fbpx

Ανδραβίδα: Περί του αλύτου μυστηρίου των θαμμένων Φράγκων ηγεμόνων του Μορέως Βιλλεαρδουίνων και άλλες παράξενες ιστορίες ανακαλύψεων

0

 

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ

 

 «Σε μικρή απόσταση από την Αγία Σοφία, διέκρινα μια άλλη γοτθικού ρυθμού φράγκικη εκκλησία, η οποία ήταν, μέχρι τον 15ο αιώνα, η μητρόπολη των Λατίνων επισκόπων που ενθρονίστηκαν εκεί λίγο μετά την πλήρη κατάκτηση της Ήλιδας από το δούκα Μομφερρατικό.» (σ.σ. Υπάρχουν ιστορικά λάθη στα λεγόμενα του Πουκεβίλ εις τα οποία δεν θα σταθούμε. Εντούτοις, πρέπει να ειπούμε πως, είναι δεδομένο ότι, ο περιηγητής περιπλέκει την ιστορία της Αγίας Σοφίας με κείνη του γοτθικού ναού που απήντησε κοντινά της, όστις κατά το μάλλον θα πρέπει να ήτο ο Άγιος Ιάκωβος).

ΜΕΡΟΣ Β΄

 

Τι συνέβη όμως από την εποχή του περιηγητή και ύστερα με το ριζικό του γοτθικού αυτού ναού, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Άγιος Ιάκωβος; Κι ακόμη, τι να απέγιναν άραγες οι πολυτελείς σαρκοφάγοι με τα λείψανα των τριών πριγκίπων;

Εδώ θα πρέπει να σας ειπώ πως, απ’ όλη την προσπάθεια την οποία κατέβαλλα επιμόνως για καιρό, εξαιτίας της σφοδράς μου επιθυμίας προς ανεύρεση όσο το δυνατόν περισσοτέρων στοιχείων περί του δυσεπίλυτου αυτού ζητήματος, τόσο μες από παλαιές βιβλιογραφικές πηγές, όσο και από τον ελληνικό τύπο των πρώτων δεκαετιών του περασμένου αιώνος (σ.σ. Εποχή κατά την οποία παρατηρείται μεγάλη εκδήλωση ενδιαφέροντος εις τους κύκλους των Ελλήνων διανοητών για την περίοδο της Φραγκοκρατίας), καθώς επιπλέον και από κατ’ ιδίαν συζητήσεις που είχα με διάφορους αρχαιολόγους, ήλθα σε γνωριμία με αρκετές θεωρήσεις. Για τον λόγο αυτόν, σχεδόν μετά βεβαιότητος μπορώ να καταθέσω την γνώμη πως, εάν δεν γενούν πραγματικότητα εις την γύρω από τα ρημάδια της Αγίας Σοφίας περιοχή συστηματικές ανασκαφικές έρευνες, ειν’ ακατόρθωτο ν’ απαντηθεί από τον οποιονδήποτε το ρώτημα που πιο συγκεκριμένα λέγει: σε ποία θέση της κωμοπόλεως της Ανδραβίδας ευρίσκεται καταχωμένος(;) ο ναός του Αγίου Ιακώβου μετά των λειψάνων των τριών ηγεμόνων του Μορέως; Εδώ ενομίζω πως έχει σημασία, να σας εκθέσω ένα μικρό μα λίαν ενδιαφέρον ψηφί των στοιχείων που συνέλεξα, ορίζοντας ως αφετηρία ένα απόσπασμα από κάποιο όλως διόλου εις λήθην αφημένο, κείμενο του αειμνήστου Εγγλέζου ιστορικού Ουίλιαμ Μίλερ, το οποίο τιτλοφορείται «Ανδραβίδα, λησμονημένη Γαλλική πρωτεύουσα», και που εδημοσιεύθη το έτος 1927 εις το περιοδικό του «Νέου Ελληνομνήμονος» (σ.σ. Οι σημειώσεις δικές μου, ομοίως και ο έντονος χρωματισμός λέξεων, Μ.Τ):

 

[…] Εν αυτή (σημ. Εννοεί την Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου), είχον ταφεί οι τρεις εκ του οίκου των Βιλλαρδουίνων ηγεμόνες, ο μέν πατήρ εν τω μέσω, οι δε υιοί εκατέροθεν αυτού. Επί πολλούς αιώνας ουδείς ιστοριοδίφης ετάραζε την ανάπαυσιν των Γάλλων ηγεμόνων, αλλά περίπου πρό δεκαοκτώ ετών, ο νύν εν Ουασιγκτώνι πρέσβυς της Ελλάδος κος Λάμπρος Κορομηλάς και δύο άλλοι Έλληνες ενδιαφερόμενοι περί της ποιητικής εκείνης εποχής της πατρίου ιστορίας (σημ. Αυτοί ήταν ο Φίλιππος Λέλλης και ο Ανδρέας Μομφερράτος) ήλθον εις την Ανδραβίδαν και ανέσκαψαν εν τη θέσει, όπου έκειτο ο Άγιος Ιάκωβος. Επειδή δε ήκουσα παρά των επιχωρίων παντοίας συγκρουομένας διηγήσεις περί των αποτελεσμάτων της ανασκαφής ταύτης, ήλθον εις επικοινωνίαν προς τους τρεις ειρημένους κυρίους, όπως μάθω ακριβώς τα γενόμενα, αλλ’ ουδέν άλλο έμαθον ή ότι η έρευνα αυτών απέβη άκαρπος. Τα μόνα υπ’ αυτών ευρεθέντα υπήρξεν η ακίς ακοντίου και ο γιγάντιος σκελετός Ναΐτου, επειδή η εκκλησία εκείνη είχε παραχωρηθεί εις τους Ναΐτας υπό του τρίτου των Βιλλαρδουίνων ηγεμόνων […]

 

Η αλληλογραφία αυτή, μεταξύ του ιστορικού συγγραφέα και των δυό επιφανών δια την εποχή ανδρών που έκαμαν την ανασκαφή, πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 1908 και ημπορεί κανείς να τήνε παρακολουθήσει αυτούσια ανατρέχοντας στο τεύχος Α’ του Νέου Ελληνομνήμονος, για το έτος 1923. Άξιο αναφοράς πάντως είναι πως ο εις εξ αυτών, ο Φίλλιπος Λέλλης, αναφέρει εις την επιστολή του προς τον Εγγλέζο ιστορικό, ότι επί της θέσεως εις την οποία ανακαλύφθηκε κεχωσμένος ο τεράστιος σκελετός του Ναΐτου πολεμιστού, ευρίσκονταν κατά την ιδιογνωμοσύνη του, άλλα ρημάδια, εκείνα του ναού του Αγίου Στεφάνου, μίας ακόμη δηλαδή «αοράτης εκκλησιάς» τεχνοτροπίας γοτθικής, η οποία γνωρίζομε πως ανήκε εις το σταυροφορικό τάγμα των Τευτόνων ιπποτών. Παρενθετικά, εις το αυτό σημείο, θαρρώ πως είναι της στιγμής, να καταθέσω μιαν άποψη προσωπική, ως απλή παρατήρηση, δια την ιστορική σημασία την οποία νομίζω πως έχει ο εν λόγω σκελετός, τόσο για την ιστορικότατη κωμόπολη εις την οποίαν ευρέθη, όσο και για τον κάθε ένα φιλάρχαιο ταξιδευτή που επισκέπτεται τον τόπο.

Είμαι λοιπόν της αντιλήψεως ότι, το ανωτέρω αναφερθέν εύρημα του απολεσθέντος λειψάνου του σταυροφόρου στρατιώτου, εξαιτίας των δυό παραγόντων, ήτοι, του αλλοκότως διά την εποχήν του τεραστίου μεγέθους του, και προπαντός της ιδιότητας του αγνώστου μεσαιωνικού προσώπου εις το οποίο αντιστοιχεί (σ.σ. Είτε ισχύει πράγματι πως ήταν μέλος του ναϊτικού τάγματος, είτε ήταν ένας «απλός» σταυροφόρος πολεμιστής), είναι επιτεταγμένον να βρεθεί εκ νέου μέσω επισταμένης ερεύνης του αναλόγου υπουργείου, με σκοπό να εξασφαλίσει μια θέση περίοπτη -σε συντροφιά με την ανακαλυφθείσα αιχμή του δόρατός του- εις ένα από τα μεσαιωνικού ενδιαφέροντος μουσεία της πατρίδος μας, κι ακόμη ειδικότερα (ως θεωρώ) εις το λίαν κατάλληλο δια την αυτή περίσταση, Μουσείο της «Ιπποτοκρατίας», το ευρισκόμενο εις το παλάτι του κάστρου Clermont παρά την Κυλλήνη.

 

Νομίζω όμως πως αρκετά αναλύσαμε τα περί του σκελετού. Ας ιδούμε τώρα μιάν άλλη πληροφορία που ξεχωρίζομε μες από το βιβλίο του ιστορικού ερευνητή Γεωργ. Παπανδρέου «Η Ηλεία διά μέσου των αιώνων», η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της τύχης των χαμένων οστών των τριών πριγκίπων:

 

[…] Εγγύς προς Β της Ανδραβίδας 8’ της ώρας περίπου εγγύς προς Δ’ της αμαξιτής και σιδηροδρομικής οδού Ανδραβίδας-Λεχαινών εν τω κτήματι των κληρονόμων Περ. Νικολουτσόπουλου είναι επιμήκης μεγάλη πλαξ, υφ’ ην έκειντο οι τάφοι των Βιλλεαρδουίνων οι περί το 1893 ανασκαφέντες υπό των απογόνων αυτών, μετακομισάντων τα οστά των εις Γαλλίαν, εκεί δ’ έκειτο και ο ναός του Αγίου Ιακώβου διασωζόμενος ζωηρώς εν τη μνήμη του λαού […]

 

Τώρα ας περάσομε εις το πολύ χρήσιμο και δυσεύρετο πλέον έργο του Ανδρέα Μπούτσικα «Η Φραγκοκρατία στην Ηλεία» για να ανασύρουμε μερικές ακόμη πληροφορίες περί του ζητήματος. Εις την σελ. 90 του Α’ τόμου του αυτού πονήματος, βρίσκουμε μεταξύ άλλων στοιχείων τα εξής λόγια:

 

[…] Ο κος Αθανάσιος Βακαλόπουλος (Ανδραβίδα, εφημ. Πατρίς-Πύργου,31/1/71) μας πληροφορεί ότι λίγα χρόνια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οστά των τριών πριγκίπων μεταφέρθηκαν από μακρινούς απογόνους τους στη Γαλλία. Αλλά και ο Ανδραβιδαίος ιερέας-καθηγητής Θεολογίας Κωνστ. Καπετανόπουλος (Ιστορικές πτυχές της Ανδραβίδας, σελ. 67) γράφει: «Από πληροφορίες που έχω, πρό του πολέμου ήλθαν Γάλλοι και πήραν τα οστά των Βιλλαρδουίνων, που είχαν ταφεί και τα μετέφεραν στη Γαλλία» Και ότι ο ναός του Αγίου Ιακώβου βρισκόταν στη σταφιδάμπελο του κου Καραθανάση […]

Ως γίνεται πια περσότερο φανερό, όσο δεν θα εκτελούνται εις την περιοχή της Ανδραβίδας ανασκαφές, η ακριβής τοποθεσία εις την οποία ευρίσκονται αξεχώνιαστα τα οστά των τριών ιπποτών-πριγκίπων του Μορέως, ή έστω ο αδειανός τάφος τους (σ.σ. Τούτο, εάν παραδεχθούμε ότι οι αυτοί σκελετοί επάρθηκαν για να μεταφερθούν εις την Γαλλία), θα παραμένει ένα δύσλυτο αίνιγμα. Ως παρακολουθήσαμε, περί του ζητήματος ετούτου, ουσιαστικά δυό θεωρήσεις υπάρχουν. Η μιά επιθυμεί τα οστά να ευρίσκονται ακόμη κάτω από τη σύγχρονη κωμόπολη της Ανδραβίδας ή σε κάποιον αγρό και πάλι υποκάτω από την επιφάνεια της γης, ενώ το έτερο θεώρημα θέλει να πάρθηκαν μυστηριωδώς από πολύ μακρινούς απογόνους των Βιλλεαρδουίνων, ίσως κατά το έτος 1918 (σ.σ. Όταν έληξε οριστικώς δηλαδή ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος)ή λίγο υστερότερα.

Μολαταύτα, θα πρέπει να σας ειπώ περαιώνοντας, πως, παρά το γεγονός ότι ο άρατος ηγεμονικός τάφος των Βιλλεαρδουίνων, καθώς και τα ρημάδια του Αγίου Ιακώβου εις του οποίου το εσωτερικό ευρίσκεται ή ευρισκόταν ο τάφος μετά των τριών σαρκοφάγων (ως είδαμε), δεν ευρέθησαν -τουλάχιστον επισήμως- ποτέ, μια άλλη, ίσως όχι εφάμιλλης αξίας, μα οπωσδήποτε σπουδαιότατη ανακάλυψη, (σ.σ. Ανακάλυψη ανήκουσα εξ’ ολοκλήρου εις τον εμβληματικό βυζαντινολόγο των αρχών του περασμένου αιώνος Γεώργιο Σωτηρίου) η οποία σημειώθηκε εις την ευρύτερη περιοχή της κωμοπόλεως της Ανδραβίδας κατά το έτος 1916, παρουσίασε κάτι τρομαχτικά ενδιαφέρον: Ένα σταυροφορικό μαυσωλείο, το οποίο ήταν πιθανόν απομεινάδι μιας ολάκερης ιπποτικής νεκροπόλεως. Δίνω περιληπτικά πριν τον επίλογό μας, το τι μας λέγει ο «Νέος Ελληνομνήμων» του έτους 1916 (τομ. 13ος) περί της αυτής ανακαλύψεως:

 

«Ο έφορος των βυζαντιακών αρχαιοτήτων κ. Γεώργιος Σωτηρίου, κατόπιν διαταγής του Υπουργού της Παιδείας Σπυρ. Π. Λάμπρου μετέβη εις το Κάστρον Χλουμουτζίου, την Γλαρέντζαν (Κυλλήνην), το Ποντικόκαστρον (Κατάκωλον) και την Ανδραβίδαν, ίνα μελετήση και διά σκαφικής ερεύνης προσδιορίση τα των κυριωτάτων τούτων κατά τους χρόνους της εν Ελλάδι φραγκοκρατίας κέντρων της ηγεμονίας της Αχαϊας […] Ανδραβίδα […] –Επί της θέσεως, ένθα λέγεται ότι έκειντο οι δυο μεγάλοι ναοί, ο του Αγίου Στεφάνου και ο του Αγίου Ιακώβου, μετά του ξενώνος και του μαυσωλείου των Βιλλαρδουίνων, ενηργήθη μόνον δοκιμαστική έρευνα, ήτις απέδειξαν, ότι εις των μεγάλων λαξευτών πώρινων λίθων των χρησιμοποιηθέντων διά τάς πλησίον οικοδομάς και ληφθέντων εκ της περιοχής εκείνης. Τοίχοι ισχυροί όμοιοι των ανωτέρω διακρίνονται και εντός ομοίου βάθους φρεάτων, άτινα οι χωρικοί έχουσιν ανοίξει καθ’ όλην την από της Αγίας Σοφίας μέχρι της θέσεως Βάρα έκτασιν, δηλαδή εις ακτίνα δύο περίπου χιλιομέτρων, όπου και θα εξετείνετο η φραγκική πόλις, η καταχωσθείσα πιθανώτατα εξ επιχωματώσεων από του μόλις απέχοντος πελοποννησιακού Πηνειού.

Καθ’ όλην την έκτασιν ταύτην ευρίσκεται πλήθος κεράμων και πλίνθων, δύναται δε ο διερχόμενος διά του σιδηροδρόμου το από Ανδραβίδας εις Λεχαινά διάστημα να ίδη εκατέρωθεν της γραμμής σωρούς τοιούτων σχηματιζομένους υπό των κατ’ έτος καθαριζόντων τους αγρούς χωρικών. Συστηματική έρευνα του μέρους τούτου θα παρουσιάσει νεκρόπολιν μεγίστης εκτάσεως και σπουδαιότητος δια τον βίον του Μορέως. Επί της θέσεως Βάρα ενηργήθη σκαφική έρευνα και απεκαλύφθη μαυσωλείον με υπόγειαν στοάν, ής η επίπεδος οροφή βαστάζεται υπό δώδεκα κτιστών κιόνων· το δάπεδον του μαυσωλείου διατηρεί τα ίχνη της διά μαρμάρων επιστρώσεως, οι δε τοίχοι ήσαν δι’ ορθομαρμαρώσεως επενδεδυμένοι […]»

 

Με τούτα τα ελάχιστα λόγια που ακολουθούν λοιπόν, κλείνομε και το άρθρο μας:

 

Επιβάλλεται, θαρρώ, να επισημανθεί πως το ίδιο ερώτημα που εγείρεται από τα όσα καταθέσαμε ανωτέρω σχετικώς με τους τάφους των ηγεμόνων Βιλλεαρδουίνων, δηλαδή, για το «πού τέλος πάντων ευρίσκονται τα λείψανά τους, και για ποίον λόγο δεν πραγματοποιούνται ενέργειες σήμερα ώστε να έλθουν εις τον ήλιο», ισχύει και για το ευρεθέν αυτό μεσαιωνικό μαυσωλείο που μόλις είδαμε ότι είχε ανακαλυφθεί κατά τις αρχές του περασμένου αιώνος. Ένα μνημείο, αν θέλετε, φοβεράς σημασίας διά την ιστορία του τόπου μας, ανακαλυφθέν μάλιστα από την ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία και ουχί από κάποιαν ιδιωτική ανασκαφή…

 

«Flamma fumo est proxima…»

Share.