fbpx

Άστραψε και βρόντηξε ο Χρυσόστομος για τους κληρικούς βάλλοντας κατά Γαβρόγλου, Ιερώνυμου και Ιεράς Συνόδου!

0

 Όλες μαζί, άναψε τις «φωτιές» των θεμάτων που άπτονται των αρμοδιοτήτων του, ο υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου πριν πάει… σπίτι του, αφού εκτός από τις συγχωνεύσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, άνοιξε και το θέμα του αριθμού των οργανικών θέσεων των ιερέων, λέγοντας πως αυτές, βάσει νόμου του 1945 είναι 6.000 και ούτε μια παραπάνω, σημειώνοντας πως πρέπει να μισθοδοτούνται μόνον οι έγγαμοι ιερείς! Η δήλωση αυτή του υπουργού, στη Βουλή, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ο οποίος του απευθύνει ανοιχτή επιστολή με αιχμές κατά πάντων! Ο κ.κ. Χρυσόστομος, τονίζει πως «Διάλογος χωρίς κόκκινες γραμμές δεν είναι πραγματικός διάλογος, αλλά ατέρμων μονόλογος», ενώ σαφείς αιχμές, αφήνει και κατά του Αρχιεπισκόπου και της Ιεράς Συνόδου, εγκαλώντας μάλιστα τους αρμοδίους των γραφείων Τύπου  για την σιωπή τους στις προκλητικές δηλώσεις του κ. Γαβρόγλου, αποκαλώντας τους χαρακτηριστικά, «κατά τα άλλα λαλίστατους  αμνούς».

Η ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,

Η εκκωφαντική σιωπή των κατά τα λοιπά λαλήστατων «αμνών» των Γραφείων Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, για όσα έχετε δηλώσει κατά τις τελευταίες 15 ημέρες, με αναγκάζει να σας απευθύνω την παρούσα Ανοικτή Επιστολή, προκειμένου να αναφερθώ σε ορισμένα θέματα τα οποία θίγετε με τις δηλώσεις σας αυτές και τις τοποθετήσεις σας αλλά να σας θέσω και ορισμένα ερωτήματα.

1) Η λίαν προκλητική απάντησή σας στην απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος της 20ης Μαρτίου 2019, η οποία λόγω «έλλειψης χρόνου» (!!!) δεν συζητήθηκε στην επομένη συνεδρία του Σώματος, αρνείται την συνέχιση του διαλόγου, τον οποίο απεφάσισε ομόφωνα το Ιερόν Σώμα, για συγκεκριμένα θέματα και με μόνη «κόκκινη γραμμή» την μη αλλαγή του μισθολογικού και του εργασιακού καθεστώτος των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, ως μία επιβεβαίωση της απόφασης της Ιεραρχίας της 16ης Νοεμβρίου 2018, η οποία και  πάλι ελήφθη ομόφωνα.

Θεωρώ λοιπόν ότι άδικα διακόψατε την συνέχιση του διαλόγου, με πρόφαση την συγκεκριμένη «κόκκινη γραμμή», γιατί αν και από την απόφαση της Ιεραρχίας της 16ης Νοεμβρίου 2018 υπήρχε η παρούσα  «κόκκινη γραμμή» εντούτοις εσείς ξεκινήσατε έναν διάλογο μη λαμβάνοντας υπόψη την δέσμευση της Επιτροπής Διαλόγου από μέρους της Εκκλησίας για το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή όμως ουδέποτε απέρριψε τη συζήτηση για όλα τα άλλα θέματα της  «ιστορικής συμφωνίας» της 6ης Νοεμβρίου 2018.

Αυτό σημαίνει ότι η μεν Επιτροπή της Εκκλησίας εργάστηκε στα όρια των αρμοδιοτήτων που την εξουσιοδότησε η Ιεραρχία της 16ης Νοεμβρίου 2018, και κανένας περιορισμός δεν της επεβλήθη (!!!), όπως λανθασμένα γράφτηκε, με σκοπό να εργαστή και να παράξη έργο εποικοδομητικό για τα υπόλοιπα θέματα της  «ιστορικής συμφωνίας», η δε Επιτροπή της Πολιτείας προσπάθησε φορτικά να επιβάλλει τον επιδιωκόμενο στόχο της, που ήταν αποκλειστικά και μόνο η αλλαγή του καθεστώτος μισθοδοσίας των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, οδηγώντας σε αδιέξοδο την όλη πορεία του διαλόγου.

Πρέπει όμως να γνωρίζετε κύριε Υπουργέ ότι διάλογος χωρίς «κόκκινες γραμμές» και όρους δεν είναι πραγματικός διάλογος αλλά ένας ατέρμων μονόλογος της κάθε διαλεγόμενης ομάδας, ο οποίος με βεβαιότητα οδηγείται σε αποτυχία. Εκτός εάν επιθυμούσατε η μεν Εκκλησία να προσέλθει στον διάλογο χωρίς «κόκκινες γραμμές» και όρους ενώ Εσείς αντίθετα να προσέλθετε με συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές», δηλαδή την ανατροπή των εργασιακών, συνταξιοδοτικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Αυτό όμως δεν είναι πρόσκληση σε διάλογο αλλά σε μονόλογο. Ομοιάζει περισσότερο σε άνευ όρων παράδοση που επισυμβαίνει μετά από μία ολοκληρωτική ήττα. Μία τέτοια προσέγγιση για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας ασφαλώς δεν ταιριάζει ούτε στην ιστορία ούτε στον πολιτισμό της Πατρίδας και του Εθνους.

Επίσης είναι δυνατόν μία δημοκρατική κυβέρνηση, εκλεγμένη από  το λαό, να αρνείται τον διάλογο με μία Επιτροπή η οποία εκπροσωπεί ένα θεσμό μέσα στη χώρα, όπως είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία;

Εάν σεβόσασταν ό,τι αναφέρατε στο Δελτίο Τύπου της 20ης Μαρτίου 2019, ότι «οι άξονες της συμφωνίας συγκροτούν μία ενιαία ολότητα και δεν μπορούν να τεμαχιστούν» τότε γιατί συμμετείχατε σε έναν διάλογο, γνωρίζοντας την δεσμευτική απόφαση της Ιεραρχίας της 16ης Νοεμβρίου 2018, η οποία έθεσε ως απαράβατο όρο την μη αλλαγή του μισθολογικού καθεστώτος των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων;

Στα όσα αναφέρατε στη συνέντευξή σας, στις 19 Μαρτίου 2019, εκφράζοντας την ελπίδα ότι «στη συνεδρία της Συνόδου της Ιεραρχίας, εμμονές ιεραρχών να μην το απορρίψουν (ενν. το σχέδιο υλοποίησης)» σας υπενθυμίζω ότι τόσο η απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2018 όσο και της 19ης Μαρτίου 2019 ήταν αποφάσεις ομόφωνες και δεν επικράτησε η «εμμονή κάποιων Ιεραρχών» αλλά η σύνεση και η νηφαλιότητα με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον και την αξιοπρεπή επιβίωση των κληρικών και των οικογενειών τους ως και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων της Εκκλησίας.

Δυστυχώς όμως και στην τελευταία σας συνέντευξη στην ΕΡΤ εμφανιστήκατε προκλητικός και επιθετικός προς την Εκκλησία της Ελλάδος τονίζοντας ότι «οι Ιεράρχες πού αρνούνται την Συμφωνία θα λογοδοτήσουν στην ιστορία».

Στην ιστορία κύριε Υπουργέ θα λογοδοτούσαν οι Ιεράρχες εάν απεμπολούσαν και δεν σεβόντουσαν κεκτημένα εργασιακά, μισθολογικά και ασφαλιστικά δικαιώματα των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων ή αντήλλασαν τα δικαιώματα αυτά με μικροπολιτικά συμφέροντα και κοντόφθαλμες επενδυτικές επιδιώξεις.

Μία κυβέρνηση όμως δημοκρατική και εκλεγμένη από τον λαό κυρίως δε «πρώτη φορά αριστερά» είναι δυνατόν να αμφισβητεί ή να  αλλάζει εργασιακά κεκτημένα μιας ομάδος πολιτών, οι οποίοι υπηρετούν έναν από τους κορυφαίους θεσμούς της Πατρίδας, την Εκκλησία και οι οποίοι έχουν προσφέρει όχι μόνο κατά το παρελθόν αλλά και στην παρούσα κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση ανιδιοτελώς, κατά δήλωση της κυβέρνησης μάλιστα;

Τα περί ευρωπαϊκών απαιτήσεων, τα οποία ανέφεραν τα «παπαγαλάκια» των υπερασπιστών της «ιστορικής συμφωνίας», ευτυχώς δεν σας αφορούν γιατί αγγίζουν τα όρια της αστειότητας και της έλλειψης σοβαρότητας.

2)  Και έρχομαι στα όσα αναφέρατε στη συνεδρία της Βουλής της 12ης Απριλίου 2019, με αφορμή την επερώτηση ενός αξιότιμου βουλευτή της αντιπολίτευσης, για το θέμα των νέων εφημεριακών θέσεων και των οργανικών θέσεων των κληρικών.

Εχετε δίκαιο ότι με το νόμο του 1945 θεσμοθετούνται 6.000 οργανικές θέσεις κληρικών για τις ανάγκες των ενοριών, λαμβάνοντας υπόψην  τα τότε στατιστικά δεδομένα και πληθυσμιακά στοιχεία, ενώ το έλλειμμα επίλυσης του όλου ζητήματος, από το 1945 έως και σήμερα, το έχει αναγνωρίσει και η Εκκλησία και η Πολιτεία από κοινού, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει επικαιροποιηθεί με βάση πλέον τα σημερινά πληθυσμιακά και στατιστικά δεδομένα. Το ζήτημα αναγνωρίστηκε και από την Επιτροπή Διαλόγου για την «ιστορική συμφωνία» της 6ης Νοεμβρίου 2018 γι’ αυτό και η Ιεραρχία στην απόφαση της 20ης Μαρτίου 2019 το έθεσε ως ένα από τα θέματα που πρότεινε προς συζήτηση και το οποίον εσείς απορρίψατε όπως και ολόκληρη την ομόφωνη πρόταση της Ιεραρχίας.

Γνωρίζετε όμως καλύτερα από μένα ότι : α) Ἡ επίλυση του θέματος των οργανικών θέσεων είναι μία νομοτεχνική διαδικασία, η οποία πρέπει να επικαιροποιηθεί με βάση τα σημερινά πληθυσμιακά και  στατιστικά δεδομένα και δεν μπορούμε να επιδιώκουμε την επίλυσή του με τα δεδομένα του 1945. β) Η συσχέτιση του θέματος των οργανικών θέσεων με την αλλαγή του μισθολογικού, εργασιακού, ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού καθεστώτος των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων είναι άστοχη και ανεπιτυχής γιατί το θέμα της μισθοδοσίας δεν άπτεται του νόμου του 1945 αλλά είναι μία σειρά νόμων και διατάξεων, μέχρι και το 2014, με τις οποίες de facto και de jure το μισθολογικό καθεστώς των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων κατοχυρώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο ανεξάρτητα από την κατ’ απόλυτον έννοια αναγνώριση στους κληρικούς της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου ή της κατάστασής τους ως εγγάμων ή αγάμων.

Και εφόσον όλα αυτά είναι ακόμη σε ισχύ τίθεται άμεσα το ερώτημα : Αφού ο προκάτοχός σας  υπουργός Παιδείας κ. Γ. Φίλης το έτος 2016 δρομολόγησε περίπου 160 θέσεις εφημερίων για κάλυψη εφημεριακών αναγκών και για τον ίδιο λόγο εσείς το έτος 2017 περίπου 190 θέσεις γιατί το έτος 2018 δεν έχουν δοθεί θέσεις; Επειδή πολλά φημολογούνται ωὡς απάντηση, τα οποία κινούνται μεταξύ εκδικητικότητας και μεροληψίας, θα σας προέτρεπα, με όλο το σεβασμό προς την ιδιότητά σας και το πρόσωπό σας, να δρομολογηθεί ο προγραμματισμός για νέες εφημεριακές θέσεις προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι εφημεριακές ανάγκες της Εκκλησίας, έστω και την ύστατη ώρα, «μεσούντος του ημερολογιακού έτους», γιατί η λήψη αποφάσεων εν θερμώ και με το θυμικό μόνο δημιουργεί πάντα περαιτέρω προβλήματα και δεν ομαλοποιεί καταστάσεις ούτε εκτονώνει κρίσεις.

Με την πεποίθηση ότι η παρούσα Ανοικτή Επιστολή μου δεν προκάλεσε προβλήματα αλλά μάλλον θα αποτελέσει αφορμή προβληματισμού διελεύκανε και αναδείξει την αλήθεια των γεγονότων σάς εύχομαι καλό υπόλοιπο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και με το καλό να εορτάσουμε  και την Ανάσταση του Κυρίου.

                                 Καλαμάτα 15 Απριλίου 2019

Μετ’ ευχών εορτίων
†  Ο  ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Share.