fbpx

Ο Γεώργιος Θεοτοκάς και η «Γενιά το ’30»

0

ΣΕ ΑΥΤΗ ΑΝΗΚΟΥΝ ΟΙ ΔΥΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΕΣ

 Από καταβολής του ελληνισμού έχουν αναδειχθεί χιλιάδες συγγραφείς, ποιητές, φιλόσοφοι, και καλλιτέχνες των οποίων η επιστημοσύνη και τα έργα τους αποτελούν την βάση των επιστήμων, των τεχνών και του πολιτισμού όπως έχουν εξελιχθεί μέχρι σήμερα.

Toυ Αμβρόσιου Καρατζά

Συγγραφέα οικονομολόγου

 Στα 400 χρόνια της σκλαβιάς  υπήρξε μια ανάσχεση, εντούτοις πολλοί Έλληνες ξεχώρισαν στην Δύση στις επιστήμες. Με την απελευθέρωση της χώρας, δεν άργησε να φανεί η πρόοδος των γραμμάτων και των επιστημών και πολλοί Έλληνες λόγιοι οι οποίοι προστιθέμενοι στους Έλληνες λογοτέχνες της διασποράς έφεραν σιγά – σιγά τα νεοελληνικά γράμματα στην παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή.

Η δεύτερη εκατονταετία μετά την ανεξαρτησία, βρίσκει την Ελλάδα σε φτωχό λογοτεχνικό επίπεδο, που δεν άργησε να πολλαπλασιαστεί. Την πρώτη δεκαετία του 1900 γεννιόνται οι περισσότεροι από τους λογοτέχνες που μεγαλούργησαν τον περασμένο αιώνα. Σεφέρης, Ελύτης, Θεοτοκάς, Ρίτσος, Βρεττάκος, Εμπειρίκος και άλλοι πολλοί. Αυτή τη γενιά των λογοτεχνών ωρίμασε ανάμεσα στο 1930 και το ’40.

Οι νέοι του 1930 αισθάνονται εναγώνια τη δίψα μιας ανανέωσης. Αισθάνονται σαν πνιγμένοι στη μεταπολεμική και μετά-μικρασιατική Ελλάδα, σαν να μην είχε προλάβει να ανατείλει ο 20ος αιώνας και για τον τόπο τους.

Άνθρωποι δοκιμασμένοι, που είχαν υποστεί τον πόλεμο ή την εκστρατεία ή τον ξεριζωμό, με δυνάμεις άφθαρτες και αταπείνωτες από εκείνες τις οδυνηρές συνθήκες, είχαν τη φυσική και διανοητική άνεση να στοχαστούν πάνω στην κατάσταση, να αναμετρήσουν τις δυνατότητες της νεολαίας και να οραματιστούν κάτι το τολμηρό για το μέλλον.

O Θεοτοκάς θεωρήθηκε πρωτεργάτης της γενιάς του 1930 και ήταν ο σύνδεσµός της. Με αρκετούς εκπροσώπους της είχε στενή σχέση και αλληλογραφία και στο σπίτι του τραβήχτηκε η φωτογραφία της γενιάς το 1963 που δημοσιεύουμε.

Τον βασάνιζε ιδιαιτέρως η πνευματική ένδεια του νεότερου Ελληνισμού και του πολιτισμού του σε σχέση με το αντίστοιχο πλεόνασμα που παρουσίαζε η ευρωπαϊκή Δύση και, μολονότι αναγνώριζε μια διαφορά ιστορικής φάσης, αποδύθηκε σε μια προσπάθεια ευθυγράμμισης των Ελληνικών γραμμάτων.

Από τους λογοτέχνες της γενιάς του ήταν αυτός που ήθελε να είναι μέσα στα πράγματα. Ο Θεοτοκάς εισήγαγε τον όρο «Γενιά του ‘30» και μάλιστα στο ημερολόγιό του υποστηρίζει ότι μεταχειρίστηκε για πρώτη φορά «τον όρο génération de 1930» σε µια γενική επισκόπηση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που δημοσίευσε στο περιοδικό Europe το 1937.

Το γεγονός ότι ο Θεοτοκάς υπήρξε εισηγητής του όρου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στις 22 Νοεμβρίου 1947, έδωσε µια διάλεξη στο Aθήναιο µε θέμα «H λογοτεχνική γενεά του 1930» και στο ημερολόγιό του περιγράφει λεπτομερώς το γεγονός και το σκοπό του.

Την γενιά του ΄30, την καθιέρωσαν μια ομάδα νέων λογοτεχνών με πρωτοποριακές φιλοδοξίες, με διάθεση να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ή τουλάχιστον να διαφοροποιηθούν από αυτό και από την κατεστημένη τάξη. Στους λογοτέχνες αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι Καραγάτσης, Τερζάκης, Βενέζης, Θεοτοκάς, Πολίτης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Βρεττάκος, Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πετσάλης, Καραντώνης κ.α.

O Θεοτοκάς υπήρξε από τότε ένθερμος θιασώτης της Ευρώπης. Κανείς άλλος Έλληνας συγγραφέας δεν πίστεψε µε τόσο πάθος στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης και δεν υποστήριξε µε την ίδια συνέπεια αυτή τη θέση. Η φανατική του αφοσίωση στην Ευρώπη εκφράζονταν με την τάση για Ευρωπαϊκή συγχώνευση των εθνών αλλά και την αναζήτηση της εθνικής ιδιοπροσωπίας.

Το στοιχείο τελικά της πολιτισμικής εναρμόνισης και επικοινωνίας τοπικού και υπερεθνικού θα αποτελέσει το παράδειγμα μέσα από το οποίο ο Θεοτοκάς βλέπει τη σχέση ελληνισμού και Δύσης. Και αυτό θα καταστεί και το κυρίαρχο παράδειγμα της γενιάς του.

Δεδομένου ότι και σήμερα µας απασχολεί το ζήτημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και της παγκοσμιοποίησης ή όχι, η αναδρομή στον προβληματισμό του Θεοτοκά από τους συγχρόνους πολιτικούς και μη θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη και να αναδείξει την ελληνική πρόταση στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης.

Πίστευε ότι η Ευρώπη, λόγω της ιστορικής αναγκαιότητας, θα όδευε προς τη σύνθεση και την ενότητα και από πολύ νωρίς τάχθηκε υπέρ της ιδέας της ομοσπονδοποίησής της. Την περίοδο 1958-1961, ως και την επίτευξη της Σύνδεσης με την ΕΟΚ δηλαδή, συμπορεύθηκε, για πρώτη και μοναδική φορά, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Ο Γεώργιος Θεοτοκάς

Ο Γιώργος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1906. Φοίτησε στη Σχολή Ζαμαρία την περίοδο 1911-1913 και κατόπιν στο Εθνικόν Ελληνογαλλικόν Λύκειον, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1922. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922, η οικογένεια Θεοτοκά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Θεοτοκάς φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1926. Τον Ιανουάριο του 1927 αναχώρησε για το Παρίσι και το 1928 στο Λονδίνο με σκοπό την πραγματοποίηση ελεύθερων σπουδών στα αντικείμενα της νομικής, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, το αγγλικό δίκαιο, την αγγλική φιλολογία και ιστορίας του πολιτισμού. Επέστρεψε το 1929, στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Παράλληλα, δραστηριοποιήθηκε έντονα στον πνευματικό χώρο.

Από τα μαθητικά του χρόνια εκδήλωσε το πνευματικό στίγμα του. Μαθητής έδωσε διαλέξεις σχετικά με την ιστορία του δημοτικισμού και το έργο του Διονύσιου Σολωμού. Στα φοιτητικά του χρόνια δημοσίευσε με ευκαιρία της επίσκεψης του Γιάννη Ψυχάρη στην Ελλάδα και την Χίο το 1925, άρθρο στην εφημερίδα «Νέα Χίος» με τίτλο «Η κοινωνική σημασία του έργου του Ψυχάρη». Με ίδιο περιεχόμενο έδωσε διάλεξη και προσφώνησε τον Ψυχάρη σε τιμητική εκδήλωση στην αίθουσα της Εταιρείας Κοινωνικών Επιστημών τον Νοέμβριο του 1925.

Παράλληλα αρθρογραφούσε στην ομώνυμη εφημερίδα της «Φοιτητικής Συντροφιάς», με θέματα από το γλωσσικό ζήτημα και τη λογοτεχνία, και το οικογενειακό δίκαιο. Το 1929 στο Παρίσι αρθρογραφούσε από τις στήλες της εφημερίδας «Αγών». Την περίοδο αυτή διαμόρφωσε τις ιδέες που αποτύπωσε στο δοκίμιό του «Ελεύθερο Πνεύμα», που εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκε ως «μανιφέστο” της Γενιάς του ’30».

 

Το 1931 μέχρι το 1935 αρθρογραφούσε στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Κύκλος», «Ιδέα», «Νέα Γράμματα» και στις εφημερίδες «Πρωΐα» και «Εργασία». Αποπειράθηκε να εκδώσει το περιοδικό Οδυσσέας μαζί με άλλους, αλλά απέτυχαν. Το 1931 εκδίδει το «Ώρες αργίας» του 1932 εκδίδει το πολιτικό του πιστεύω, «Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα» και το 1933 το «Αργώ».’

Μετά την εγκαθίδρυση της Μεταξικής δικτατορίας άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 έγραψε τα θεατρικά έργα: «Αντάρα στ’ Ανάπλι», «Το Γεφύρι της Άρτας» , «Πέφτει το βράδυ», «Το κάστρο της Ωριάς» και το «Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας». Το 1945 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας από το μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας Sigfrid Siwertz.

Η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε με το «Βραβείο πεζογραφίας» το 1939 για το μυθιστόρημά του «Το Δαιμόνιο». Στις 22 Νοεμβρίου 1940 παρουσιάζεται εθελοντής στο Γουδί αλλά του αρνούνται την κατάταξη. Τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου του ζήτησε να αναλάβει όποια δημόσια θέση επιθυμούσε. Δεν δέχθηκε την πρόταση αλλά συνέταξε ένα Υπόμνημα για την κατάσταση των πνευμάτων στην Αθήνα το Φθινόπωρο του 1944.

Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου τις περιόδους: 1945-1946 και 1952-1953. Το 1964 διορίστηκε πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Ο Γεώργιος Θεοτοκάς ασχολήθηκε και με την πολιτική με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αλλά δεν εκλέχτηκε βουλευτής.

Ταξίδεψε σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, Αίγυπτος, Λίβανος, Συρία, Ρουμανία, Σοβιετική Ένωση, Περσία, Βουλγαρία. Τον Σεπτέμβριο του 1963 συμμετείχε μαζί με τον Ευάγγελο Παπανούτσο στην Υποεπιτροπή Παιδείας της Ενώσεως Κέντρου, η οποία συνέταξε ένα πλήρες σχέδιο το οποίο εφαρμόστηκε όταν η Ένωση Κέντρου ανελάμβανε την εξουσία το 1963. Πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1966 στην Αθήνα, σε ηλικία 61 χρόνων, από καρκίνο στο συκώτι.

Από τους λογοτέχνες της γενιάς το ΄30, ο Σεφέρης το 1963 και ο Ελύτης το 1979,τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ όλοι οι άλλοι έτυχαν μεγάλων διακρίσεων, αλλά η σπουδαιότερη διάκριση είναι ότι έχουν μείνει στην ιστορία με το πλούσιο έργο τους.

Η γενιά του ΄30 και η επίδρασή τους στους νέους της εποχής.

Ο πατέρας μου   Αριστείδης, ηλικιακά ανήκε στην γενιά του ΄30. Γεννημένος το 1902 στην Αυλώνα Τριφυλίας φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του χωριού και της Κυπαρισσίας και συνέχισε στο γυμνάσιο της Ανδρίτσαινας και της Κυπαρισσίας. Ως μαθητής ήταν μεταξύ των αρίστων με κλίση στα θεωρητικά μαθήματα.

Το 1921, στα μέσα της τελευταίας χρονιάς των γυμνασιακών του σπουδών  επιστρατεύτηκε για την ενίσχυση του στρατού στην εκστρατεία της Μ. Ασίας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και έφτασε μέχρι το Εσκή Σεχίρ. Επέστρεψε ζωντανός περπατώντας, μέσω Θράκης, στην Αθήνα και συνέχισε την στρατιωτική του θητεία μέχρι τον Μάρτιο του 1924.

Το 1925 συστήθηκε η Αστυνομία Πόλεων και κατόπιν εξετάσεων φοίτησε επί εξάμηνο στην σχολή της Αστυνομίας στην Κέρκυρα και τοποθετήθηκε αστυφύλακας στο Κολωνάκι των Αθηνών.

Στην Αστυνομία ο Αριστείδης υπηρέτησε στο Κολωνάκι, όπου κατοικούσε η μεγάλο αστική τάξη της εποχής. Είχε να κάνει με καθώς πρέπει κόσμο και είχε έλθει σε επαφή πιο πολύ μορφωμένους ανθρώπους όταν ήταν στην Σμύρνη.

Κατά την παραμονή του στην Αστυνομία και λόγω της ιδιότητας του Αστυφύλακα είχε το δικαίωμα να μπαίνει δωρεάν σε όλα τα θεάματα. Έτσι ήλθε σε επαφή με το θέατρο και πολύ σύντομα έγινε φαν της μεγάλης Κυβέλης την οποία είχε δει σε όλα τα έργα που είχε ανεβάσει εκείνη την εποχή.

Ήταν φιλομαθής χαρακτήρας, και στον ελεύθερο χρόνο του πάντα διάβαζε πεζογραφία και ποίηση στις βιβλιοθήκες και διέθετε αρκετό από το μισθό του στην αγορά βιβλίων η την συνδρομή περιοδικών μέχρι που πέθανε. Μελετούσε το λογοτεχνικά περιοδικά και είχε άποψη για όλους τους τότε συγχρόνους αναδυόμενους λογοτέχνες της γενιάς του.

Στις ιδιόγραφες σημειώσεις αναφέρεται ο Αριστείδης στο Δοκίμιο του Θεοτοκά με τίτλο «Ελεύθερο Πνεύμα» και συγκεκριμένα υιοθετεί το παρακάτω τμήμα του.

«Κρούει η ώρα μιας νέας ελληνικής γενεάς, πιο ώριμης από τις προηγούμενες και μπορούμε να ελπίζουμε πιο δυνατής, γιατί είναι μια γενεά σκληραγωγημένη, που ανατράφηκε μέσ’ στην ατμόσφαιρα του πολέμου, της καταστροφής και της αναρχίας, που γνώρισε πολύ νωρίς τις πιο βαθιές συγκινήσεις, που άρχισε πολύ νωρίς να σκέπτεται τα πιο φλογερά προβλήματα, που κατάλαβε πολύ νωρίς, από τα πιο μικρά της χρόνια, πως η ζωή δεν είναι μια εύκολη ιστορία. Η μεγάλη αξία αυτής της γενεάς είναι ότι φέρνει ξανά στη νικημένη Ελλάδα μερικές πιθανότητες αυτοπεποίθησης και εξύψωσης μερικές ελπίδες κατάχτησης της ζωής. Την αγαπούμε τη γενεά μας παρ’ όλα τα ελαττώματά της, γιατί μοιάζει να είναι μια γενεά ζωντανών και τολμηρών ανθρώπων. Άμα το θελήσει θα καθαρίσει αυτό το έλος που μας περιβάλλει και θα δώσει στον τόπο τις ψυχικές δυνάμεις που του λείπουν.»

Ο Αριστείδης ήταν ένας από αυτούς τους νέους που αναφέρεται ο Θεοτοκάς, διότι είχε ζήσει όλη αυτή την εποχή και μάλιστα στην Αθήνα όπου διαμορφώθηκε αυτό το ρεύμα από τους νέους λογοτέχνες, τους οποίους μπορούσε να παρακολουθεί τακτικά.

Στα οράματα αυτής της γενιάς είχε εντάξει και ο Αριστείδης τα δικά του σχέδια για δημιουργία και προκοπή, τα οποία δεν ευοδώθηκαν. Η Τύχη του πρόβλεπε να γίνει αγρότης στα κακοτράχαλα χωράφια του χωριού μας, όπου πάλεψε με αξιοπρέπεια για προκοπή.

Ο ίδιος κάνοντας ένα απολογισμό της ζωής του, σε ιδιόγραφη επιστολή του 1965 προς τον φίλο του συγγραφέα, εκδότη και δημοσιογράφο Γιάννη Παπαγεωργίου, μεταξύ των άλλων γράφει: «Ο Ξενόπουλος στην Τριλογία του «Τίμιοι & Άτιμοι, Πλούσιοι & Πτωχοί, Τυχεροί & Άτυχοι» ένα τύπο σαν και μένα θα είχε για ήρωα του. Υπήρξα σε όλη μου τη ζωή Τίμιος, Άτυχος και Πτωχός. Ποτέ δεν πέταξα στα σύννεφα, αλλά πάντα προσγειωμένος και συντηρητικός, εργαζόμενος μάλλον εντατικά εν τούτοις έμεινα πτωχός, δεν κατάφερα να ξελασκάρω από την κακομοιριά μου χωρίς να είμαι από χαρακτήρος κακομοίρης.»

Νομίζω πως μέσα σε λίγες αράδες ο Αριστείδης τα λέει όλα για τον εαυτό του. Το να επιχειρήσεις να συνθέσεις την προσωπογραφία και να κάνεις τον απολογισμό όλης της ζωής κάποιου προσώπου δεν είναι εύκολη δουλειά, και μάλιστα όταν αυτό το πρόσωπο είναι ο πατέρας σου. Πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι ένας γιός απέναντι σε ένα τόσο λεπτό έργο;

Πάντως μπορώ να σας διαβεβαιώσω, σύμφωνα με αυτά που μου έλεγε, ότι οι εγγράμματοι νέοι της εποχής και αυτός είχαν επηρεαστεί από τα μηνύματα και τα έργα της η γενιάς του ΄30. Ο ίδιος θαύμαζε τον Θεοτοκά για την προσωπικότητα και το πολυσχιδές έργο του, που τον βοήθησε καθοριστικά στην ανάπτυξη του πνευματικού επιπέδου του, διότι από διάβασμα και λογοτεχνία ο Αριστείδης ήταν πλούσιος και χορτάτος.

Share.