fbpx

Χρονογράφημα: Αμερικάνικο ρούχο

0

Πάλι για τον μπάρμπα Γιάννη. Έχει γίνει βλέπετε κοινωνικός αστέρας πρώτης γραμμής. Το πρωί που ξυπνούσε, πρώτα μούντζωνε κατά την Αμερική και μετά καβαλίκευε το γάιδαρο να πάει στο χωράφι. Ήταν και ο πόλεμος του Βιετνάμ που του ‘δινε αφορμή να ξιφουλκήσει προς πάντα ισχυρό αδικούντα. Χεσμένοι στο δολάριο οι Αμερικανοί, σκότωναν τους Βιετναμέζους, με τις βόμβες κι αραχτοί στις καρέκλες, χάζευαν τους νεκρούς και χαλαροί χαίρονταν μια ζωή χαρισάμενη.

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

Τα ‘χε και με τους λοιμογόνους κυβερνήτες, που είχαν κουβαλήσει όλο το αμερικάνικο ρούχο με την Ούντρα και το μοίραζαν στους αυτόχθονες ελληνοπίθηκους. Λαλίστατοι ύστερα φλόμωναν στο ψέμα τον κόσμο για τα μεγαλεία που ζούσαν.

Μια Κυριακή βρέθηκε ενώπιον στους επιτελείς της επιτροπής για να πάρει το μερίδιό του, ως άπορος. Όρθιος ο πρόεδρος έπιανε το ‘να ρούχο μετά τ’ άλλο και φώναζε: «Τούτο δικό σου! Εκείνο δικό του! Εσύ την τραγιάσκα! Ο παππούς το σώβρακο! Η γιαγιά το στηθόδεσμο!» Είχε πάει στο τελείωμα εγερθείς αργά και περίμενε. Είχαν μείνει φουστάνια, φαρδιά, κακόγουστα, μακριά, όμοια με αμερικάνικες σημαίες. Πήρε ένα στο χέρι του ο παπάς, άπλωσε να του το δώσει και του είπε γελαστά: «Πάρε κι εσύ μπάρμπα Γιάννη το δικό σου! Με γεια σου!» Έβαλε τη φωνή εκείνος, η εκκλησία ταρακουνήθηκε συθέμελη: «Δεν έχω κορίτσι, παπά μου, η γριά μου δεν το φορά τέτοιο κουρέλι, βρακί θέλω να βάλω τα απόκρυφά μου μέσα! Δε θέλω σημαία!» «Αυτό σου ‘τυχε Γιάννη, αυτό θα πάρεις, τι θέλεις να κάνουμε τώρα;»

Ηφαίστειο έγινε ο μπάρμπα Γιάννης, τους έκαψε με τη λάβα που τους έριξε με το βλέμμα του και ξέσπασε: «Ποιανών εντολές εκτελείτε μικρόψυχοι; Θα σας σκαγιάσω όλους της επιτροπής αν δεν μου αλλάξετε το ρούχο! Τι θέλετε να με κάνετε γυναικωτό μ’ αυτό το πατσαβούρι που μου δίνετε; Δεν πάτε στον αγύριστο εσείς και οι τρομοκράτες προστάτες σας!»

Έφυγε, πήγε στον καφενέ. Οι ουκ ολίγοι κολλητοί του, κάθισαν γύρω του και τον ρωτούσαν: «Τι έγινε μπάρμπα Γιάννη; Ως εδώ έφτασαν οι φωνές σου! Τι συνέβη;»

Αυτός δε μίλησε. Τους κοίταξε αραχτός αφ’ υψηλού για λίγο και μετά έπιασε το κλέφτικο: «Μη μου μιλάτε, ρε παιδιά, μη με παρηγοράτε, θέλω να πάρω τα βουνά, σαν πια δε μ’ αγαπάτε…»

 ellinikoxronografima.blogspot.gr

Share.