Η προοπτική για την ελληνική ελαιοκομία και η μεγάλη πτώση παραγωγής κατά το 2018

0

ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΟ, αλλά πάντα επίκαιρο, κυρίως για την αρνητική του πλευρά, ότι δηλαδή το υγρό «χρυσάφι» της Ελληνικής γης, το ελαιόλαδο, το πρώτο εθνικό αγροτικό προϊόν, δεν έχει καταφέρει να δώσει στη χώρα και τον αγροτικό κόσμο, υπεραξία ανάλογη με την πανθομολογούμενη πολλαπλή διατροφή του αξία, παρ’ ότι οι έγκυροι ισχυρισμοί υγείας που διατυπώνονται σε επιστημονικές μελέτες είναι επιβεβαιωμένοι.

Από χθες η «Φ» δημοσιεύει αποτελέσματα πενταετούς έρευνας της Ευρωπαϊκής  Ενωσης για τον ελαιοκομικό τομέα που παρουσίασε το ΑΠΕ-ΜΠΕ σχολιασμένα από  καθηγητές γεωπονίας, ερευνητές και τεχνικούς συμβούλους.

Το πρώτο μέρος αφορούσε τη στρεμματική καλλιέργεια ανά χώρα και τον αριθμό ελαιοδένδρων, όπου η Μεσσηνία πρωταγωνιστεί σε επίπεδο χώρας έχοντας το 10% των ελαιοδένδρων 13,5 εκατ. δένδρα επί συνόλου στην Ελλάδα 132 εκατ. ελαιοδένδρων.

Σήμερα δημοσιεύουμε τα στοιχεία της παρουσίασης που αφορούν την ελπίδα και την προοπτική για την ελληνική ελαιοκομία και τη μεγάλη πτώση της παραγωγής ελαιολάδου και ελιάς στην Ελλάδα το 2018.

Μέρος 2ο

Όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Γεωπονίας και επιστημονικός υπεύθυνος του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, Γ. Μιχελάκης, «η πτώση της παραγωγής ελαιολάδου ποσοτικά ειδικά στην Κρήτη είναι σαφής τα τελευταία χρόνια» και θα πρέπει να ληφθούν θαρραλέα μέτρα για το υγρό χρυσάφι της Ελλάδας.
 
Παρόλα αυτά το ελληνικό ελαιόλαδο διακρίνεται σε παγκόσμιους διαγωνισμούς με το ελληνικό βιολογικό ελαιόλαδο από τους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου να κατέχει τα περισσότερα διεθνή βραβεία. 
 
Το ελαιόλαδο όμως έχει και θεραπευτικές ιδιότητες και όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ομότιμος καθηγητής του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης στο τμήμα Ελαιολάδου-Λιπαρών Υλών της Τεχνολογίας Τροφίμων, Απ. Κυριτσάκης, «το ελαιόλαδο δρα κατά των επιβλαβών ελεύθερων ριζών συμβάλλει στην αντιμετώπιση του οξειδωτικού στρες, το οποίο είναι αυτό που συνδέεται με 50 ίσως και 100 ασθένειες».
 
ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΑ
Ο πιλοτικός γραμμικός ελαιώνας 12 στρεμμάτων που φύτεψαν πρόπερσι στο Πανεπιστημιακό Αγρόκτημα της Θέρμης Θεσσαλονίκης οι φοιτητές του τμήματος Γεωπονίας του Αριστοτελείου, δεν έχει… κωδική ονομασία. Θα μπορούσε ίσως να ονομαστεί «Ελπίδα και Προοπτική», καθώς οι πυκνές σειρές με ποικιλίες της ελληνικής «Κορωνέικης» και της ισπανικής Αrbeguina που φροντίζουν οι φοιτητές, σε λίγο καιρό μπορούν να δώσουν ορισμένες από τις καίριες απαντήσεις για το μέλλον και τις προοπτικές της ελληνικής ελαιοκομίας.
 
«Όταν ο γραμμικός μας ελαιώνας καρπίσει (έχουν φυτευτεί σειρές και με ελιές Χαλκιδικής) θα «καρπίσουν» μαζί και αρκετά συμπεράσματα για την γραμμική καλλιέργεια της ελιάς στην Ελλάδα. Χρειαζόμαστε διαρκείς μελέτες σε όλα τα επίπεδα και πρέπει να παρθούν αποφάσεις για το πού θα κατευθυνθούμε στην καλλιέργεια της ελιάς και στην παραγωγή ελαιολάδου» επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Γεωπονίας του ΑΠΘ, Δημήτρης Γερασόπουλος, που συντονίζει τα προγράμματα μελέτης της ελιάς καθώς και τον πιλοτικό ελαιώνα στο Πανεπιστημιακό Αγρόκτημα της Θέρμης.
 
Οι νέοι γραμμικοί ελαιώνες που φυτρώνουν στην Καβάλα, την Πιερία, την Λοκρίδα, την Πελοπόννησο και σε άλλες περιοχές, ο προβληματισμός πολλών νέων ελαιοπαραγωγών για τις μειώσεις καλλιέργειας και τιμών, οι παλιές δομές στην ελαιοκομία που δεν έχουν βελτιωθεί κυρίως εξαιτίας της δεκαετούς κρίσης και της εξοικονόμησης των αγροτικών νοικοκυριών, ώθησαν τον καθηγητή και τους συνεργάτες του να συμμετέχουν σε νέα προγράμματα που στοχεύουν στη βελτίωση κι ανάπτυξη της ελληνικής ελαιοκομίας.
 
Το προσεχές διάστημα ο κ. Γερασόπουλος και οι συνεργάτες του θα συμμετάσχουν σε ένα ακόμη πρόγραμμα, με εταίρους μεταποιητές της Χαλκιδικιώτικης πράσινης ελιάς, στοχεύοντας στη μελέτη-παραγωγή ποιοτικότερων προϊόντων, στο εξαγώγιμο (κι ακριβό στην τιμή του) αγουρέλαιο της Χαλκιδικής και σε νέο καλλιεργητικό πρότυπο για τη σταθεροποίηση της ετήσιας παραγωγής στη χερσόνησο. 
 
«Χρειαζόμαστε αναδιοργάνωση με τη χρήση νέων τεχνολογιών. Γεωργία ακριβείας, drones-αεροπλανάκια, σκανάρισμα του εδάφους για τις ασθένειες και τις ποικιλίες, δημιουργία ζωνών επιτήρησης, εξορθολογισμό της διαχείρισης του νερού στις περιοχές που ο τουρισμός αναπτύσσεται μαζί με την ελαιοκομία, άρδευση με ηλεκτρονικό τρόπο, δίκτυο δακοπροστασίας… Να επεκτείνουμε τον ελληνικό ελαιώνα… Μέσα ακόμα και στο σύμπλεγμα των παλιών κι αρχαίων ελαιώνων να προχωρήσουμε με συστήματα τεχνολογίας έτσι όπως έκαναν ανταγωνίστριες χώρες, η Ισπανία και η Ιταλία, και διπλασίασαν την παραγωγή τους με δυναμικούς ελαιώνες», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Γερασόπουλος.
 
«Ο προσανατολισμός στην ποιότητα είναι μονόδρομος» προσθέτει ο πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Ελιάς Κρήτης, Κωνσταντίνος Χαρτζουλάκης. «Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τη μαζική ισπανική παραγωγή παρθένου ελαιολάδου. Χρειαζόμαστε δικό μας σχέδιο και στρατηγική για την ελαιοκομία…», επισημαίνει. 
 
Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο κλάδος των εθνικών προϊόντων, του ελαιόλαδου και της ελιάς, των καρπών που διατρέχουν το φυτικό DNA της Ελλάδας δέχεται «απανωτά χτυπήματα» κι από πολλές πλευρές και παρά τις λάμψεις αισιοδοξίας, που καταγράφονται συχνά-πυκνά για τη δυναμική και την εξαιρετική ποιότητα τους, η Ελλάδα χάνει σημαντικό έδαφος στο παγκόσμιο εμπόριο του ελαιολάδου.
 
Πάνω από 3.000-4.000 άτομα στρέφονται κάθε χρόνο στην ελαιοκομία
Μπορεί να παρατηρείται στροφή της… τρίτης γενιάς στην ελαιοκομία, δηλαδή νέων και καταρτισμένων ανθρώπων που αναλαμβάνουν τους παραδοσιακούς ελαιώνες των παππούδων-πατεράδων και φυτεύουν και νέες εκτάσεις, δημιουργούν μικρές μονάδες τυποποίησης, νέα προϊόντα και ισχυρό brand name στο εξωτερικό, μπορεί τα τελευταία χρόνια να παρατηρείται επέκταση του ελληνικού ελαιώνα και στη Θεσσαλία ή ακόμα και περιοχές μακριά από την θάλασσα, στα ενδότερα της (ψυχρότερης) ηπειρωτικής χώρας όπως στα Ίμερα των Σερβίων Κοζάνης (2.000 στρέμματα 50.000 ελαιόδεντρα), μπορεί να καταγράφεται αύξηση του βιολογικού ελαιολάδου και ελιάς προϊόντων ΠΟΠ, ωστόσο, το «ισοζύγιο εισροών-εκροών» στην παραγωγή κλίνει προς την πλευρά των εκροών και σίγουρα χωρίς να μπορεί να υπερπηδήσει το πλαίσιο, έτσι όπως το είχε ορίσει μελέτη του 2015 της Εθνικής Τράπεζας, η οποία προέβλεπε μείωση του ποσοστού του ελληνικού ελαιολάδου στην παγκόσμια συμμετοχή κάτω από το 6%.
 
Στα θετικά στοιχεία και στις «ριπές» αισιοδοξίας που καταγράφονται, η στροφή μορφωμένων ατόμων στην ελαιοκομία υπολογίζεται σε πάνω από 3.000-4.000 ετησίως, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί με την ίδρυση νέων Γεωπονικών Σχολών, καθώς θα προσθέσουν περίπου άλλους 2.000-3.000 διπλωματούχους κι ένα ποσοστό αυτών θα ασχοληθεί με την χρυσοφόρα καλλιέργεια του «ιερού δένδρου» και της παραγωγής του ελαιολάδου, η ζήτηση για το οποίο σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Ελαιοκομίας θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι το 2030.
 
ΜΕΓΑΛΗ ΠΤΩΣΗ

ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ

ΚΑΙ ΕΛΙΑΣ ΤΟ 2018
Η μεγάλη πτώση της παραγωγής ελαιολάδου-ελιάς στη χρονιά που πέρασε χαρακτηρίζεται συγκυριακή για την ελληνική ελαιοκομία, «η γραμμή της οποίας όμως έχει πια κλίση προς τα κάτω» αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γεωπόνος-ερευνητής και φυτωριούχος στον Πόρο Τροιζηνίας Γεώργιος Κωστελένος, σχολιάζοντας εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για την πιο δύσκολη χρονιά των τελευταίων 50 χρόνων αλλά και τον κίνδυνο να χάσει η Ελλάδα (από την Τυνησία), την 3η θέση που κατέχει παγκοσμίως πίσω από την Ισπανία και Ιταλία στην παραγωγή ελαιολάδου.
 
Βάσει των πλέον πρόσφατων εκτιμήσεων η χρονιά «κλείνει» με μείωση παραγωγής του ελληνικού ελαιολάδου μεγαλύτερη της αρχικής πρόβλεψης του -30%, που ισοδυναμεί με μετριοπαθείς υπολογισμούς με 180.000 τόνους ή με 220.000 τόνους σύμφωνα με κάποια πρώτα στοιχεία υπηρεσιών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Οι άσχημες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν την περασμένη χρονιά, το γλοιοσπόριο και ο δάκος που «χτύπησαν» τις περισσότερες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας θεωρούνται οι καθοριστικότεροι παράγοντες για τις απώλειες.

Κατά έναν… μαγικό τρόπο όμως, οι τιμές δεν εμφανίζουν συνακόλουθη δραματική μείωση για την τσέπη της… ελαιοκομίας και των 450.000 οικογενειών της. Κι αυτό πιθανόν οφείλεται στη σταθερότητα των εξαγωγών παρθένου ελαιόλαδου, στη μεγάλη ζήτηση του ελληνικού ελαιολάδου και πάλι από την Ιταλία, η οποία επίσης βίωσε πέρυσι λόγω και τους «τρομερού» βακτηρίου xylella fastidiosa μεγάλες καταστροφές ακόμη και στους μεγάλους ελαιώνες της Απουλίας. Ένας ακόμη παράγοντας που δεν παρέσυρε τις ευρωπαϊκές τιμές σύμφωνα με τον διευθυντή του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), Γιώργο Οικονόμου, είναι η γιγαντιαία παραγωγή της Ισπανίας που ίσως φτάνει και τους 1,6 εκατ. τόνους, ενώ υπήρχαν κι αποθέματα 1,5 εκατ. τόνων, αλλά και οι άμεσες ή έμμεσες εξαγωγές της Τυνησίας στην ΕΕ. Όλα αυτά μαζί λειτούργησαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά…».
 · ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Share.