fbpx

Στο βυζαντινό κάστρο «Τηγάνι» του  Μεζάπου στη Μάνη (ΜΕΡΟΣ Α΄)

0

ΕΙΧΑ σχεδόν φτάσει. Μια πετρογή από κει που στεκόμουν κι αγνάντευα, ξετυλιγόταν μεταξύ των κυμάτων κατά τρόπο μακροτενή ως λευκή κλωστή από ένα νήμα που απόληγε σ’ έναν χαμηλό στο ψήλος βραχόλοφο, ο οποίος βάσταγε απάνω του -σωστό πετροστέφανο- τα απομεινάδια του μεσαιωνικού κάστρου που εγύρευα. Άφησα τ’ αγνάντι για να πάρω δρόμο προς δυσμάς απάνω εις την χερσόνησο. Μια στράτα, γιομάτη μ’ άπειρες σκασιματιές, μ’ έβγαλε εγγύς σ’ ένα καμωμένο με προχειρότητα χαμηλό λιθοδόμημα. Από κείθε, όπου κι αν έφερνα τη ματιά μου, έβλεπα το καταπώς ξεμυτάγαν από την «νεκρή» γη μέσα, τόσα και τόσα βράχια απόκοσμα που κατά το βοριά ο μέγας μεταμορφωτής τα είχε κάμνει έτσι αποτόμως απρόσιτα ως κοφτερά μαύρα λεπίδια, να ’ξαφανίζονταν όλα μαζί ως αδέρφια, μες τα αεισκότεινα βάθητα του πελάγου.

Γράφει ο Μιλτιάδης Τσαπόγας,TSAPOGAS

συγγραφέας, ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φωτογράφος

 

Βουτηγμένο εις την ζωηρά πορφύρα του νυσταλέου βασιλιού της ημέρας, όλο τ’ ακρωτήρι ήταν έρημο και σιωπηλό, ενώ τα βαθυκόκκινα κύματα εσάρωναν τις άκριες του χορεύοντας κάποιον μέγα χορό τον οποίο έσερνε ο νοτιάς. Κατά τον ορίζοντα, στο βαθύ πέλαγο, ο ουρανός κατράμωνε αφήνοντας ολοένα και κάποιον στεναγμό, ύστερα από μακροϋπνία βδομάδων, κάποιο θαρρείς σκόρπιο γράμμα πιασμένο εις του ανέμου τα φτερά, που έφερνε την αγγελία της νυχτερινής νεροποντής. Βαδίζοντας πέτρα-πέτρα έφτασα πια στο καστελλωμένο «κεφάλι» του ακρωτηρίου σιμώνοντας αμέσως εις τους ρεπιασμένους εξώπυργους του κάστρου. Μα για να ειπώ την αλήθεια, καμιά τρανή πύλη δεν απήντησα, μήτε πυλίδα καν, μήτε κανένα κρυφοπόρτι, παρά ένα διάβα που σε φέρνει από το βοριά σιμά εις τον γκρεμνό άνωθεν της θαλάσσης και ύστερα σε σκαρφαλώνει εις την ακρόπολη. Εκεί ‘ναι κι ένα «σκάψιμο» στο βράχο περί του οποίου αφηγιέται μια παράδοση πως είναι τ’ αχνάρι του γονάτου από το αλόγατο μιας βασιλοπούλας. Τέτοια αχνάρια στα ελληνικά τα κάστρα σωρός.  Γι’ αυτή τη βασιλοπούλα, ιστορούν οι παλαιοί, πως έδωσε σάλτο θανάτου εις την πισσώδη θάλασσα του Μεζάπου καβάλα στο πιστό φαρί της από κείθε που’ ναι τ’ αχνάρι, για να μην ατιμαστεί από κάποιο ρηγόπουλο της Τουρκιάς που είχε πατήσει με μπαμπεσιά το δυναμάρι της και τήνε γύρευε. Άλλος θρύλημα για το κάστρο τούτο μας λέγει ότι, σε διάφορες μεριές του, βρίσκονται 365 γιστέρνες, όσες δηλαδή είναι και οι μέρες του χρόνου. Οι μισές από δαύτες, είναι καλά κρυμμένες, τόσο πολύ που δεν τις πιάνει το μάτι σου με τίποτε, κι είναι γιομάτες με χρυσάφια κι άλλα πλούτη, ενώ οι άλλες μισές είν’ άδειες.

Ανέβηκα το μονοπάτι και πέρασα μ’ ευκολία στο μέσα κάστρο. Ύστερα άρχισα να περιδιαβαίνω βραδέως απ’ άκρη σ’ άκρη τα χαλάσματα. Από το παλαιό αυτό βυζαντινό οχυρό μνημείο, έχουν κατορθώσει να σωθούνε ελάχιστα πράματα. Περί αυτών σας δίνω ευθύς μια πρόχειρη εικόνα: Αφού περπατήσει κανείς το μπράτσο του Τηγανιού και ζυγώσει στο κάστρο, έχει μπροστά του δυο πύργους κουτσουρεμένους πολύ, που λες ότι ξεφυτρώνουν μες από το βράχο. Αυτοί οι δυό βραχόπυργοι καταλαβαίνει κανείς ότι προστάτευαν περσότερο από τις επιθέσεις της ξηράς και φύλαγαν την πύλη. Την εμπασιά του κάστρου τήνε βρίσκεις στα βόρεια. Για να φτάσεις ως εκεί περνάς ξυστά από το βορεινό πύργο ο οποίος είναι ο πιο καλά διατηρημένος σ’ όλο το κάστρο, κι έπειτα έρχεσαι στην κορφή της «κεφαλής» του ακρωτηρίου που’ ναι γεμάτη από τα χαλάσματα μιας μεσαιωνικής πολίχνης. Αυτή η πολίχνη την οποία τείχησε ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, υπήρξε από τα χρόνια τα βυζαντινά, από τα 527 περίπου και κάποτε γίνηκε μάλιστα η στρατιωτική, διοικητική και επισκοπική έδρα της Μάνης. Ανάμεσα στα ρημάδια της, γλέπεις να ξεπροβάλλουν τα χαλάσματα μιας εκκλησιάς με σκόρπιες κολώνες κείθε-δώθε και με τα μνημούρια της να χάσκουν ολάνοιχτα. Η εκκλησιά αυτή λεν εκείνοι που την ερεύνησαν ότι είναι τρίκλιτη βασιλική και χρονολογείται εις τον 7ο αιώνα.  Εξόν από την εκκλησιά, τίποτε δεν σώζεται απάνω στην κορφή αυτή όπως και σ’ όλο το υπόλοιπο της βυζαντινής καστροπολίχνης, παρά μερικά τειχιά κουτσουρεμένα πολύ και τα ρημάδια ενός πύργου απομακρυσμένου εις το νότο. Μολαταύτα, κοντά στο Τηγάνι, είναι σπαρμένες αρκετές εκκλησιές βυζαντινές -κι αυτές αν έχει όρεξη κανείς αξίζει να τις περιλάβει στο ταξίδι του- που μερικές φαντάζουν ίδια πέτρινα κομψοτεχνήματα (Σ.τ.Σ: Μια απ’ αυτές, ίσως η πιο αξιόλογη αρκετά κοντά στο Τηγάνι, είναι ο μονοκάμαρος ναός του Αγίου Προκοπίου).

Το λοιπόν, είχα φτάσει ως το νοτινό μέρος του κάστρου όπου έχει κανείς μιάν εποπτεία θαυμάσια της θαλασσόβρεχτης δυτικής πλευράς του Κάβο Γκρόσσο με τα ορθοκρέμαστα βράχη της -που απάνω στέκουνε από τα χρόνια που διαφεντεύανε οι Βιλλεαρδουίνοι το Μοριά-το κάστρο της Άνω Πούλας. Σε μια στιγμή έβαλα και κάθισα ν’ αναπαυθώ και τότες έφερα εις το μνημονικό μου, το παλιό ιστορικό του κάστρου όπως περίπου το βλέπετε και σε τούτο το χαρτί:

Από τα αρχαία κι όλας χρόνια η κεφαλή της χερσονησίδας του Τηγανιού φαίνεται πως υπήρξε τόπος κατοικημένος, μιας και, σ’ αυτήν την τοποθεσία βλέπουν πολλοί που τη μελέτησαν την αρχαία ομηρική πολίχνη «Μέσσα». Στα 551 μ.Χ., η περιοχή της νότιας Μάνης γίνηκε άνω-κάτω καθώς συνταράχθηκε από σεισμό ισχυρό ο οποίος και προκάλεσε την ολοκληρωτική καταστροφή της Καινηπόλεως, που υπήρξε η σημαντικότερη από τις εικοσιτέσσερις πόλεις της νότιας λακωνικής, τις υπαγόμενες στο κοινό των Ελευθερολακώνων. Ο πληθυσμός της ισοπεδωμένης Καινηπόλεως καθώς και άλλων γειτονικών μικρότερων οικισμών που είχαν την ίδια μοίρα, ψάχνει να βρει πλέον στη νότια λακωνική τόπο φύσει οχυρό που θα του εξασφαλίσει καλή ασφάλεια από τις επιδρομές που προέρχονταν εκ θαλάσσης. Η περιοχή του Τηγανιού φαντάζει σε πολλούς από εκείνους ως ο καταλληλότερος τόπος και σύντομα την κατοικούν. Παρά ταύτα, μέχρι και τις αρχές του 9ο αι. μ. Χ. όπως όλα δείχνουν στην περιοχή το πιθανότερο είναι πως δεν είχε κτισθεί ακόμη το κάστρο παρά θεμελιώθηκε μεταξύ των ετών 805-810 μ. Χ. ως αναγκαία προστασία τόσο από τις επιθέσεις των Αβαροσλαύων που είχαν κατέλθει και εγκατασταθεί εις το Μοριά, όσο και από τις επιθέσεις των πειρατών Αράβων που από τις αρχές του Θ’ αιώνος, βγαίνανε εις τη Μεσόγειο προς γύρεψη άτυχων σκαφών που θα τα λαφυραγωγούσαν, καθώς και των Σλαύων πειρατών της Δαλματίας (των λεγόμενων Ναυρεντανών).

Γι αυτή την περίοδο αναφέρει ο Παν. Κατσαφάδος στο πολύ κατατοπιστικό του πόνημα «Τα Κάστρα της Μαϊνης», ότι: …Οι κάτοικοι της περιοχής, έχοντας την προστασία του, σταδιακά κατοίκησαν τους γύρω οικισμούς. Στις εγκαταστάσεις πάνω στο Τηγάνι έμειναν να καταλύουν μόνον όσοι ανήκαν στη φρουρά ή άτομα στενά συνδεόμενα με αυτούς, ίσως και ο στρατιωτικός διοικητής και κάποιοι άρχοντες του τόπου. Το κάστρο στην τελική φάση αποτέλεσε μια βυζαντινή στρατιωτική βάση σε μια ευαίσθητη περιοχή που γειτόνευε με τον τόπο εγκατάστασης των ανήσυχων επιδρομέων του βορρά, αλλά και το θαλασσινό πέρασμα που ένωνε Ανατολή-Δύση και που, κυρίως τα πρώτα εκατόν πενήντα χρόνια, αποτελούσε πεδίο δράσης των Σαρακηνών πειρατών

Κι ο ίδιος συγγραφέας ύστερα ξανά για το κάστρο παρατηρεί: Είναι γεγονός ότι το κάστρο του Τηγανιού είναι οχυρωματικό έργο σε στενή σχέση με τη θάλασσα. Από την ισχυρή αμυντικά θέση του και σε συνδυασμό με τον όρμο του Μεζάπου του οποίου δεσπόζει, είναι κατάλληλο να ελέγχει και να προστατεύει θαλάσσιο χώρο, αλλά και να μπορεί άμεσα να εφοδιάζεται από τη θάλασσα. Το τελευταίο αυτό του δίνει τη δυνατότητα να ελέγχει και εκτεταμένη μεσόγεια περιοχή αυτόνομα, παρ’ όλη τη μικρή σχετικά δύναμή του (την αδυναμία αυτή την επιβάλλει η μικρή του έκταση), αφού δεν χρειάζεται να διατηρεί τους χερσαίους δρόμους ανεφοδιασμού και επικοινωνίας καθαρούς από εχθρούς.

Τον 9ο και 10ο αι. οι Σαρακηνοί πειρατές καθώς είχαν κυριεύσει την Κρήτη και πολλοί απ’ αυτούς είχαν για ορμητήριο τα Κύθηρα, λυμαίνονταν και πλιατσικολόγαγαν τα παράλια της βυζαντινής Πελοποννήσου περσότερο από κάθε άλλον αιώνα. Τότε, το κάστρο της Μαϊνης παρείχε πολυσήμαντη προστασία στο βυζαντινό στόλο όταν εκείνος διέπλεε στην περιοχή, για τούτο κι αποτελούσε μέγα στόχο των πειρατών οι οποίοι  φαίνεται πως κατάφεραν να το αλώσουν στα 922. Ύστερα από τρία χρόνια όμως, το κάστρο επιστρέφει και πάλι στα χέρια των Ελλήνων κι έτσι, από το 1025 και εντεύθεν, όταν ο άμεσος κίνδυνος από τους εξωτερικούς εχθρούς στην περιοχή παύει, γίνεται η βάση των ισχυρών του τόπου.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
Share.