fbpx

Διήγημα: Ο μπάρμπα – Γιάννης

0

ΚΑΘΟΤΑΝ στην πέτρα κάτω από τη μουριά, πετούσε στο χώμα τη γόπα την έλιωνε με το πόδι του και κοίταζε με τα μάτια του θαμπά τον Αι- Βλάση. Ύστερα αρχινούσε το τραγούδι: «Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι…»

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ

 Το σπίτι του μικρό με τις πέτρες του μαυρισμένες και γεμάτες βρύα και λειχήνες. Έπιπλα λίγα και τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, δυο στάμνες για νερό, μισή ντουζίνα πιάτα, λίγα κατσαρολικά κι ένα κρεβάτι παλιό διπλό με στρώμα από άχυρο. Δίπλα προς τη δύση ο αχυρώνας που στέγαζε τη γαϊδουρίτσα και πέντε έξι κότες.

 Είχε συνηθίσει να μιλάει με τον εαυτό του και όταν ο ήλιος ανέβαινε ουράνιος και γυρνούσε από το χωράφι, καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά κι έπιανε λακριντί μαζί του. Ύστερα παρασυρόταν από τον καπνό του τσιγάρου του κι έπιανε το τραγούδι. Του άρεσαν τα κλέφτικα. Και τις ιστορίες τις είχε στο πετσί του. Τις νύχτες του καλοκαιριού και τις προχωρημένες του φθινοπώρου, τις έβγαζε από μέσα του με τέτοιο μπρίο που οι περαστικοί βοσκοί και αγωγιάτες σταματούσαν και κρέμονταν από τα χείλη του να τον ακούσουν.

 Ώρες- ώρες είχε μια αγωνία ο μπαρμπα – Γιάννης με τα τόσα που του έρχονταν στο μυαλό που κατέβαζε το σκούφο του να κρύψει τα δάκρυά του. Και κάπνιζε- κάπνιζε κι έπαιζε τα δάχτυλά του νευρικά και σκαρφάλωνε με το βλέμμα του στην κορυφή του Αι- Βλάση. Κι αφού εισέπνεε τις ευωδιές της βλάστησης κοιτούσε κατά την πόλη. Εκεί που το χέρι του Θεού μέσα στη βουή των δρόμων προστάτευε τα παιδιά του. Κι έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό της ξύλο, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Και που και που γυρνούσε προς το αριστερό του μπράτσο κι έσκυβε και το ‘τριβε, τον πονούσε μήνες τώρα και ήθελε να το γιατρέψει.

 Και κείνα τα παιδιά του; Πού να ΄ναι τώρα; Στο σχολείο; Κι όλο τον έτρωγε η αγωνία κι όλο κοίταζε τα δέντρα του κήπου που πάνω τους τιτίβιζαν και κελαηδούσαν τα πουλιά.

 Ήταν ψηλός, στεγνός με άσπρα μαλλιά και καστανά μάτια. Όταν έμενε αξύριστος τα γένια του χρύσιζαν και οι φαβορίτες του ξεθώριαζαν σαν γκρι βελούδο. Φορούσε λινό παντελόνι, σακάκι με μπαλώματα στους αγκώνες και τραγιάσκα μαύρη. Τις περισσότερες μέρες του χρόνου ήταν χλωμός και το δέρμα του είχε το χρωματισμό που έχουν οι άγιοι στις εικόνες της εκκλησίας.

 Ζούσε έξω από το χωριό στην ερημιά, κλεισμένος από λόφους, μπογάζια, χλωρασιές και δέντρα. Δυτικά ήταν μόνο ανοιχτά όπου μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα και τη γαλακτερή ομίχλη που τη σκέπαζε το πρωί ως το Κατάκωλο. Ανατολικά το βουνό Αι- Βλάσης του άνοιγε το μονοπάτι της φαντασίας του. Γεμάτο με χαμηλή βλάστηση, μικρούς βραχότοπους και γκριζοπράσινες σκιες ήταν η αρχή όλων των πραγμάτων του. Στις ρωγμές των βράχων του έκρυβε την αγωνία του και στο μοναστήρι της Κατσιμικάδας στα ριζά του έκανε την προσευχή του να γιατρεύει τις αμαρτίες του.

 Και ώρες- ώρες είχε μια αγωνία ο μπαρμπα – Γιάννης που καθόταν κάτω από τη μουριά, έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, διόρθωνε το στραβό της ξύλο, ίσιωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του και δάκρυζε.

 Καλλιεργούσε ένα χωραφάκι και του ‘δινε κηπευτικά. Τα κατέβαζε στην πόλη με τη γαϊδουρίτσα του και τα πουλούσε στη λαϊκή. Ότι έπαιρνε το ξόδευε να αγοράσει ψωμί, φρούτα, τσιγάρα και πίτουρα για τις κότες του. Πριν κινήσει για το χωριό τα κοπάναγε με δυο τρεις άλλους στο ταβερνάκι και γινόταν στουπί. Γυρνούσε με το σακάκι ανάριχτο στους ώμους, την τραγιάσκα στραβά και μιλώντας με το αγαθό του τετράποδο. Η ομιλία του φαινόταν σχεδόν σε ξένη γλώσσα.

 Έπαιρνε μια συνταξούλα από οχτακόσιες δραχμές. Του τη βγάλανε τότε που αρρώστησε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στη Σωτηρία. Πήγε να πεθάνει και η φλόγα στο κερί του τρεμόσβηνε από μέρα σε μέρα. Τη γλίτωσε αλλά οι πνεύμονες είχαν μαραγγιάσει, τα μάγουλά του είχαν μείνει ρουφηγμένα και τα μάτια του, ποιος ξέρει γιατί, του ‘μειναν κατακόκκινα. Άφησε το φούρνο που δούλευε και γύρισε στο χωριό. Κι εκείνος ο βήχας γκουχ, γκουχ, γκουχ, όλη τη νύχτα από τότε δεν έλεγε να τον αφήσει.

 Κάθε πρώτη του μήνα έβγαινε στο δρόμο να συναντήσει τον ταχυδρόμο και να πάρει τη σύνταξη. Στεκόταν στην πόρτα του λιτρουβιού και τον περίμενε. Όταν ήθελε ο Παντοδύναμος τού τον έστελνε γρήγορα και τότε ξεμπέρδευε στο άψε σβήσε όταν όμως αργούσε καθόταν κάτω στο περβάζι της πόρτας τυλιγμένος στο πανωφόρι του και έβγαζε το σουγιά του κι άρχιζε και πελεκούσε τη μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό της ξύλο, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Κι όλο κοιτούσε κατά του Δελφίνη να φανεί στη στροφή ο ταχυδρόμος.

 Έκανε πολλές δουλειές ο μπαρμπα – Γιάννης. Τα τέσσερα παιδιά του τρία αγόρια, ένα κορίτσι και η γυναίκα του ήταν η ευτυχία του. Έπρεπε να μη τους λείπει το ψωμί από τη μεγάλη κόφα της κουζίνας. Δούλευε ξυλοκόπος, εργάτης, θεριστής, τρυγητής, αγωγιάτης, νεροφύλακας και καραβοκύρης.

 Όταν τον έβαζαν νεροφύλακα και τελείωνε το καλοκαίρι, έπαιρνε σακί και τενεκέ και γύριζε από πόρτα σε πόρτα να πάρει το δικαίωμά του. Το χωριό τον αγαπούσε και τον είχε στα όπα όπα. Έτσι του δίνανε ένα σωρό φαγιά, στάρι, λάδι και κρασί. Ευχαριστούσε τους χωριάτες, τα φόρτωνε στη γαϊδουρίτσα του και τα ‘φερνε σπίτι. Eκεί με το στήθος του να βράζει και να κάνει γκουχ, γκουχ, γκουχ, τα’ βαζε στην αποθήκη. Ύστερα έχωνε τη χούφτα του στο αμπάρι τη γέμιζε στάρι και την έδειχνε στη Ζαχαρούλα τη γυναίκα του. «Να η πληρωμή μου» της έλεγε περήφανος « να η πληρωμή μου» και δάκρυζε.

 Μετά πήγαινε στο πίσω μέρος του σπιτιού και ξάπλωνε στη μαρμαριά και λιαζόταν. Έστρωνε κάτω ένα σάλι, σκεπαζόταν με το σακάκι του, τραβούσε ως τα μάτια την τραγιάσκα του και τον έπαιρνε ο ύπνος. Θυμόταν τα παιδιά του και τα φανταζόταν ευτυχισμένα, ποτέ δεν του περνούσε η ιδέα πως μπορούσε να ήταν δυστυχισμένα. Καμιά φορά έβλεπε κι όνειρα γιατί φώναζε στον ύπνο του, σφιγγόταν και τιναζόταν ενώ κούναγε τα χέρια του κι έλεγε ακατάληπτες λέξεις. Κάποιοι που τον είχαν ακούσει περνώντας με τα μαρτίνια τους έλεγαν πως απαριθμούσε τα βάσανα που είχε περάσει.

 Η δουλειά, τα βάσανα και η αρρώστια του τον είχαν καταντήσει σακάτη. Όμως δεν το ‘βαζε κάτω. Κι έτσι κάθε Νοέμβρη δούλευε καραβοκύρης στο λιτρουβιό του Μανάρα. Η δουλειά αυτή του άρεσε γιατί τον έβγαζε από τη σκλαβιά τής ανίας και τον έκανε να μη χάνει τη φωνή του. Γιατί μέσα στο τσούρμο με τους λιτρουβιάρηδες ο μπαρμπα -Γιάννης έλεγε τις ιστορίες του, έκανε φάρσες, τραγουδούσε και διόρθωνε τα τσαλακωμένα μυαλά τής εργατιάς με το δικό του κοφτερό μυαλό. Η μέρα άρχιζε με το πρώτο στάμα στη μηχανή και τους λαδωμένους εργάτες γύρω του. Κι όσο να ‘ρθει το βράδυ δεν έβλεπες παρά σωρούς από λιοκόκια, γεμάτα ασκιά, τσουβάλια, λαδούσες, παιδιά να τρώνε καψαλιστό ψωμί και ζητιάνες να ρίχνουν στα σακούλια τους ό,τι τους έδιναν τα αφεντικά.

 Ερχόταν ο χειμώνας, άφηνε το λιτρουβιό κι έπεφτε πάλι στη ρουτίνα με τα βάσανά του να τον σπρώχνουν ακόμη πιο χαμηλά. Και ο μπαρμπα – Γιάννης αγαπούσε τη ζωή, δεν έλεγε να το βάλει κάτω και της κρατούσε το ρυθμό με τραγούδια, γέλια και νοσταλγία για τα παιδιά. Η μυρωδιά των χόρτων τον έτρεφε, τα λιγοστά υπάρχοντά του τον έκαναν να βλέπει τον ουρανό κατακόκκινο την ανατολή και χρυσαφί τη δύση. Κι ώρες – ώρες που του ερχόταν εκείνη η αγωνία καθόταν στην πέτρα κάτω από τη μουριά, έβγαζε το σουγιά του και πελεκούσε τη μαγγούρα του, ίσιωνε το στραβό ξύλο της, διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του. Κι έπιανε πάλι το τραγούδι «Άειντε του Κίτσου η μάνα κάθεται…» και θυμόταν τα τέσσερα παιδιά του.

 Ένα βράδυ που κοιμόταν είδε ένα όνειρο και πήγε ν’ ανοίξει τα μάτια του, αλλά δεν μπόρεσε. Τα χείλη του τα ‘νιωθε ακίνητα και τη φωνή του την έβγαζε μισοπνιγμένη. Είχε την αίσθηση πως πέθαινε και μουρμούρισε κάτι να τον ακούσουν. Όταν η γυναίκα του στάθηκε πάνω του τον βρήκε κοιμισμένο αλλά φαινόταν άρρωστος. Τον φρόντισε και συνήλθε. Εκείνος της έλεγε, « θα πεθάνω δεν είμαι καλά». Αυτή έμεινε όλη νύχτα κοντά του, κρατώντας τα χέρια του μέσα στα δικά της. Το πρωί τα μάτια του φαίνονταν πιο κόκκινα απ’ ότι ήταν και οι κόρες τους είχαν διασταλεί και το αριστερό του πόδι και χέρι ήταν νεκρωμένα. Συνέχισε να της μιλάει ψευδά με μάτια κλειστά κι έδειχνε να είναι βυθισμένος σε διαλογισμούς και να υποφέρει. Είχε περάσει εγκεφαλικό και η καινούρια του αρρώστια του τον αποσπούσε πια από τη ζωή.

 Τώρα για να καθίσει πάνω στην πέτρα κάτω από τη μουριά τον έφερνε η γυναίκα του. Κούτσα- κούτσα και σούρτα- φέρτα σέρνοντας. Μπορούσε να πάει και μόνος του με τις πατερίτσες αλλά αργούσε και παιδευόταν. Κι εκεί ώρες- ώρες τον έπιανε πάλι εκείνη η αγωνία κι έβγαζε το σουγιά του κι άρχιζε και πελεκούσε τη μαγγούρα του, διόρθωνε το στραβό της ξύλο και ίσιωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους κι άρχιζε πάλι το τραγούδι και θυμόταν τα τέσσερα παιδιά του και λυπόταν που ήταν κουτσός κι έκλαιγε.

 Το Νοέμβρη που ‘βγαζαν τις ελιές νοσταλγούσε το λιτρουβειό. Τόσα χρόνια μετά την αρρώστια του τον ξεχνούσαν, δεν τον φώναζαν να βγάλει το στάμα και να στίψει τα τσαντίλια που τόσες φορές το ‘χε κάνει. Του ‘λειπε πολύ το « βίρα» και το « μάϊνα» που έλεγε όταν δούλευε το βίντζι και κάργαρε το στάμα που το είχε κάτω από τη μηχανή.

 Κι ένα βράδυ έφυγε από το σπίτι για να πάει στο λιτρουβιό. Το σκοτάδι πυκνό δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Τα σύννεφα κρεμόταν στον ουρανό, μαύρα γεμάτα θειάφι και φορτωμένα αστροπελέκια. Ο αέρας κρύος και βαρύς και μια καταχνιά που κουβαλούσε βροχή. Ντύθηκε με το χοντρό του πανωφόρι, έχωσε βαθιά το σκούφο του, πήρε τη μαγγούρα του και σούρτα- φέρτα, σούρτα – φέρτα γλίστρησε από την πόρτα. Μια αστραπή που φώτισε το σκοτάδι τον έδειξε έτσι που σερνόταν σαν να ανέβαινε στο σταυρό. Και φάνηκε η παράλυτη σιλουέτα του.

 Ώσπου έφτασε στην πόρτα του λιτρουβιού. Στάθηκε και κοίταξε μέσα. Τα είδε όλα μέχρι που το παράλυτο πόδι του βάρυνε, το σώμα του τσιτώθηκε κι ένας αβάσταχτος πόνος με μια ζαλάδα τον τραβούσαν προς τα κάτω. « Θέμη, καραβοκύρη!» φώναξε αλλά δεν τον άκουσε κανείς. Κρατούσε γερά τη μαγγούρα του και γύρισε να φύγει. Αλλά η νύχτα ήταν βουτηγμένη στο σκοτάδι και η βροχή ξέσπασε. Ο ήχος του νερού αναταρασσόταν και κόχλαζε καθώς έπεφτε γύρω του. Κάποια στιγμή ένιωσε να πέφτει κι έσφιξε στο χέρι του τη μαγγούρα αλλά δεν πρόφτασε. Κύλισε πάνω στις πέτρες και ύστερα κόλλησε μέσα στη λάσπη.

 Όταν αποτραβήχτηκαν τα νερά ο αδερφός του ο Νιόνιος βγήκε έξω. Άκουσε τους βόγγους του και τον πλησίασε. Τον αναγνώρισε κι έβαλε δυνατή φωνή.

 Στο σπίτι πάνω στο κρεβάτι, όσο περνούσε η ώρα ο μπαρμπα- Γιάννης ανακάλυπτε πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Και σε λίγο έσβησε. Μ’ εκείνη την αγωνία που ένιωθε όταν καθόταν πάνω στην πέτρα κάτω από τη μουριά και με το σουγιά του πελεκούσε τη μαγγούρα του και της ίσιωνε το ξύλο και του διόρθωνε τους ρόζους και τους φουσκωμένους κόμπους του.

 ellinikoxronografima.blogspot.gr

Share.