fbpx

Αμβρόσιος Καρατζάς: Ένας άλλος Τριφύλιος συγγραφέας με αξίες και ευαισθησίες!

0

 

Γράφει η ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗ-ΤΣΑΓΚΑΡΗ

Συγγραφέας

Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ, τόσο η πεδινή όσο και η ορεινή, έχει αναδείξει πολλούς ανθρώπους που ασχολήθηκαν και ασχολούνται επιτυχώς με την «καλλιέργεια» των Γραμμάτων.  Τελευταία προστέθηκε σ’ αυτούς ο Αμβρόσιος Καρατζάς που έκανε την εμφάνισή του με δύο αξιόλογα βιβλία που έχουν τίτλους «Με το τσιαλούμι του κασμά» και «Ο Μούτσης ο «πρίγκιπας» του Βαρικού».

Ο Αμβρόσιος Καρατζάς σπούδασε οικονομικά στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επαγγελματικά σταδιοδρόμησε και έφτασε σε ανώτατα κλιμάκια σε διάφορες Εταιρείες, Τράπεζες, Οργανισμούς.  Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυλώνα της ορεινής Τριφυλίας απ’ όπου κατάγονται αρκετοί πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Θανάσης Τσαμούλης, δημοσιογράφος, διευθυντής και εκδότης της εφημερίδας «ΦΩΝΗ», ο Δημήτριος Κολέτσος, συγγραφέας- λαογράφος και πολλοί άλλοι.

Το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες των δύο βιβλίων του Αμβροσίου Καρατζά είναι το βουνοχώρι του, η Αυλώνα που τη λατρεύει.  Η Ιθάκη του, η μικρή του πατρίδα, που ο καθένας μας, όλοι μας νοσταλγούμε, αγαπάμε κι εκεί μας φέρνουν οι δρόμοι του νου και όταν αυτό είναι δυνατόν τα βήματά μας.  Το χωριό μας, εκεί που πρωτοαντικρίσαμε το φως, το χάδι του ήλιου, κάναμε τα πρώτα βήματα, πέσαμε, κλάψαμε, σηκωθήκαμε, στη γειτονιά που παίξαμε με τους φίλους μας και ονειρευτήκαμε, σταθήκαμε όρθιοι και πήραμε τη στράτα της ζωής.

«ΜΕ ΤΟ ΤΣΙΑΛΟΥΜΙ ΤΟΥ ΚΑΣΜΑ»

Στο πρώτο βιβλίο, με τίτλο «Με το τσιαλούμι του κασμά»,  το εξώφυλλο κοσμεί ένας κασμάς σ’ ένα πετρώδες τοπίο και το οπισθόφυλλο μια φωτογραφία από μια άποψη του χωριού.  Τσιαλούμι στη ντοπιολαλιά είναι το μυτερό μεταλλικό άκρο του κασμά (το άλλο είναι πλατύτερο).

Το βιβλίο προλογίζει εύστοχα, κατατοπιστικά, εκτεταμένα και από καρδιάς ο διευθυντής, εκδότης της «ΦΩΝΗΣ» δημοσιογράφος Θανάσης Τσαμούλης.

Ο συγγραφέας από αγάπη, χρέος και ευγνωμοσύνη κινούμενος, γράφει με επίκεντρο την οικογένειά του, για τη ζωή του χωριού του όπως την έζησε και πως άκουσε γι’ αυτήν. Γράφει για τον πατέρα του Αριστείδη Καρατζά και την μητέρα του Μυγδαλία. Ανατρέχει σε βάθος στο παρελθόν και παρουσιάζει τις οικογενειακές ρίζες των γονιών του. Ζωντανεύει τη ζωή του χωριού του και ζωγραφίζει το τοπίο, το χωριό και τη φύση ένα γύρω.

Ο πατέρας του Αριστείδης Καρατζάς ένας άνθρωπος γραμματισμένος, ετοιμόλογος, κοινωνικός, εργατικός, καλός οικογενειάρχης, με προβλήματα υγείας. Ήταν ένας λόγιος της εποχής του, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις του και τα δημοσιευμένα στον Τύπο κείμενά του, που αναφέρονται σε σκέψεις και προβληματισμούς του,  στην επικαιρότητα, στα προβλήματα του τόπου και της ζωής, στην πατρίδα και άλλα.

Πάλεψε να αναστήσει και να αποκαταστήσει τα παιδιά του και όσο μπορούσε τα κατάφερε, τα έκανε σωστούς ανθρώπους.  Ασχολήθηκε με τα κοινά και προσπάθησε να ανεβάσει, να βελτιώσει το πνευματικό και βιοτικό επίπεδο των συγχωριανών του, αλλά όπως είπε: «…Το περιβάλλον σου ή θα το ανυψώσεις στο ύψος σου ή θα σε κατεβάσει στα δικά του μέτρα.  Εγώ… προσπάθησα για λίγο καιρό. Είδα δεν γίνεται τίποτα…».  Απελπίστηκε. Αλήθεια τι μπορείς να κάνεις με ανθρώπους κοντόφθαλμους που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους;  Ο Αριστείδης έβλεπε μακριά, πέρα από τον στενό ορίζοντα του τόπου του, πώς να συνεννοηθεί μαζί τους;

Η Μυγδαλία, η μάνα του συγγραφέα, αγράμματη, καλός χαρακτήρας, με αξίες, με υπομονή, επιμονή, εργατική, φιλόξενη.  Μεγάλωσε με αγάπη και φροντίδα τα παιδιά που γέννησε και το μικρό κοριτσάκι που βρήκε, από τον πρώτο γάμο του Αριστείδη, όταν πήγε νύφη στο σπιτικό της.  Εργάτρια και κυρά μαζί. Στάθηκε άξια σύντροφος ενός άνδρα με τόσο έντονη προσωπικότητα όπως ήταν ο Αριστείδης Καρατζάς.

Μέσα στις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης βρίσκει όλα τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα του αιώνα που πέρασε, ενός αιώνα  από τους πιο φονικούς στην ιστορία του τόπου μας, στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια.

Παρουσιάζεται επίσης στο βιβλίο η κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου, τα ήθη, τα έθιμα, γιορτές, πανηγύρια και οι σταθμοί της ζωής του ανθρώπου.  Πολλές φωτογραφίες της οικογένειας, των χωριανών, κτιρίων, τοπίων, καθώς και εργαλείων που χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί στις αγροτικές,  κτηνοτροφικές και οικιακές εργασίες κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου και κατατοπίζουν τον αναγνώστη.

Είναι να θαυμάζει κανείς αυτούς τους ανθρώπους, τους γονείς μας και όλους τους συγκαιριανούς τους πώς τα κατάφερναν.  Η δύσκολη και επίπονη ζωή τους δεν τους έκανε καταθλιπτικούς, όπως πολλούς ανθρώπους της κρίσης σήμερα, μα τους ατσάλωνε την ψυχή και τα χέρια, τους έκανε αγωνιστές.  Έκαναν τη φτώχεια τους αφετηρία για δημιουργία και προκοπή.  Με τα πρωτόγονα εργαλεία τους, το «Ησιόδειο άροτρο» και «Με τσιαλούμι του κασμά» καλλιεργούσαν τη γη, έκαναν και τις πέτρες ν’ ανθίσουν και να καρπίσουν, έκαναν σωστές οικογένειες και πήγαν τη σκυτάλη της ζωής βήματα εμπρός.  Για τις ηρωίδες εκείνες γυναίκες τι να πει κανείς; Δίπλα στους άνδρες τους στα χωράφια, δίπλα στα παιδιά τους σαν δασκάλες και τροφοί, κοντά στους γέροντες γονείς,  στα ζώα του σπιτιού αλλά και ακούραστες εργάτριες στο σπίτι που είχε μετατραπεί σε εργαστήριο που παρήγαγε ό,τι χρειαζόταν η οικογένεια.

Ο συγγραφέας συγκρίνει εκείνη την εποχή με το σήμερα, σκέφτεται, προβληματίζεται και αναρωτιέται που πάμε σήμερα, που πάει η επαρχία και η αγροτιά που άλλοτε αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής ζωής του τόπου, που πάει η ζωή και η πατρίδα μας και ανησυχεί.

«ΜΟΥΤΣΗΣ, Ο “ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ” ΤΟΥ ΒΑΡΙΚΟΥ»

Το δεύτερο βιβλίο του Αμβροσίου Καρατζά έχει τίτλο «Μούτσης, ο “πρίγκιπας” του Βαρικού». Το καλαίσθητο εξώφυλλό του κοσμεί μια φωτογραφία του Μούτση.  Και αυτό το βιβλίο προλογίζεται από τον δημοσιογράφο, διευθυντή και εκδότη της «ΦΩΝΗΣ» Θανάση Τσαμούλη, που πολύ μικρός τότε έχει στη μνήμη του κάποιες εικόνες και γεγονότα σχετικές με τον πρωταγωνιστή του εν λόγω βιβλίου αλλά και μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν, τον έζησαν.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο αυτό με λόγο στέρεο, στρωτό, γλαφυρό, όπως και στο προηγούμενο, παρουσιάζει τη ζωή και το έργο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας που γεννήθηκε στην Αυλώνα. Έζησε και τελείωσε τη ζωή του με τρόπο περιπετειώδη και τραγικό. Θα μπορούσε να γίνει μια ταινία για τον κινηματογράφο ή μία σειρά για την τηλεόραση.

Βήμα- βήμα, μαρτυρία τη μαρτυρία, ρωτώντας και μαθαίνοντας ο συγγραφέας και πολλοί φίλοι του και γνωστοί, συγκέντρωσαν ψηφίδα την ψηφίδα και έφτιαξαν το  ψηφιδωτό, την εικόνα του Δημήτρη Βουδούρη, του Μούτση.

Ο Μούτσης, ένας άνθρωπος από πολύ καλή οικογένεια, με ανοιχτό μυαλό και ανήσυχο πνεύμα από μικρός, έφυγε από το χωριό του, σπούδασε, ταξίδεψε, έκανε οικογένεια, παιδιά, καταξιώθηκε επαγγελματικά όμως η ζωή τον έφερε τελευταία στο χωριό του.  Όπως γράφει ο Αμβρόσιος Καρατζάς, εκεί έβαλε σκοπό της ζωής του να βελτιώσει τη ζωή των συντοπιτών του και να προσφέρει όσο γινόταν πιο πολλά στην αγαπημένη του Αυλώνα και κόντρα στο ρεύμα της εποχής, κατάφερε πολλά.

Έκανε, σαν ηλεκτρολόγος και μηχανικός που ήταν,  τη μελέτη και ανέλαβε την επιστασία της κατασκευής του υδραγωγείου και της υδροδότησης του χωριού.  Έτσι οι γυναίκες του χωριού ξεφορτώθηκαν τη βαρέλα που έφερναν γεμάτη στο σπίτι ζαλιά από μακριά και τον ευγνωμονούσαν, όπως και τα παιδιά που βοηθούσαν στο νεροκουβάλημα.  Με δική του ιδέα και επιμέλεια ενοποιήθηκαν οι δύο πλατείες του χωριού, έτσι έγινε η διαμόρφωσή τους και ο καλλωπισμός του χώρου.  Σήμερα φέρει το όνομά του. Με δική του πρωτοβουλία και συμβολή εγκαταστάθηκε στο χωριό ηλεκτρογεννήτρια που το φωταγώγησε.

Για να γίνουν όλ’ αυτά προσέφερε τις οικονομίες του, που δεν έφτασαν και αναγκάστηκε να πάρει δάνειο μεγάλο από συγγενή του. Βασίστηκε σε προφορικές υποσχέσεις, αρμοδίων και μη, για την αποπληρωμή του δανείου οι οποίες όμως ποτέ δεν τηρήθηκαν και χρεοκόπησε οικονομικά.

Τότε οι συντοπίτες του τον λοιδόρησαν, τον περιφρόνησαν, τον αποστρέφονταν.  Απογοητεύθηκε, πικράθηκε, ήρθε σε απόγνωση. Η κακία, η αχαριστία, ο φθόνος, η αδικία των συγχωριανών του απέναντί του, τον οδήγησαν στην απόφασή του να θέσει τέρμα στη ζωή του.  Αυτοκτόνησε στις 19 του Μάρτη του 1963 στον Καϊάφα, αφήνοντας ένα σημείωμα που έγραφε «…Με κούρασε η ζωή μου…». Δεν κατηγορούσε κανέναν. Ήταν 63 ετών.

Ο Μούτσης ήταν ένας άνθρωπος που η προσωπικότητά του, το μυαλό του, προηγήθηκαν της εποχής του, έβλεπε πέρα από στον στενό ορίζοντα του τόπου του. Πώς να συνεννοηθεί με τους συνκαιριανούς του; Έγινε γεφύρι να περάσει η πρόοδος. Ήταν ένας ευεργέτης του χωριού του, πράγμα που το αναγνώρισαν τότε κυρίως οι γυναίκες και οι νέοι του χωριού που τους θεωρούσε φίλους του, τους έκανε παρέα, τους μιλούσε, τους συμβούλευε κι αυτοί κρέμονταν απ’ τα χείλη του.

Ας είναι, τα χρόνια πέρασαν, οι νέοι μεγάλωσαν, ήρθαν άλλοι στη ζωή  και στον τόπο και επιτέλους αναγνωρίστηκε το έργο του Μούτση.  Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά, οι Αυλωνίτες τίμησαν τον Δημήτριο Βουδούρη με επιμνημόσυνη δέηση στον τάφο του και πολιτικό μνημόσυνο στην πλατεία του χωριού, σαν ένα ευχαριστώ, σαν μια συγγνώμη. Όλα αυτά οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της εφημερίδας «ΦΩΝΗ» και 14μελούς επιτροπής. Εύγε σε όλους τους.

Ποτέ δεν είναι αργά. Μακάρι, από τις χαραμάδες του ουρανού και τα παράθυρα του παραδείσου, ο Μούτσης να τα είδε όλα αυτά, να γλύκαναν την πίκρα του και να δικαιώθηκε η ψυχή του.

Ο συγγραφέας με τα δύο αυτά βιβλία του, τίμησε τον τόπο του που τον λατρεύει και με κάθε τρόπο αυθόρμητα και όταν του ζητηθεί, συμμετέχει σε ό,τι καλό και αγαθό για το χωριό του, αλλά και μέσα από πολιτιστικούς φορείς, συλλόγους και αλλού.

Του αξίζουν θερμά συγχαρητήρια και ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα τα βιβλία του και να ακολουθήσουν και άλλα από την άξια γραφίδα του και την ευαίσθητη ψυχή του.

Share.