fbpx

Λίγες σκέψεις για το μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου «Γάλα Μαγνησίας»

0
ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΣΤΙΣ 03-05-2019

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ πίσω του το ποικιλότροπο αφηγηματικά «Πανδαιμόνιο», το πρωτότυπο «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς», το πολύτροπο στις προτάσεις του «Αλλάζει πουκάμισο το φίδι», ο Βολιώτης φιλόλογος και συγγραφέας Κώστας Ακρίβος στο τέλος του 2018 εμφανίζεται ξανά από το «Μεταίχμιο» με το νέο του μυθιστόρημα «Γάλα Μαγνησίας».

Εξαιρετική πλέον η ωριμότητα της γραφής και ακριβείς οι πρωτότυποι χειρισμοί του στις αφηγηματικές τεχνικές και στην ποικιλία των αφηγηματικών τρόπων, χαρίζουν στους αναγνώστες του Κ. Ακρίβου ένα μυθιστόρημα δομημένο ευδιάκριτα σε δύο μέρη. Ένα πρώτο μέρος που αναφέρεται στο παρελθόν, σε γεγονότα που συνέβησαν 40 σχεδόν χρόνια πριν από όσα σύντομα εξελίσσονται στο δεύτερο μέρος, όπου οι τρεις από τους τέσσερις ήρωές του επανασυνδέονται και εκόντες – άκοντες θα μιλήσουν για τον τραγικό πνιγμό ενός συμμαθητή τους που σημαδεύει το τέλος της εφηβείας τους και αποτελεί την κατάληξη όσων εκτυλίσσονται στο πρώτο μέρος.

Μέσα στο κάδρο της αφήγησης του πρώτου μέρους του βιβλίου που διαδραματίζεται στην πόλη του Βόλου και μέσα στις αίθουσες του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων της πόλης και στους τοίχους του Οικοτροφείου της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ο συγγραφέας δημιουργεί την τοιχογραφία της Ελλάδας των δύο πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων όπου τα μετεμφυλιακά σύνδρομα και η δικτατορία ως σκιά και απόηχος σημάδευαν τη σχολική ζωή και τη γενικότερη συλλογική έκφραση σε μια άγουρη και παραπαίουσα δημοκρατία.

Το βιβλίο που φέρει τη σφραγίδα των βιωμάτων του συγγραφέα επ’ ουδενί είναι ηθογραφικό, χρησιμοποιεί όμως σκόπιμα και σχεδιασμένα τα στοιχεία της ηθογραφίας του πρώτου μέρους για να στηθεί το μικρότερο δεύτερο, αντισταθμίζοντας την μικρότερη έκταση με την ουσία του βασικού θέματος – ερωτήματος του συγγραφέα και τις συνειδησιακές συγκρούσεις των ηρώων του που συμβαίνουν σ’ αυτό.

Αδιαμφισβήτητος κεντρικός ήρωας του βιβλίου ο αριστερόχειρας και αριστεροπόδης στο ποδόσφαιρο Ζερβής και από οικογένεια με αριστερές πεποιθήσεις εξ ου και το καλοδιαλεγμένο παρατσούκλι του, πλαισιώνεται από τον βραδύγλωσσο Μικ που ήθελε να μοιάσει στον Τζάγκερ, τον μικρόσωμο Αχιλλάκο και τον ψαρομούρη Μπράσκα. Η παρέα των τεσσάρων, με σφυρηλατημένους δεσμούς αλληλεγγύης και φιλίας, αντιστέκεται στην καταπίεση του σχολείου και του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου όπου διαμένει και είναι τα «κακά παιδιά» ή η «συμμορία», όπως τους αποκαλούσε ο προϊστάμενος διάκος, ο οποίος αδυνατούσε να καταλάβει τα περίεργα προσωνύμια των τεσσάρων της συντροφιάς.

Όνειρα για το μέλλον, μικρές και μεγαλύτερες σκανταλιές που υπαγόρευε η πείνα, αντίσταση στους κανόνες του οικοτροφείου και στις απειλές του διάκου, κάπνισμα στα κρυφά, ερωτικά σκιρτήματα, αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, ελευθερία στην έκφραση και στη διασκέδαση ήταν τα βασικά αμαρτήματα των τεσσάρων που προβληματίζονταν: «Αν είχαμε γεννηθεί έτσι ή αν γίναμε αυτά τα χρόνια που ήμασταν στο οικοτροφείο δεν το ξέραμε. Κάναμε το αντίθετο απ’ ό,τι οι άλλοι. Ο γυμνασιάρχης, οι καθηγητές, ο διευθυντής του οικοτροφείου, ο διάκος… Προπάντων ο διάκος». Νηστείες, τιμωρίες, στέρηση εξόδων, φασίνα τουαλετών και άλλα βασανιστήρια του διάκου έφερναν την αντίδραση και το παράπονο των εύθραυστων εφηβικών ψυχών που δεν είχαν καθημερινό καταφύγιο στο σπιτικό τους. «Έφυγαν για τα σπίτια τους. Εκεί θα τους περίμεναν οι δικοί τους κι ένα τραπέζι στρωμένο. Εμάς ο διάκος», παρατηρούσε ο Ζερβής.

Ο καινούργιος και νέος στην ηλικία μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος – ο κατοπινός Αρχιεπίσκοπος – με τα εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς θα δημιουργήσει προσδοκίες για μια ουσιαστικότερη παρέμβαση της εκκλησίας στο Οικοτροφείο και στο ποίμνιό του γενικότερα. Ο Ακρίβος θα χτίσει και θα αποδομήσει τις προσδοκίες από το πρόσωπο, μέσα από τα γεγονότα της σχολικής ζωής που ταυτόχρονα θα καταδείξουν τον συντηρητισμό, την υποκρισία και την ανικανότητα των εκκλησιαστικών παραγόντων να σταθούν κοντά στα ουσιαστικά προβλήματα μιας στενής ή ευρύτερης κοινωνίας.

Κορυφαία ζητήματα της συλλογικής ζωής όπως οι ρατσιστικές συμπεριφορές και ο κάθε είδους εκφοβισμός, που θυμίζουν και περιστατικά των ημερών, θίγονται με δραματική ένταση. Σαφείς οι αναφορές και στις έμφυλες ταυτότητες, με διαφορετικότητες που εντοπίζονται σε μια συλλογική ζωή και πυροδοτούν ένοχες πράξεις που δεν αποκαλύπτονται και δεν τιμωρούνται. Το τραγικό γεγονός του πνιγμού της ιστορίας έχει ως αφορμή μια ατιμώρητη ένοχη πράξη, αρχίζει με την πρόθεση ενός δημόσιου εξευτελισμού με στοιχεία πλάκας και εξελίσσεται – με ευθύνη ή χωρίς ηθική ευθύνη των τεσσάρων; – σε τραγωδία. Αυτή θα σημαδέψει τα ωραία χρόνια που ονειρεύονται και γενικά ολόκληρη τη ζωή τους. Ο αναγνώστης, χάρη στη μαεστρία του συγγραφέα να συνθέτει τον αφηγηματικό χρόνο με τους τόπους της αφήγησης, αναπνέει τον αέρα του Βόλου του 1975, περπατάει στους δρόμους του με τα σινεμά, τα καφέ, τους καφενέδες και τις «ιδιαίτερες» γειτονιές του, τον αφουγκράζεται ξαπλωμένο κάτω από την ανάσα του βουνού των Κενταύρων με τα χωριά και τα ωραία αρχοντικά τους και τις τοπικές παραδόσεις.

Στον καμβά της μαθητικής μεταπολιτευτικής Ελλάδας, ο Ακρίβος αποδίδει με γραμμική αφήγηση όλο το σχολικό έτος 1974-75 ως τις 9 Ιουνίου που συνέβη το τραγικό περιστατικό εκείνης της ημέρας. Η γραμμικότητα διακόπτεται στο πρώτο μέρος από δύο ανάδρομες αφηγήσεις και δύο εγκιβωτισμένες ένθετες ιστορίες – του Αχιλλέα και του διάκου – τεχνικές οργανικά ενταγμένες και υπηρετικές της αφήγησης. Οι δραματικές εξελίξεις – και αυτό αποτελεί πρωτοτυπία και εφεύρημα του συγγραφέα, από τις 9 Ιουνίου που συνέβη ο πνιγμός ως τις 13 Ιουνίου που ολοκληρώθηκε η έρευνα και έκλεισε δικαστικά η υπόθεση, τέμνουν την κυρίως αφήγηση καθώς παρατίθενται με δραματικό τόνο και με ύφος ρεπορτάζ σαν σε φύλλα ημερολογίου, προξενώντας σταδιακά μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις στον αναγνώστη, που βρίσκεται σε άλλο τόπο και χρόνο της υπόθεσης.

Ο συγγραφέας αφηγείται ως συμμέτοχος σε πρώτο ενικό ή και πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, από τη δική του οπτική γωνία τα πράγματα και σχεδιάζει τους χαρακτήρες, τις επλογές, τα ονόματα ή και τα προσωνύμιά τους ακόμη, έτσι που να κουμπώνουν απόλυτα στην αφηγηματική του στοχοθεσία. Τεχνικές όπως υπαινιγμοί, προσημάνσεις και προοικονομίες, σχόλια και περιγραφές ζωηρές – μόνο όπου είναι αναγκαίες – δίνουν ενδιαφέρον και ευρωστία στο κείμενο που το χαρακτηρίζει ωστόσο η λιτότητα των εκφραστικών μέσων. Με όπλα συχνά το χιούμορ, την ειρωνεία, τη δραματικότητα και την υπαινικτικότητα του ύφους, ο Ακρίβος πετυχαίνει να κινητοποιήσει συναισθηματικά τον αναγνώστη του, να τον κάνει να γελάσει συνωμοτικά με παρόμοιες εμπειρίες, να τον εισαγάγει τέλος μέσα στην αγωνία της πάλης των ηρώων με τη συνείδησή τους. Μέσα από κατάλληλα περιστατικά ψυχογραφεί έμμεσα τους ήρωές του και αποδίδει τον αγαθό ή μη χαρακτήρα τους.

Κυρίως όμως και ταυτόχρονα, σχολιάζει και κρίνει, διερευνώντας τα αίτια που οδηγούν σε αντιδραστικές συμπεριφορές και δίνει το έναυσμα στον αναγνώστη να προβληματιστεί πάνω στις συνέπειες για τη μη απόδοση δικαιοσύνης και μάλιστα στην ώρα της από τη θεσμημένη πολιτεία ή το ανάλογο θεσμικό όργανο. Ακόμη εξετάζει την αυτοδικία ως μέσον αποκατάστασης της διασαλευμένης ηθικής τάξης ή ως έκφραση βαρβαρότητας και απουσίας παιδείας. Τα δευτερεύοντα αυτά, ωστόσο καίρια ζητήματα πλαισιώνουν το ερώτημα αν συνιστά ενοχή η συγκαλυμμένη ή μη αποκαλυφθείσα ηθική αυτουργία και πώς ο «ένοχος» βρίσκει ηρεμία ψυχής, όταν τον δικάζει ο εαυτός του και όχι η δικαιοσύνη των ανθρώπων; Είναι έγκλημα ή όχι, όταν μπορείς ν’ απλώσεις το χέρι να σώσεις κάποιον αλλά δεν το κάνεις; Φέρνει θεραπεία ο ψυχίατρος, οδηγεί στην κάθαρση η μόνωση στο Άγιο Όρος ή πνίγουμε στη λήθη την ευθύνη και συνεχίζουμε τη ζωή μας, ασχολούμενοι με τις ζωές των άλλων, έστω και λόγω επαγγέλματος;

Με το τελευταίο αυτό ερώτημα συναντιέται ο κεντρικός ήρωας του Ακρίβου, όταν στο αποσαθρωτικό τοπίο των εργασιακών σχέσεων της ελληνικής οικονομικής κρίσης, με αφορμή μια τυχαία συνάντηση, το βγάζει καθυστερημένα στην επιφάνεια. Στην αναζήτηση της ατομικής ή συλλογικής ευθύνης στο τραγικό γεγονός του πνιγμού του συμμαθητή της παρέας, ο Ακρίβος θα επιστρατεύσει το πρόβλημα της μνήμης. Πόσο θυμόμαστε, τι ακριβώς θυμόμαστε ή τι θέλουμε να θυμόμαστε από ένα γεγονός του παρελθόντος; Πώς λειτουργεί η μνήμη η δική μας ή χρειάζεται και η μνήμη των άλλων στη διερεύνηση μιας παλιάς ευθύνης; Πόσο ελαφρύ ή και βαρύ είναι το δίπολο συλλογική μνήμη – συλλογική ευθύνη;

Λεπτουργώντας ο Ακρίβος ένα δραματικό παιχνίδι συνειδησιακών συγκρούσεων, μνήμης και διάδρασης με τον αναγνώστη του, θα αποδώσει καθαρό τον κεντρικό ήρωά του με μια εις εαυτόν όψιμη ομολογία ευθύνης, «ήταν λες και λυνόταν μέσα μου ένας κόμπος, να καθάριζε ένας βραχνάς. Σαν να είχα πιει καθαρτικό και ξερνούσα τώρα έναν σβόλο από σκοτωμένο αίμα και ακαθαρσίες».

Το ήπιο λοιπόν καθαρτικό «Γάλα Μαγνησίας» έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο λόγω του αλληγορικού συμβολισμού, ενώ κυριολεκτικά το γάλα της ΕΒΙΟΛ Μαγνησίας έθρεψε γενιές παιδιών στο Οικοτροφείο, στην κοντινή Παιδόπολη της Αγριάς ή και στην οικογένεια, όπως εικαστικά αποτυπώνει στο εξώφυλλο η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Βολιώτη φωτογράφου Αχ. Λέτσιου.

Αναμνήσεις, νοσταλγική θλίψη, μέσα από μια νεοελληνική  λαγαρή γλώσσα και κυρίως εμπλοκή και διάδραση με τους ήρωες του βιβλίου και τις συγκρούσεις τους είναι το Γάλα Μαγνησίας με το οποίο τροφοδοτεί τον αναγνώστη του ο Βολιώτης συγγραφέας!

 

Αντωνία Παυλάκου
φιλόλογος – συγγραφέας, πρόεδρος της ΕΜΣ
Share.