουλούδι και πέσανε χάμου. Το υπόλοιπο, σκαλωμένο με τ’ αγκάθια στη χούφτα της, το πήρε μαζί της…».

«ΟΥΤΕ ΕΝΑ “ΓΕΙΑ”»

Στο διήγημα «ούτε ένα “γεια”» παρουσιάζεται η σύγκρουση ανάμεσα σε μια συμβατική και προσεκτική στάση ζωής που επιδιώκει να εκπληρωθούν όσο είναι δυνατόν οι πόθοι και οι επιδιώξεις ενός ανθρώπου που προσπαθεί να υπερβεί ή να παρακάμψει αδυναμίες του, προκειμένου να ζήσει με τις αξίες του κοινωνικού του περίγυρου όσο γίνεται καλύτερα και, από την άλλη πλευρά, σε μία αντισυμβατική στάση ζωής που αφήνει απείραχτο και υπερασπίζεται απόλυτα ένα έμφυτο πάθος γι α χαρά, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Δύο αδελφές, η Λευκή και η Αθηνά, αντιπροσωπεύουν αυτές τις δύο στάσεις και φτάνουν μέχρι την πλήρη πραγματοποίηση αυτών των συνεπειών, την πλήρη απομάκρυνση της μιας απ’ την άλλη.

  • Τέλος, το διήγημα «Φλόρα τη λέγανε» παρουσιάζει τις διάφορες φάσεις της διπλής σχέσης που έχει η Φλόρα, μια πρώην πόρνη, με τον γηραιό μεγαλοκτηματία σύζυγό της Νικήτα και με τον κουμπάρο τους Στόκλη. Διαγράφονται πειστικά οι χαρακτήρες αυτοί, καθώς και ο χαρακτήρας της Βιβής, συζύγου του Στόκλη. Και δίνεται ανάγλυφα ο κοινωνικός περίγυρος της επαρχιακής πόλης, εντός του οποίου εκτυλίσσεται η υπόθεση.

Η Κατερίνα Ξάνθου στα διηγήματα της συλλογής αυτής κατορθώνει, με αξιοπρόσεκτη αληθοφάνεια και οικονομία λόγου, να ζωντανέψει σκηνές μιας λίγο προγενέστερης εποχής, με μια ιδιαίτερη ματιά. Να ζωντανέψει προκαταλήψεις, πάθη, οράματα κι επιδιώξεις, παθήματα και περιπέτειες καθημερινών ανθρώπων, η αξία της αισθητικής εξιστόρησης των οποίων, είναι διαχρονική.

Share.