fbpx

Ποιος είδε την Αρκαδιανή

0

ΣΤΟ ΛΥΤΡΩΤΙΚΟ αγώνα της ανεξαρτησίας μας, πλάι στου ανυπότακτου κλέφτη την παλικαριά, στάθηκε αντάξια της Ελληνίδας γυναίκας η προσφορά. Ξεχωριστή θέση ανάμεσα σε πολλές ηρωίδες της προεπαναστατικής εποχής κατέχει και η Αρκαδιανή. Ντυμένη αντρικά, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, σαν καπετάνισσα, χορεύει αγνώριστη το χορό της λεβεντιάς στα λημέρια των Κλεφτοκαπεταναίων της ορεινής Τριφυλίας, Αρκαδίας, όπως λεγόταν τότε.

Του ΣΤΑΘΗ ΚΑΚΟΥΤΗ
Εκπαιδευτικού-Λαογράφου

Ήταν πεντάμορφη και πολυτραγουδημένη, για τις πολεμικές της αρετές και τις αθλητικές της ικανότητες. Κόρη του Κλεφτοκαπετάνιου Μπουχανά και αδερφή του οπλαρχηγού Κώστα Μπουχανά από την Τριπύλα. Ήταν και αρραβωνιαστικιά του αγγελόμορφου Αναγνώστη Γκότση από τον Αητό της Τριφυλίας.

Πέσανε ηρωικά όλοι μαζί στο θρυλικό Μανιάκι. Μείνανε τα κόκαλα τους άταφα και αλιβάνιστα, αντάμα και του Παπαφλέσσα, 86 τόσα χρόνια. Μόλις το έτος 1911, στις 22 Μαΐου, συγκεντρώθηκαν από τον αείμνηστο Δεσπότη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο κι από την Επιτροπή Μεσσηνίας και τοποθετήθηκαν στον ναό της Αναστάσεως που χτίστηκε στον τόπο της θυσίας τους, και την ίδια μέρα έγιναν τα εγκαίνια της εκκλησίας. Χαρείτε το τραγούδι της:

 

Ποιος είδε την Αρκαδιανή.

Ποιος είδε ήλιο αποβραδύς κι άστρι το μεσημέρι;
Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη;
Ποιος είδε την Αρκαδιανή στα Κλέφτικα ντυμένη;
Δώδεκα χρόνους έκαμε Αρματολός και Κλέφτης,
κανείς δεν την εγνώρισε πώς ήταν η Διαμάντω.
Και μια ήμερα, μια γιορτή, μια ‘πίσημην ημέρα,
βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρίξουν το λιθάρι.
Της κόρης απ’το ζόρι της κι ‘από τη λεβεντιά της
ξεθηλυκώνει το κουμπί και εφάνει, ότι εφάνει.
Το είδ’ο ήλιος κι έλαμψε και το φεγγάρι αστράφτει,
άλλος το λέει μάλαμα κι’ άλλος το λέει ασήμι,
κι ‘ένα μικρό Κλεφτόπουλο το βλέπει και γελάει.
-Δεν είναι κείνο μάλαμα, στάθηκε και τους λέει.
-Σαν τι έχεις, ρε Κλεφτόπουλο, κι’ όλο γελάς με μένα;
-Είδα τον ή-τον ήλιο, κόρη Αρκαδιανή,
είδα τον ήλιο πούλαμψε, της λέει και γελάει.
-Σώπα, μωρέ Κλεφτόπουλο, και μην το μαρτυρήσεις
και θα σε πάρω ψυχογιό, βαριά θα σε πλουτίσω,
για να βαστάς το δαμασκί και το χρυσό ντουφέκι.
Δεν θέλω γω τα πλούτη σου ούτε και τα σπαθιά σου
μόν’θέλω σε γυναίκα μου και να με πάρεις άντρα.
Τότε τον πιάνει απ’τα μαλλιά και τόνε ρίχνει κάτω.
-Ασε με κόρη απ’τα μαλλιά και πιάσε με απ’το χέρι
και θα σου γίνω ψυχογιός, πιστά να σε δουλεύω.
Κυπαρισσία 15-5-2019
Share.