fbpx

Ρεαλισμός των μοιραίων σχέσεων

0

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ, «ΕΝΑ ΜΟΙΡΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ», ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΡΟΜΩΝ», ΑΘΗΝΑ 2017)

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΞΑΝΘΟΥ έχει δημοσιεύσει δυο συλλογές διηγημάτων, «Ένα μαγικό ταξίδι (τότενες, μάνα μου)», εκδόσεις Έλυτρον, Καλαμάτα 2006 και «Ένα Μοιραίο Γράμμα», εκδ. Δρόμων, Αθήνα 2017, που αποτελείται από 13 διηγήματα και για το οποίο γίνεται η παρούσα αναφορά.

 Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Με το ντεμπούτο της στα ελληνικά γράμματα, με τα διηγήματα του πρώτου της βιβλίου, «Ένα μαγικό ταξίδι (τότενες, μάνα μου)», η συγγραφέας περιέγραψε καθημερινές στιγμές της κοινωνίας μιας επαρχιακής ελληνικής πόλης που δεν κατονομάζεται, κατά τις δεκαετίες του 50 και του 60. Με χιούμορ και συγκίνηση ανέπλασε την ατμόσφαιρα της εποχής αυτής, με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά της. Η εποχή ήταν η μετεμφυλιακή περίοδος με την κορύφωση της μετανάστευσης. Στο πρώτο της αυτό έργο, η συγγραφέας με γλώσσα ρέουσα, ιδιαίτερα εκφραστική, που έχει αρκετά στοιχεία ντοπιολαλιάς και στους διαλόγους και στην αφήγηση, ζωντάνεψε πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής εκείνης, με έντονο ρεαλισμό και με τάση απομυθοποίησης. Απέφυγε κάθε εξιδανίκευση και κάποιες στιγμές πλησίασε τα όρια του κυνισμού και του σαρκασμού, συνάμα όμως χάρισε το στοιχείο της αναπόλησης ενός παρελθόντος, μιας εποχής που κάποια ιδιαίτερα στοιχεία της χάθηκαν. Τα διαχρονικά όμως ανθρώπινα στοιχεία, του χαρακτήρα και του πάθους, που δεν χάνουν βέβαια ποτέ την αξία και το ενδιαφέρον τους, συναντούν στο έργο αυτό μια ιδιαίτερα εκφραστική περιγραφή τους. Η διαμόρφωση των διαφορετικών χαρακτήρων έγινε με αξιοσημείωτα εύστοχους τρόπους, που επιτυγχάνουν ιδιαίτερη πειστικότητα και που ζωντανεύουν έναν ολόκληρο κόσμο στον νου του αναγνώστη.

Κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά συναντάμε και στη σημερινή δεύτερη συλλογή διηγημάτων της «Ένα μοιραίο γράμμα», που παίρνει τον τίτλο της από το ομώνυμο διήγημα, στο οποίο, ένα γράμμα που τυχαία φτάνει στα χέρια του ήρωα, τον κάνει να αλλάξει στάση και να δώσει μια άλλη ερμηνεία στα γεγονότα, με μοιραίο αποτέλεσμα.

Οι περισσότεροι από τους ήρωες δείχνουν ένα ιδιαίτερο πείσμα, μια εμμονή στο πάθος ή στο στόχο τους, που τους οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται έχει λαϊκές εκφράσεις, παροιμίες που διατυπώνονται εύστοχα και εκφράζουν πράγματι την κατάσταση στην οποία αναφέρονται. Μια γλώσσα που εκφέρεται άμεσα, σαν μια προφορική διήγηση, εκφραστική, που ζωντανεύει τις καταστάσεις και τα πρόσωπα, πειστική, που προσδίδει στο έργο αξιοσημείωτη αληθοφάνεια ακόμα και σε περιστατικά ακραίας εκδήλωσης πάθους. Αντίθετα με την προηγούμενη συλλογή διηγημάτων, κάποιες από τις ιστορίες εκτυλίσσονται στο αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας.

Στο διήγημα «Ευτυχία είναι…» περιγράφεται αναλυτικά το προξενιό που κάνει η Βάλια στην Ευτυχία, πείθοντάς την να παντρευτεί τον Πότη, που αποδεικνύεται συστηματικός άεργος και που για να την φοβίζει προσποιείται ότι είναι νταής και ότι παίρνει μέρος σε συμπλοκές. Η Ευτυχία, φοβισμένη και αισθανόμενη χρέος στον Πότη που την νυμφεύθηκε πριν μείνει γεροντοκόρη, υπομένει. Ακόμα και όταν η φίλη της Γωγώ της τονίζει ότι ο Πότης προσποιείται για να την εκμεταλλεύεται, η Ευτυχία το αρνείται και της κόβει κάθε συζήτηση.

Στο διήγημα «Η γλώσσα του Θεού» κεντρικό πρόσωπο είναι η Έλλη, μια γυναίκα σπάνιας ομορφιάς που μοιάζει με τσιγγάνα. Συνάπτει σχέση με τον Σπύρο, αλλά η πολύχρονη σχέση της δεν καταλήγει σε γάμο, λόγω της επίμονης άρνησης της μητέρας του Σπύρου. Το πρόσωπο όμως του οποίου ο χαρακτήρας αναπτύσσεται περισσότερο και που λόγω της έντασης του πάθους του επισκιάζει τα υπόλοιπα, είναι ο Θανάσης Τραμπόγλου, ένας οδηγός νταλίκας, οικογενειάρχης και πολύτεκνος, ο οποίος εκδηλώνει πολύ επιθετικά τον έρωτά του για την Έλλη, συναντώντας την απόλυτη και διαρκή άρνησή της, γεγονός που κάποια στιγμή τον οδηγεί σε έκρηξη βίας. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε έναν συνοικισμό της πόλης, με Μικρασιάτες πρόσφυγες από διάφορες περιοχές. Τον τίτλο του διηγήματος χαρίζει μια γριά Μικρασιάτισσα που λέει σε μια στιγμή στην Έλλη, αναφερόμενη στον Θεό και θέλοντας να σχολιάσει ενδοιασμούς της:

«Αν δεν ξεύρουμε ’μεις τη γλώσσα του, ξεύρει Εκείνος τη δικιά μας».

Στο διήγημα «άρωμα λεμονιού» παρουσιάζεται η κατιούσα πορεία μιας ηθοποιού, της Ευανθίας, η οποία, έχοντας μεγάλη ιδέα για την ομορφιά και το ταλέντο της επιδιώκει τη μεγάλη επιτυχία και τη μεγάλη ζωή. Αρνείται να παντρευτεί έναν πλούσιο έμπορο, που τον αποκαλούσαν «λεμονέμπορα», θεωρώντας ότι δεν της αξίζει. Στο πέρασμα των χρόνων γνωρίζει απογοητεύσεις και αποτυχίες, επαγγελματικές κι ερωτικές. Της είναι αδύνατον κάποια στιγμή να βρει την παραμικρή δουλειά στο θέατρο και τελικά δέχεται την ταπεινή δουλειά του καθαριστή ψαριών σ’ ένα ιχθυοπωλείο. Εκεί, κάποια στιγμή εξυπηρετεί μια κοπέλα που αγοράζει πάρα πολλά ψάρια για ένα μεγάλο δείπνο:

«Έναν κόσμο λεφτά πλήρωσε κι έφυγε αφήνοντας τα ρέστα για τη γυναίκα που τα καθάρισε.

-Δυο τέτοιους πελάτες να ’χουμε την ημέρα δε θέλουμε τίποτ’ άλλο, λέει ο ψαράς και η φάτσα του φωτίστηκε.

-Θα τα φυσάει φαίνεται, λέει η Ευανθία σκουπίζοντας τα χέρια της.

-Αν τα φυσάει; Ούτε κείνος ξέρει τι έχει!

-Ποιος είναι, τον ξέρω;

-Θα τον έχεις ακουστά, ο Παναγιωτόπουλος, ο ‘λεμονέμπορας’! Έτσι λέγανε τον πατέρα του γιατί εφόδιαζε την Ελλάδα με λεμόνια και του ’μεινε το παρατσούκλι. Αλλά ετούτος κάνει κι άλλα. Εργολαβίες, χρηματιστήριο, πολλά.

-Κι αυτή; Γραμματέας του;

-Ποια γραμματέας, η γυναίκα του είναι. Πριν λίγο καιρό παντρευτήκανε. Ρουμάνα ψωμόλυσσα ήτανε, αλλά γάτα με βέλο! Τον τύλιξε κι έκανε την τύχη της! Αφήνουνε τέτοια κελεπούρια, δεν τ’ αφήνουνε! Έχει και μαύρο υπηρέτη να της κουβαλάει τα ψώνια, χαχα! Απ’ τους εργάτες, που έχει ο άντρας της.

Η βάρδια τελείωσε. Πληγωμένη σαν να έχασε τον πρώτο λαχνό απ’ το λαχείο που πέταξε, η Ευανθία ετοιμάζεται. Δε βλέπει την ώρα να φύγει. Μακριά. Απ’ όλα! …»

Ποικιλία ερωτικών παθών και εξωσυζυγικών σχέσεων, που συχνά έχουν τραγική κατάληξη, ή έλλειψη και αναζήτηση της ερωτικής σχέσης περιλαμβάνονται στα διηγήματα «Πέντε φονικά λεπτά», «Ξέρεις να κλέψεις…», «“Aξιος” των παθών του», «Υποταγή», «Το τετράφυλλο τριφύλλι», «Ε, ναι, λοιπόν».

Στο διήγημα «Υποταγή» περιγράφονται οι σκέψεις της Κερασιάς, της συζύγου του Αγγελή, οδηγού ταξί με έντονη εξωσυζυγική ζωή. Βασανιζόμενη από τη ζήλεια της και από τη λατρεία της για τον Αγγελή, η Κερασιά ανακαλεί στον νου της διάφορα γεγονότα που προδίδουν ότι ο σύζυγός της έχει εξωσυζυγική σχέση, καθώς και προγενέστερα γεγονότα που αφορούν προηγούμενές του ερωτικές περιπέτειες. Κάποια στιγμή κατορθώνει να μάθει τη διεύθυνση της ερωμένης του συζύγου της, μιας φτωχής και άνεργης γυναίκας με ένα μικρό παιδί και να την επισκεφθεί δήθεν για να την βοηθήσει, χωρίς η άλλη να μάθει την ταυτότητά της. Στη συνάντηση της γεννιέται η υποψία ότι το παιδί είναι του Αγγελή, μια υποψία που πλησιάζει τη βεβαιότητα καθώς μια μια οι λεπτομέρειες που έρχονται σε γνώση της συνηγορούν γι αυτό. Περνά από έντονες ψυχικές διακυμάνσεις:

«Η σκέψη του παιδιού, του τόσο λαχταρισμένου στη ζωή της, έριξε νερό στ’ αλάτι κι άδικα παλεύει να εμποδίσει τη διάλυσή του… Από τότε που πάψανε με τον Αγγελή να ελπίζουνε σ’ ένα παιδί, αποφεύγανε και τις κουβέντες πάνου σ’ αυτό το ζήτημα..». Και το διήγημα κλείνει ως εξής:

«Νύχτωσε. Ο δρόμος για το σπίτι είναι κάμποσος, αλλά εκείνη νιώθει ανάλαφρη σαν να έχασε κάμποσα απ’ τα ένοχα κιλά της. Καινούργια πόρτα ανοίχτηκε κι ο νους της μπήκε μέσα και ψάχνει με λαχτάρα. Τη Γιoύλα δεν τη λυπήθηκε, τη λογάριασε. Και βρήκε πως πρέπει να την υπολογίζει.

Ακου να ιδείς τι έπαθα! Πήγα να βρω την αγαπητικιά του άντρα μου κι αντί να της βγάλω τα μαλλιά, της τα χάιδεψα σαν να της έδωκα μπραβείο! Κι όχι μονάχα αυτό, τη χαρτζιλίκωσα κι από πάνου! Αν δεν είν’ αυτός ο αληθινός έρωτας τότε ποιος είναι;’ μουρμουράει κι ένας βαθύς στεναγμός βγαίνει από μέσα της.

Ξύπνησε χαράματα. Ο Αγγελής ροχάλιζε πλάι της. Ούτε που τον πήρε χαμπάρι πότε γύρισε. Σηκώθηκε με τρόπο και βγήκε απ’ την κάμαρα. Πήγε στην κουζίνα κι άνοιξε το ψυγείο. Ένα ταψί κοκάλια ολοζώντανα γυαλίζανε σαν ραβδιά από μάλαμα. Χαμογέλασε μ’ ευχαρίστηση κι αποφάσισε:

«Τα μισά θα πάνε στη Γιούλα. Θα τα καθαρίσω όμως πρώτα, μπορεί να μην ξέρει».

-Ένα έρημο κορμί πεθαμένο της πείνας, είναι. Δώσε τα ψάρια μαζί κι αυτή τη σακούλα με λίγα πραματάκια απ’ τον κήπο. Έβαλα και κάτι μακαρόνια, μπελντέ, κι ένα κοτόπουλο απ’ την κατάψυξη.

-Και… πού κάθεται; Ρωτάει βαριά ο Αγγελής.

Η απάντηση κόντεψε να τονε ρίξει χάμου ξερό.

-Έχει ένα σιδεράδικο κει πέρα, του γυφτο-Γιώργη, κάνει αδιάφορα τάχα. Έ, παραδίπλα στο σιδεράδικο κάθεται η Γιούλα, άμα ρωτήσεις θα σου ειπούνε.

Ο Αγγελής «πήγε κι ήρθε». Ξύνει το κεφάλι του, ανάβει τσιγάρο απ’ το φίλτρο και το πετάει απ’ το παράθυρο. Δεν βρίσκει τι να πει. Η φάκα που έπεσε, είν’ απασφαλισμένη.

-Άει, μάνα μου, συνεχίζει η Κερασιά. Τράβα κι εγώ θα σε περιμένω. Όποτε ξεμπερδέψεις, έλα. Α, να σου πω κάτι. Σκεφτόμουνα, δεν ξέρω, είναι αργά να γιοθετήσουμε ένα παιδάκι; Τι λες;

Δεν απάντησε. Την κοίταξε μονάχα για λίγο μ’ ένα λοξό βλέμμα, εκείνο του νικημένου και βγήκε απ’ την πόρτα».

Στο διήγημα «Ένα τετράφυλλο τριφύλλι» περιγράφεται το ταξίδι με λεωφορείο της Κλειώς, που πλησιάζει στην τρίτη ηλικία, από την επαρχία προς την Αθήνα. Πριν επιβιβαστεί αναγνωρίζει τον οδηγό, τον Λάμπη, συνομήλικό της και παλιό της γείτονα στα παιδικά της χρόνια στο Μεταξουργείο. Πριν την αναχώρηση συζητούν και ο Λάμπης, που είναι διαζευγμένος, δείχνει το ενδιαφέρον του για μια πιθανή σχέση με την Κλειώ, που είναι ανύπαντρη. Σε όλη τη διαδρομή η Κλειώ θυμάται σκηνές και φάσεις του παρελθόντος όσον αφορά την προσωπική της ζωή:

«Όλοι ξέρανε, ή έτσι νόμιζε, κι είχαν τα μάτια τους ριγμένα πάνου στον παράνομο εκείνο δεσμό. Ένα πλέγμα από κλωστή μαλαματένια που την είχε πιασμένη γερά, όπως η αράχνη τη μύγα και δεν της άφηνε όρεξη να φύγει. Της έφαγε τ’ ακριβότερα χρόνια, είκοσι δύο με τριάντα έξι. Το καλύτερο κομμάτι της πίτας. Εκείνο που μοσκομυρίζει περισσότερο απ’ όλα δυάσμο και βασιλικό και στάζει έρωτα απ’ όλες τις πάντες. Δεν κόταγε να βγει στο δρόμο και βρισκότανε μ’ ένα σερνικό πίσω της να την κυνηγάει με το στόμα γιομάτο παινέματα. Στα μαγαζιά της γειτονιάς γινόταν πανηγύρι. Μαναβομπακάληδες, χασαπάδες, φουρναραίοι και σαράφια, παντρεμένοι και λεύτεροι, μόλις τη βλέπανε, έπρεπε να της ρίξουν τις παροχές με τη σέσουλα μπας και τσακώσουνε μιαν άκρη για να βγούνε στην καρδιά της. Τα πεπόνια και τα πατατόμηλα που κουβάλαγε σπίτι, οι συκωταριές και τα παΐδια, οι κουλούρες, τα φάρμακα της πίεσης και του ζάχαρου για τη μάνα και τον πατέρα της! Όλα ακουμπισμένα στα πόδια της και την ατίθαση, άπονη εμορφιά της. Τους τράβαγε και τους έσουρνε, όπως ο μαγνήτης τα ρινίσματα. Αλλά, μαζί με την τσαχπινιά είχε και την απόρριψη στην άκρη της γλώσσας κι αυτό για τα σερνικά είναι το καλύτερο δόλωμα! Πιο δυνατό δεν υπάρχει. Πλην όμως, αυτή η γυναίκα που ‘χε μπροστά της τραπέζι λαμπριάτικο φορτωμένο του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά, για να στρωθεί να φάει εκείνη και η φαμελιά της ολόκληρη, πήγε και προτίμησε το νηστίσιμο της Μεγάλης Τετάρτης. Μπλέκει με την ιστορία κατηγορίας του «απαγορεύεται» και φέρνει τη ζωή της καπάκι. Δεκαπέντε ολοστρόγγυλα χρόνια αφιέρωσε στην παραγωγή της υπομονής που όλο και σωνότανε κι όλο ήθελε καινούργια».

«… Η Κλειώ, όσο κι αν καρτέρησε, όσο κι αν υπομόνεψε, το ποθούμενο δεν το ’φερε. Να πάρει εκείνος το στεφάνι απ’ το κεφάλι της γυναίκας του και να το βάλει στο δικό της. Και το σίγουρο τέλος ήρθε. Και ήταν άσκημο. Όχι τόσο στο ξεκίνα του όσο στ’ από κει και πέρα. Ένα τέλος, σωστή καταδίκη.

«Μην περιμένεις άλλο, κρίμας είναι», της ξηγιέται ένα παγωμένο – για κείνη – βράδυ του Σεπτέμβρη. «Σκέφτηκα πολύ και είδα πως είναι καλύτερα να τερματίσουμε εδώ την ιστορία. Δεν μπορώ να χαλάσω το σπίτι μου. Ελπίζω να με καταλαβαίνεις, πάντα με καταλάβαινες εσύ».

Χάθηκε απ’ τη ζωή της σαν να μην πέρασε ποτέ. Έμεινε όμως η βαθιά πληγή. Ο πόνος σιγά-σιγά γίνηκε ένα κομπιασμένο ξερό κι αλύγιστο ραβδί που δεν άφησε ποτέ πια τη σιγουριά της να σηκώσει κεφάλι».

Μια μικρή περιγραφή του εξωτερικού τοπίου μας δίνει η αφήγηση, καθώς το λεωφορείο συνεχίζει την πορεία του:

«Τα τζάμια μουσκεύουν απ’ τη φυλλοδροσιά, καθώς το λεωφορείο διασχίζει τον Παράδεισο. Κέδροι, ελάτια, φλαμουριές και καστανόδεντρα, με το κορμί τυλιγμένο στον κισσό, κουμαριές και πελεκούδια, όλα γιομάτα φλουριά-μαλάματα που λαμπιρίζουν στην απαλή ανάσα του ανέμου. Στα ριζά ο Λούσιος, με τσαλίμια, κροκάλες, τα σπαρδάκλια να σκούζουνε, κομπανιάρει τ’ αμάξι παίζοντας μαζί του κρυφτό στα πλατανόσκεπα περάσματα. Πώς χαχανίζει εκείνο το γάργαρο νερό μόλις φανερώνεται σε κάθε μικρό καταρράχτη! Σαν το έφηβο αγόρι που κυνηγιέται απ’ την ακατέργαστη λαχτάρα του έρωτα και πλαντάζει το αμάλλιαγο στέρνο του».

Η Κλειώ μεταξύ των άλλων, θυμάται και τις προσπάθειές της να βρει σύντροφο μέσω αγγελιών και γραφείων γνωριμιών. Περιγράφονται σκηνές τέτοιων συναντήσεων που ανακαλεί στη μνήμη της, καθώς και οι απόψεις της επί του θέματος. Το ταξίδι συνεχίζεται μέχρι την άφιξη στην Αθήνα και στην Κλειώ δίνεται μια ακόμα προοπτική νέας σχέσης, αυτής με τον Λάμπη.

Τα κυριότερα θέματα των διηγημάτων της συλλογής αυτής αποτελούν η μάταιη και απεγνωσμένη αναζήτηση της οικογενειακής και της ερωτικής ευτυχίας, η περιδίνηση των ηρώων στα κύματα του πάθους και της τύχης, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις τους, με επίκεντρο εστίασης την αιώνια μάχη των δύο φύλων, την έλξη και την απώθησή τους, και όλο το πλέγμα των σκοπιμοτήτων από τις οποίες είναι διάστικτες αυτές οι σχέσεις.

Η Κατερίνα Ξάνθου και στην παρούσα συλλογή, όπως και στην προηγούμενη, κατορθώνει να ζωντανέψει με τα μοτίβα αυτά σκηνές και καταστάσεις της προηγούμενης αλλά και της σημερινής εποχής, από μια ιδιαίτερη γυναικεία οπτική γωνία, υπό την έννοια ότι τόσο η θεματική επικέντρωση γίνεται κυρίως σε γυναικεία πρόσωπα και ήρωες όσο και το βλέμμα, με το οποίο προσεγγίζονται οι καταστάσεις και αναλύεται ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων, τραβιέται κυρίως από γυναικεία ενδιαφέροντα και προβληματισμούς. Αυτός ο ιδιαίτερος τύπος προσέγγισης δεν χαρακτηρίζεται από μονομέρεια ή μεροληψία υπέρ της γυναίκας, διότι διατηρεί μια σαφή κριτική απόσταση και από τα γυναικεία και από τα ανδρικά πρόσωπα των ηρώων. Έτσι, η συγγραφέας στα διηγήματά της αναδεικνύει προκαταλήψεις, οράματα κι επιδιώξεις, πάθη, παθήματα και περιπέτειες καθημερινών ανθρώπων. Με έναν ρεαλισμό που συχνά ξεπερνά τα όρια του κυνισμού, η Κατερίνα Ξάνθου επιτυγχάνει να μας παρουσιάσει τον μοιραίο χαρακτήρα κάποιων σχέσεων, όπου οι ασυμβατότητες των ανθρώπων, η κυριάρχησή τους από το ερωτικό πάθος και η άκριτη προσφυγή τους σε λύσεις ανάγκης, τους οδηγεί σε τραγικά αδιέξοδα.

 

Share.