fbpx

Στο βυζαντινό κάστρο «Τηγάνι» του Μεζάπου (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

0

Τον 9ο και 10ο αι. οι Σαρακηνοί πειρατές καθώς είχαν κυριεύσει την Κρήτη και πολλοί απ’ αυτούς είχαν για ορμητήριο τα Κύθηρα, λυμαίνονταν και πλιατσικολόγαγαν τα παράλια της βυζαντινής Πελοποννήσου περσότερο από κάθε άλλον αιώνα.

Γράφει ο Μιλτιάδης Τσαπόγας,TSAPOGAS

συγγραφέας, ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φωτογράφος

 

Τότε, το κάστρο της Μαϊνης παρείχε πολυσήμαντη προστασία στο βυζαντινό στόλο όταν εκείνος διέπλεε στην περιοχή, για τούτο κι αποτελούσε μέγα στόχο των πειρατών οι οποίοι  φαίνεται πως κατάφεραν να το αλώσουν στα 922. Ύστερα από τρία χρόνια όμως, το κάστρο επιστρέφει και πάλι στα χέρια των Ελλήνων κι έτσι, από το 1025 και εντεύθεν, όταν ο άμεσος κίνδυνος από τους εξωτερικούς εχθρούς στην περιοχή παύει, γίνεται η βάση των ισχυρών του τόπου.

6

Ερείπια στο κάστρο του Τηγανιού.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 4η ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Το 1204 είναι η χρονιά που η βυζαντινή αυτοκρατορία αρχινά να καταρρέει εις το τραπέζι των σταυροφόρων ιπποτών της 4ης σταυροφορίας από τα βόρεια-ανατολικά και την βασιλεύουσα προς τα δυτικά και νότια. Ο Μοριάς κατακτάται κι αυτός τα χρόνια που ακολουθούν εκτός από τη νότια-ανατολική λακωνική η οποία κρατά ως τα 1249 όταν πέφτει η Μονεμβασιά (έδρα μερικών εκ των ισχυρότερων Ελλήνων αρχόντων του Μοριά) στα χέρια του 4ου στη σειρά ηγεμόνα του πριγκιπάτου της Αχαΐας Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου. Ο ιππότης-πρίγκιπας αυτός φαίνεται ότι κάνει εργασίες στο κάστρο του Τηγανιού -που στο μεταξύ έχει υποστεί σημαντικές ζημιές από κάποιον ισχυρό σεισμό-, ενώ κτίζει για να ελέγχει όσο καλύτερα μπορεί στη Μάνη και δυο ακόμη φρούρια. Ένα στον Κάβο-Γκρόσσο στη θέση «Άνω Πούλα» και ένα στο Λεύκτρο, το γνωστό τον μεσαίωνα και ως κάστρο Beaufort ή Cisterna Rubea (η θέση του απάνω από τη σημερινή τουριστική Στούπα).

Μολονότι θα είχε ενδιαφέρον να δώσω ένα πιο ολοκληρωμένο χρονικό του κάστρου, η μεγάλη έλλειψη σε αναφορές για τους επόμενος αιώνες (Τουρκοκρατία) δεν μου το επιτρέπει. Πλην όμως ας σημειωθεί ότι πέρασε και στα χέρια των Τούρκων ώσπου πολιορκήθηκε κι έπεσε στα 1570 από τον βενετσιάνο ναύαρχο Κουερίνι που μαζί με τους ανυπόταχτους μανιάτες φρόντισαν να το κατασκάψουν μια και καλή ώστε να αχρηστευθεί κι έτσι να πάψει να είναι δυνατή η χρήση του από τους εξωτερικούς εχθρούς.

Ο ήλιος έκλεινε ολoένα προς τον θαλασσινόν ορίζοντα, ο άνεμος σύριζε και κείνος αδιακόπως, κι εν μέσω της άγριας εκείνης ερημιάς, ενώ γυρνούσα μες τα χαλάσματα, έφερα στο μνημονικό μου ένα παλιό ακριτικό τραγούδι που ξεσκεπάζει -σαν το θυμάται κανείς- από την καταχνιά της αλησμονιάς το κάστρο του Τηγανιού, κι έχει τις ρίζες του βαθιά εις τον μεσαίωνα. Ιδού πως αρχινάει το τραγούδι τούτο:

Θέ μου και τί να γίνησαν της Μάνης οι αντρειωμένοι

Ηδέ σε ψίκι φαίνονται κι ηδέ σε κλάμμα είναι.

Διάηνα να κουρσέψουνε του Δράκοντα την κόρη

Την κόρη την κατάξανθη και τη νεραϊδομάτα

Που ο Μαυροειδής πολυαγαπά και θέλει για γυναίκα…

Τούτος ο Μαυροειδής που αναφέρει το ποίημα, δεν είναι άλλος από την εντόπια ενσάρκωση του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα. Δράκων, όπως φανερώνει ο ποιητής παρακάτω ειν’ ο γνώριμος από τις παραδόσεις μας γεροχάροντας, ενώ η νεραϊδομάτα ομορφοθυγατέρα του δεν είναι κάποια άλλη από την πολυδιάσημη «Ωριά» των ελληνικών κάστρων. Γιατί είναι αλήθεια ότι σχεδόν κάθε κάστρο, καστελάκι και φορτέσσα της πατρίδας μας, έχει και την «Ωριά» του, που άλλοτε δείχνει να το αφεντεύει κι άλλοτε υποδύεται ρόλους αλλιώτικους. Τα ονόματα αυτής, πολλά: Ωριά, Οβριά, Ξουριά, Ωραία και Βασιλοπούλα τα διασημότερα, Μαρία Δοξαπατρή την απαντάς στο κάστρο του Αρακλόβου στην Ηλεία, καθώς και «Μονοβύζα αμαζόνα», ξαδέλφη μακρινή της Σαξονίτισσας Βαλκυρίας, τη βρίσκεις στο φραγκικό καστέλι της Ακόβης στην ορεινή Αρκαδία.

Ύστερα πιάνω ένα άλλο κομμάτι του τραγουδιού και αρχινώ να το λέω ψιθυριστά λίγο με τα χείλη μου:

Δόνουνε δρόμο στα πανιά κι αράζουνε στη Μάνη

Πέρα στην άκρη του γιαλού στην τέλειωση του κόσμου

Οπόναι σπήληα και γκρεμοί κι η θάλασσα ‘ναι μαύρη

Και κάνουν σιδερόπορτα απάνω σε Τηγάνι…

…Το μάρμαρο από τη Φραγκιά φέρνουν και το χορήκι

Κι από την πόλη το χρυσό ψηφί και κεραμίδι.

Χτίζουν το θεμελιώνουν το και μπαίνουν όλοι μέσα.

Φτιάνουν και πύργο γυάλινο και βάνουνε την κόρη…

Τούτα γίνονται στο Τηγάνι από τον αρχικουρσάρο Μαυροειδή και τα παλικάρια του, κι ο μαυροφορεμένος κουτσοδόντης γέρων, ο γιός ο μονάκριβος του Ερέβους και της Νυκτός, απ’ τη σπηλιά τη μελαγχολική εις την οποία ερημοζεί και η οποία οδηγάει εις τα Τάρταρα, αδράχνει το δρέπανό του το κοφτερό, κάμνει σινιάλο και στ’ άλογό του το κατραμωτό κι αφού καβαλικεύει απάνω του με μια κλωτσά που του περνάει στα πλευρά, εξαφανίζεται ολοταχής να λευθερώσει τη δυχατέρα του.

Οι ώρες περνούν καλά για τους κουρσάρους, μα κάποτες  ο Δράκοντας καταφτάνει εξ’ απ’ τα τείχη του κάστρου πού’ στεκε εις τον τελειωμό του ακρωτηρίου του Μεζάπου (τότε τα τειχιά και οι πύργοι του στέκονταν λαμπρώς) και καθώς τηράει κατά κει ψηλά εις τον γυάλινο πύργο την κόρη του αντάμα με τον αντρειωμένο Μαυροειδή, τα μάτια του ξανάβουν. Τότε απαιτεί από τους φρουρούς τ’ αρχικουρσάρου αγριοθωρώντας τους, να του την παραδώσουν. Μα κείνοι, ένεκα βέβαια της αντρειότης τους, καθώς ομοίαζαν με τον αρχηγό τους σε αυτήν, κάμνουν να του εναντιωθούν. Μα δεν περνά καθόλου ώρα και την ευθύνη τήνε παίρνει ο ίδιος ο Μαυροειδής που με τ’ ατσάλινο σπαθί πο ‘χει χωμένο στο φηκάρι του και τη βαριά του πανοπλία, κάμνει ένα σάλτο από τον πύργο στη γης, κι αφού υπαγορεύει ν’ ανοιχτούν οι πύλες, πετιέται ευθύς έξω για να προκαλέσει τον Δράκοντα σε μονομαχία.

Δια να μην τα πολυλογάμε, Χάροντας και Μαυροειδής τα συμφωνούν να αναμετρηθούν σ’ ένα σιδερένιο αλώνι. Σαν φτάνουνε κει, δίχως άργητα κι οι δυό ορίζουν τις αποστάσεις τους. Ο Δράκοντας ξεκαβαλικεύει, όσο ο κουρσάρος ξεθηκαρώνει τ’ ομορφοσκάλιστο σπαθί του, κι αφού ανταλλάσουνε ματιές, ορμάνε σαν κάπροι πειναλέοι ο ένας απάνω εις τον άλλο. Ιδού τι ακολούθησε:

Επτά φορές ο Μαυροειδής ενίκησε τον Χάρο

Κι απάνω στις οχτώ φορές, ο Χάρος εθυμώθη, εξιστορεί ο ποιητής. Και τότε,

Πιάνει το νέο απ’ τα μαλλιά και τόνε βάνει χάμου.

Ο Μαυροειδής, ο αρχικουρσάρος, πεταμένος σε μια γωνιά τ’ αλωνιού απ’ τον καμπουρομύτη Δράκοντα, γλέπει πλέον την ήττα, μα όχι και το θάνατο ακόμη. Καθώς στεκότανε ακόμη αγονάτιστος, ζητά από τον ψυχάρπαγα γέροντα να του κάμει φανερό το λημέρι του, ώστε, σαν έλθει η ώρα που οι πληγές του θα ‘χουν κλείσει, να τόνε ξανανταμώσει. Μα ο Γέροντας, περιγελώντας τον για τα χάλια που’ χε, άλλο δεν ήθελε να κάνει παρά να του δώσει μιαν απάντηση γιομάτη σαρκασμό:

Που ν’ τ’ ατσαλένιο σου σπαθί, πούναι το βρακοζώνι (ενν. η πανοπλία),

Πούναι τ’ αστήθι μάρμαρο εμένα να νικήσεις;

 Κι ύστερα του φανερώνει φρικωδώς:

 Βλέπεις το κείνο το βουνό εκεί στον πέρα κάβο

Με τους γκρεμούς και τις σπηλιές που η θάλασσα το δέρνει;

Εκεί ‘ναι μένα ο δρόμος μου και λίγο πάρα κάτω

Εκεί ‘ναι και το σπήλιο μου που πάει στον κάτου κόσμο.

Που πάει στα τάρταρα της γης με τους αποθαμένους.

Κι όντες θα ιδής την πόρτα μου λαχτάρα θα σε πιάση.

Τι ‘ναι από μέσα σκοτεινή κι απ’ όξ’ αραχνιασμένη

Με τα κουφάρια των αντρών την έχω εγώ κτισμένη

Με τα μαλλιά των κοριτσιών την έχω σκεπασμένη,

Τούτα τα λόγια του ψυχοκυνηγάρη δεν τα λέγει στην τύχη (αλλοίμονο) το τραγούδι, αλλά μαρτυράν το μέρος που κατοικεί, το οποίο δεν είν’ άλλο από τον μυθολογικό “Κάτω Κόσμο”, οι πύλες του οποίου απαντώνται σε μια σπηλιά υποθαλάσσια λίαν δυσκολοεύρητη κι επικίνδυνη του ακρωτηρίου του Ταινάρου. Το  ακρωτήρι Ταίναρο (κάβος Ματαπάς) λοιπόν είναι «το κείνο το βουνό εκεί στον πέρα κάβο» ενώ η παράδοση έχει φυλάξει για χάρη του και για το σπήλιο πό’ χει, και μιάν ακόμη ιστορία τρομαλέα η οποία μας λέγει τα εξής:

Σε μια σπηλιά που ‘ναι στον καβο-Ματαπά κατεβαίνει πολλές φορές ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος και βγαίνει τις ψυχές που τους εσυγχώρησε ο Θεός τις αμαρτίες τους. Άλλοι πάλι λεν πως σ’ αυτή τη σπηλιά μένουν βουρκόλακες, και ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος, όταν παρακαλεστούν σ’ αυτόν οι άνθρωποι, πηγαίνει και τους ρίχνει από κει στα Τάρταρα, για να γλιτώσει τον κόσμο.

Ποίος ήταν όμως αυτός ο άρχοντας -το φυσικό πρόσωπο που λέμε- οπίσω από τ’ όνομα Μαυροειδής που έδωσε την έμπνευση στον εντόπιο λαό να τόνε φέρει κατέναντι στο τραγούδι αυτό μέσω μονομαχίας με τον αρχαίο γερο-Χάροντα; Σε τούτη την ερώτηση δεν έχω πάρει καμιάν απάντηση ως και τα τώρα, παρά μονάχα ξέρω για το όνομα αυτό ότι το συναντάς ακόμη συχνά στα μέρη της Μάνης, πότε ως έχει και πότε ελαφρώς παραλλαγμένο. Εκείνο που θαρρώ ωστόσο ότι μας συναρπάζει πιότερο εις το ανωτέρω στιχούργημα από το οποίο σας έδωσα μόνον μια γεύση, είναι το ζωντάνεμα που με φαντασία εξαιρετική  γίνεται εις το θαυμαστό γκροτέσκο λακωνομανιάτικο τοπίο, μες από τους στίχους:

«Πέρα στην άκρη του γιαλού, στην τέλειωση του κόσμου, οπού ‘ναι σπήλια και γκρεμοί κι η θάλασσα ‘ναι μαύρη»,

Ενώ, ύστερα ο ποιητής δε λησμονά να μας κάμει έναν περίπατο κι από το κοντινό στο Μέζαπο και το Τηγάνι, ακρωτήρι του Ταινάρου, για να μας δείξει το φοβεροειδές παλάτι του Γεροχάροντα ή Δράκοντα, ήτοι τις αρχαίες πύλες για τον Άδη

(Βλέπεις το κείνο το βουνό εκεί στον πέρα κάβο

Με τους γκρεμούς και τις σπηλιές που η θάλασσα το δέρνει; […]

Αντί επιλόγου (Τέλος περιήγησης)

Τήραγα κατά το μακρινό πέλαγος τον ήλιο που σερνότανε πίσω απ’ τον ορίζοντα. Ήτανε ώρα να ορίσω δρόμο προς τη Βάθεια, να δειπνίσω και να ξαποστάσω. Την επαύριο είχα σχεδιάσει ν’ ανεβώ λίγο μετά το χάραμα σε δυό βουνόκαστρα τα οποία θα συνάνταγα στο δρόμο για το Γύθειο, ενώ ύστερα, κατά το μεσημέρι, εις την μέση της διαδρομής για τη Μονεμβασιά, θα έβανα να ιδώ και την αιώνια καστροπολιτεία του Γερακιού.

Το μονοπάτι του γυρισμού έσβηνε πρόθυμα κάτω απ’ τους λεπτούφαντους πέπλους της νυκτός, κι έτσι, κάνοντας για να φύγω έβγαλα ένα φακό για να βλέπω καθαρότερα. Και κάπου τότε, έξαφνα, μες απ’ τη μαύρη θάλασσα, έφτασε στ’ αυτιά μου ένας αλλόκοτος θόρυβος, σαν κάτι ασυνήθιστο να πετάχτηκε για μια στιγμή από τα βάθη στον αφρό της, κάτι που πάφλασε για μερικές στιγμές με σαματά και κρύφτηκε ξανά οπίσω. Μα τι ήτανε τούτο το παράξενο πράμα, ο χρόνος που έμεινε εις τον αφρό δε μ’ άφησε να ιδώ καθόλου.

Share.