Ταξίδι στα μεσαιωνικά κάστρα της Πελοποννήσου Κάστρο του Μίλα Μεσσηνίας (Mi’ilya Castle, Château neuf)

0

Μίλα, Μεσσηνία: Τούτο το κάστρο ήτανε άλλοτε μια από τις τρομαχτικότερες φωλεές των θαυμαστοθέατων Τευτόνων Ιπποτών στο Μοριά. Είναι το περίφημο «Chateau neuf» του κάμπου της Καλαμάτας, όνομα το οποίο σημαίνει «Νέο Κάστρο». Επίσης ονομάζεται και κάστρο του Μίλα. Περί της τελευταίας αυτής ονομασίας θα κάνουμε λόγο παρακάτω, μιας και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η προέλευσή της. Ας ειπούμε όμως αρχικά, ότι πρόκειται για ένα κάστρο σχετικά μικρού μεγέθους, τραπεζιόσχημο εις την κάτοψη, το οποίο διαθέτει δύο οχυρωματικούς περιβόλους. Ο έσω περίβολος, ήταν το πιθανότερο ο χώρος κατοίκησης των Γερμανών αυτών σιδεροφορτωμένων ιπποτών, ενώ προστατευόταν περιμετρικώς και με τρεις τετράγωνους πύργους. Εις το φραγκικό Πριγκιπάτο του Μορέως, χτίστηκαν κάστρα πολλά των οποίων οι ονομασίες σε πολλές των περιπτώσεων, προέρχονταν από ονόματα παλαιοτέρων σταυροφορικών φρουρίων της Ουτρεμέρ, ενώ σε άλλες περιπτώσεις από κάστρα της γενέτειρας των διαφόρων ευγενών-βαρώνων-ιπποτών. Εις την περίπτωση του κάστρου που μας απασχολεί εδώ, δηλαδή του κάστρου του Μίλα της Μεσσηνίας, ισχύει η πρώτη περίπτωσις που με δυο λόγια λέγει πως: Οι ιεροϊππότες του Τευτονικού Τάγματος, εβάπτισαν το κάστρο που τους είχε δοθεί εις τις εσχατιές του 13ου αιώνα ή μέχρι τα 1301, από την Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη, με τ’ όνομα του παλαιού ένδοξου φρουρίου τους εις την Γαλιλαία, δηλαδή του Mi’ilya. Κατά συνέπεια, με τα χρόνια, η ονομασία αυτή του κάστρου κατά κάποιον τρόπο «εξελληνίστηκε», και από Μίιλια ή Μίιλγια, εξελίχθηκε σε Μίλα, ενώ την αυτή ονομασία, επέλεξαν αιώνες αργότερα και οι Έλληνες για το ομώνυμο χωριό τους που συναντάται πολύ κοντινά εις το μεσαιωνικό Τευτονικό φρούριο. 

KASTRO-MILA

ΤΟΥΤΟ το καστέλι, ήτανε άλλοτε μια από τις τρομαχτικότερες φωλεές των θαυμαστοθέατων «Τευτόνων Ιπποτών» στο Μοριά. Είναι το περίφημο «Chateau neuf» του κάμπου της Καλαμάτας, και τ’ όνομά του σημαίνει «Νέο Κάστρο». Επίσης καλείται και κάστρο του Μίλα. Περί της τελευταίας αυτής ονομασίας θα κάνουμε λόγο παρακάτω, μιας και έχει σπουδαίο ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία μας η προέλευσή της.

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΤΣΑΠΟΓΑTSAPOGAS
Συγγραφέα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φωτογράφου

Ας ειπούμε όμως αρχικά, ότι πρόκειται για ένα κάστρο σχετικά μικρού μεγέθους, τραπεζιόσχημο, το οποίο διαθέτει δύο οχυρωματικούς περιβόλους. Ο έσω περίβολος, ήταν το πιθανότερο ο χώρος κατοίκησης των Γερμανών αυτών θηριανθρώπων, ενώ προστατευόταν περιμετρικώς και με τρεις τετράγωνους πύργους. Αλλά ποία η αξία και η χρήση του; Για ετούτα μας λέγει ο Erhard Peter Opsahl εις την σπάνια διαφωτιστική διδακτορική διατριβή του περί της δράσεως των ιεροπολεμικών μεσαιωνικών ταγμάτων στην Πελοπόννησο ότι:

«The Teutonic Order did spend nearly three fairly well-documented centuries in the Peloponnesus, sometimes as a significant historical player, at other times as just a presence. The original fief of the German order was in the southern Messenian district near Kalamata. Its responsibilities around Kalamata clearly appear to have been military in the second half of the 13th century and early 14th century, in helping to protect the area against the Byzantine Greek incursions from the neighboring district of Laconia. During the of the 14th century, the German order came into possession of the castle “Chateau neuf”, built by Prince Florence of Hainaut and his wife Isabelle about 1300. The castle was in the Pamisos River valley, on the frontier with the Byzantine Greeks. The fact that the Teutonic Knight commander fell in battle during 1320 is cited to support the contention of their military involvement in the area».

Που θα ειπεί πως: «Το Τευτονικό Τάγμα παρέμεινε στο Μοριά για περίπου τρεις αιώνες, κάποιες φορές ως σημαντικός συντελεστής και κάποιες άλλες ως απλή παρουσία. Τα πρώτα τιμάρια του Γερμανικού Τάγματος βρίσκονταν εις την περιοχή της νότιας Μεσσηνίας, κοντινά στην Καλαμάτα. Οι αρμοδιότητές του γύρω απ’ την Καλαμάτα, ήτανε ξεκάθαρα στρατιωτικές κατά το Β μισό του 13ου αιώνα και αρχές του 14ου, στο να επικουρούν στην άμυνα της περιοχής ενάντια στους Βυζαντινούς Έλληνες εισβολείς από τη γειτονική περιοχή της Λακωνίας. Κατά τον 14ο αιώνα, πέρασε εις την κατοχή του γερμανικού τάγματος το κάστρο «Chateau Neuf», το οποίο είχε χτιστεί από τον πρίγκιπα Φλωρέντιο του Αινώ και τη γυνή του Ισαβέλλα, περί το 1300 μ. Χ.(σ.σ. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το κάστρο θα πρέπει να χτίστηκε από την ίδια την Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη, αφού ως γνωρίζομε ο πρίγκιπας Φλωρέντιος απέθεσε την ψυχή του εις τον Κύριο στα 1297). «Το κάστρο ήτανε στην κοιλάδα παρά τον ποταμό Πάμισο, εις τα σύνορα με τους Βυζαντινούς Έλληνες. Το γεγονός ότι ο αρχηγός των Τευτόνων Ιπποτών έπεσε σε μάχη στα 1320, μνημονεύεται για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της στρατιωτικής τους ανάμιξης στο Μοριά».

Οι ένοπλες συρράξεις μεταξύ Τευτόνων και Βυζαντινών, θα πρέπει να ελάμβαναν μέρος με τον ερχομό του ημερινού φωτός και ύστερα, κυρίως εις τα βόρεια του κάμπου της Καλαμάτας. Οι βυζαντινοί στρατιώτες γνωρίζομε ότι εκστρατεύανε από το πανίσχυρο (λόγω της βραχώδους φυσικής του πανοπλίας) κάστρο του Γαρδικίου (σήμερα καλείται και Κάστρο της Ωριάς), το οποίο ευρίσκεται εις τα βορινά ορεινά σύνορα Αρκαδίας και Μεσσηνίας, με σκοπό να φτάσουνε ως την Καλαμάτα ή μέχρι κάποιο από τα φραγκικά κάστρα. Επίσης, μερικές ακόμη θέσεις εις την Μεσσηνία τους ανήκαν. Γνωρίζομε ότι, πάνω-κάτω τον καιρό που χτιζόταν το φραγκικό κάστρο του Μίλα (το οποίο θα δινόταν ως είπαμε εις τους πολεμικότατους Γερμανούς Τεύτονες), οι Έλληνες έχτιζαν σε θέση ιδιαίτερα οχυρή που ήλεγχε τον μεσσηνιακό κάμπο και τα περάσματα προς τον Ταΰγετο, το φρούριο του Πηδήματος, του οποίου τα γραφικά ερείπια σώζονται ακόμη εις το βουνό πάνω από το ομώνυμο χωριό. Από την άλλη μεριά, οι Φράγκοι κατείχαν την περίοδο εκείνη, πλην της Καλαμάτας το κάστρο, όλη τη δυτική Μεσσηνία, καθ’ ότι μάλλον πολλά φρούρια της περιοχής αυτής τους ανήκαν, όπως λ.χ. το του Μαγγανιακού, του Στρέφι, της Βελίκας, της Ανδρούσης, του Σπιταλίου, του Σαν Φλάουρο, της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας), του Παλιοναυαρίνου, του Σιδηροκάστρου, του Αητού, του Αρχαγγέλου, του Ανδροκάστρου (Σωτήρος), του Βουλκάνου και της Άνω Βούταινας. Επίσης είχανε και τα απλά παρατηρητήριά τους (βίγλες), όπως είναι το λεγόμενο «Καστράκι» που παραμένει έρημο εντός βλάστησης πυκνής, άνωθεν του χωριού Λακκακούκια  (Κογχύλι).

Αλλά ας κύψομε τώρα εις την άγνωστη ιστορία του κάστρου του Μίλα, μιας και πρόκειται να ιδούμε κάτι πραγματικά θαυμαστό για αυτήν. Ας ξεκινήσομε κατ’ αρχάς από μια παραδοχή, που λέγει ότι, το όνομα «Μίλα», συνδέεται με το κάστρο αυτό της βορινής Μεσσηνίας από απαρχής της οικοδόμησης του. Επίσης, ως είπαμε στην αρχή του παρόντος κειμένου, το κάστρο αυτό οικοδομήθηκε με έξοδα της Ισαβέλλας Βιλλεαρδουίνης γύρω στα 1300 και πάντως σίγουρα μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της Φλωρά ντ’ Αινώ (απέθανε στα 1297), και δόθηκε εις τους Τεύτονες Ιππότες. Αν θέλουμε όμως να είμαστε πιο ακριβείς, δε θα υποστηρίζαμε πως παραχωρήθηκε απλά εις τους Τεύτονες Ιππότες για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά πως δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνον γι’ αυτούς. Το γιατί θα γίνει κατανοητό σε λίγο.

Προς το παρόν, ας φύγουμε για κάπου μακριά, ας ταξιδέψομε νότια ως τη Γαλιλαία, και ας γυρίσομε παράλληλα πίσω στο χρόνο, ίσα με περίπου 2400 χρόνια. Εκεί θα συναντήσουμε την βιβλική πόλη Αλώθ, να προσπαθεί να συνέλθει από την καταστροφή που είχε περάσει τον 6ο π.Χ. αιώνα από τους Βαβυλωνίους. Κατόπιν, τον καιρό της ελληνιστικής περιόδου, άρχισε να ζωντανεύει, ενώ κατά τα Ρωμαϊκά και πιο μετά στα βυζαντινά χρόνια, άκμασε σε βαθμό σημαντικό. Παρά ταύτα, η πόλη πέρασε νέα καταστροφή κατά τον 8ο αιώνα από τους Άραβες.

Εντούτοις, αρκετά αργότερα, κατά τα χρόνια των σταυροφοριών, το ενδιαφέρον για την τοποθεσία της αρχαίας αυτής ρημαδιασμένης πολιτείας θα αυξηθεί ξανά. Έτσι, ο αρκετά οξύνους και τολμηρός, μα πολύ ταλαιπωρημένος -ένεκα της σοβαρότατης λοιμώδους ασθένειας (λέπρας) από την οποία έπασχε- βασιλέας της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνος ο Γ’, οικοδομεί, μάλλον ενωρίτερα από τα μέσα του 12ου αιώνος, εις το υψηλότερο σημείο της περιοχής της Αλώθ, ένα ολοκαίνουργιο καστέλι. Ένα φρούριο, που θα καλούταν από τους σταυροφόρους «Chateau de Roi» καθώς και «Castellum Regis», ονομασίες που σημαίνουν:  «Το Κάστρο του Βασιλέως».

Πώς όμως σχετίζονται τώρα όλα τα παραπάνω με το φαινομενικά «ταπεινό» καστράκι του μεσσηνιακού κάμπου; Ας το αποκαλύψομε…

Δίχως να γνωρίζομε ακριβώς πότε, αλλά σίγουρα περί τα μέσα του 12ου αιώνος, το κάστρο της Αλώθ, καθώς και ο οικισμός που απλωνόταν εις τα πόδια του, θα δοθεί από τον Βαλδουίνο τον Γ’ εις την διάσημη οικογένεια των ντε Μιλλύ (ήτις στο παρελθόν είχε φορέσει τον σταυρό), εις την οποία ανήκαν και άλλα χωριά της περιοχής καθώς και πολλές φάρμες. Τότε, τόσο το κάστρο, όσο και το χωριό, θα λάβουν την ονομασία του ανωτέρω μεσαιωνικού οίκου. Όμως, στους Άγιους Τόπους, η κατάσταση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων ήταν πάντοτε σχεδόν εις τα πρόθυρα της εκρήξεως και τώρα, ένας νέος «τρόμος», ονόματι Σαλάχ αντ-Ντιν ή κατά το ελληνικότερο «Σαλαδίνος», θα απλωνόταν ως πέπλο θανατώδες απάνω από τις κτήσεις των σταυροφόρων. Ως εκ τούτου, ύστερα από την περιβόητη «Μάχη του Χαττίν» στα 1187, η οποία κατέληξε σε φοβερότατη πανωλεθρία για τους τελευταίους, το κάστρο των ντε Μιλλύ (Mi’ilya Castle), θα περάσει εις την κατοχή των Μουσουλμάνων.

Μολαταύτα, πέντε έτη μετά, εξαιτίας κάποιας προδοσίας που έλαβε χώρα στις τάξεις των μουσουλμάνων του κάστρου Mi’ilya, αυτό θα επιστρέψει στα χέρια των σταυροφόρων. Εν τω μεταξύ, εις εκείνον τον καιρό μέσα, και πιο συγκεκριμένα στα 1290, ένα νέο ιεροϊπποτικό τάγμα θα γεννιόταν στις τάξεις των σταυροφόρων, αποτελούμενο από εμπειροπόλεμους, σωματώδεις συνήθως, βαρέως οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι κατάγονταν αποκλειστικά και μόνον από την περιοχή της Γερμανίας. Τούτο το τάγμα, δεν ήταν άλλο, από το θρυλικό «Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών».

Εις τα 1220 λοιπόν, το κάστρο Μίιλια (Mi’ilya), πωλείται εξ’ ολοκλήρου στους Τεύτονες Ιππότες οι οποίοι το ορίζουν ως έδρα τους. Εντούτοις, για αίτια που δε γνωρίζομε, οχτώ έτη αργότερα η κυρία βάσις των Τευτόνων θα γίνει εν άλλο, καινουργιοχτισμένο κάστρο εις τη βορεινή πλευρά των Ιεροσολύμων, απάνω εις ένα βουνό λίαν απόκρημνο που οι Γερμανοί Ιππότες ονομάσανε «Stakenberg» (θα ειπεί, ρωμαλέο βουνό), το λεγόμενο Montfort Castle. Ως ακολούθως, καθ’ όσον το κάστρο Mi’ilya ήταν από τότε σχετικώς αποδυναμωμένο, μοιραίο ήταν μιάν ημέρα, εντός της -από αρχαιοτάτων χρόνων- παγκοσμίας αυτής κεντρικής σκηνής του πολέμου, να κυριευθεί. Τούτη η «κακιά ώρα» για τους Τεύτονες Ιππότες καθώς και για όλη τη Χριστιανοσύνη της Δύσεως, ήλθε στα 1265, όταν στο κάστρο επετέθησαν οι αξιέπαινοι εις τον πόλεμο Μαμελούκοι, των οποίων η ισχύς εκείνα τα χρόνια ήταν τεραστία, αν αναλογιστεί κανείς ότι είχανε ήδη από τα 1250 μ. Χ. καταχτήσει ολάκερη την Αίγυπτο. Τελικώς, το αποτέλεσμα της αυτής επιθέσεως ήταν τρομαχτικό, αφού το σπουδαίο κάστρο Mi’ilya, κατεστράφη σχεδόν ολοσχερώς και αχρηστεύτηκε, ενώ, διά την ιστορία, οι Μαμελούκοι δεν άφησαν «πέτρα για πέτρα» εις το πέρασμά τους, καταστρέφοντας εις τα 1271 ακόμη και το δυσκολοσίμωτο τευτονικό κάστρο του Montfort.

Προτού να προχωρήσομε παρακάτω, αξίζει να αναφέρομε ότι πολύ αργότερα από τα όσα εξιστορούμε, κατά τον 17ο αιώνα, μια ομάς Ελλήνων Καθολικών ως προς το δόγμα, αφού εγκατέλειψε το Λίβανο, έλαβε την απόφαση να μετοικήσει στο χωριό του Mi’ilya. Στα 1845, απόγονοι αυτών των Ελλήνων, έχτισαν μάλιστα και μιάν εκκλησιά πανώρια εις την κορυφή του καστρόλοφου, ανάμεσα στα μεσαιωνικά χαλάσματα, που την αφιέρωσαν εις την Παρθένο Μαρία και η οποία σήμερα ανήκει εις την Ελληνική Καθολική κοινότητα των Μελικητών.

Οδεύοντας προς το τέλος του άρθρου μας, θα πρέπει να αναφέρομε ότι, εις το φραγκικό Πριγκιπάτο του Μορέως, χτίστηκαν κάστρα των οποίων οι ονομασίες σε πολλές εκ των περιπτώσεων, προέρχονταν από ονόματα παλαιοτέρων σταυροφορικών φρουρίων της Ουτρεμέρ, ενώ σε άλλες περιπτώσεις από κάστρα της γενέτειρας των διαφόρων ευγενών-βαρώνων-ιπποτών. Εις την περίπτωση του κάστρου που μας απασχολεί εδώ, δηλαδή του κάστρου του Μίλα της Μεσσηνίας, ισχύει η πρώτη περίπτωσις που με δυό λόγια λέγει πως: Οι ιεροϊππότες του Τευτονικού Τάγματος, εβάπτισαν το κάστρο που τους είχε δοθεί εις τις εσχατιές του 13ου αιώνα ή μέχρι τα 1301 από την Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη, με τ’ όνομα του παλαιού ένδοξου φρουρίου τους εις την Γαλιλαία, δηλαδή του Mi’ilya. Κατά συνέπεια, με τα χρόνια, η ονομασία αυτή του κάστρου, κατά κάποιον τρόπο «εξελληνίστηκε», και από Μίιλια ή Μίιλγια, εξελίχθηκε σε Μίλα, ενώ την αυτή ονομασία επέλεξαν αιώνες αργότερα και οι Έλληνες για το ομώνυμο χωριό τους το οποίο συναντάται σήμερα κοντινά εις το μεσαιωνικό Τευτονικό φρούριο.

Κλείνοντας, δια να ιστορήσω μέχρι τέλους τα περί του Μίλα, αξίζει ν’ αναφέρω πως, πριν από αρκετά χρόνια, νομίζω το έτος 2007, όταν είχα πρωτοεπισκεφτεί το σπουδαίο και ευτυχώς (σχετικώς) καλοδιατηρημένο αυτό σταυροφορικό καστέλι, θυμούμαι μερικούς από τους ηλικιωμένους κάτοικους του λιλιπούτειου οικισμού που απέχει ολίγα μόλις μέτρα από τα μεσαιωνικά ερείπια, να μου λεν πως, πρέπει να προσέχω που πατώ, καθ’ ότι υπάρχουν υπόγειες γαλαρίες που σε άλλες εποχές τις έβλεπαν να χάσκουν (τώρα έχουν κρυφθεί κάτω από το χώμα και τη βλάστηση) και οι οποίες οδηγούσαν εις τον παρακείμενο ποταμό, τον λεγόμενο Ξάστερο, όπου και το σπηλαιώδες εκκλησάκι της Βραχοπαναγίτσας. Είναι προφανές θαρρώ πως, οι Τεύτονες Ιππότες, είχανε επιλέξει ετούτο τον τρόπο για να συγκεντρώνουν νερό πόσιμο σε περιπτώσεις δύσκολες για την πέτρινη φωλεά τους, τουτέστι, για το αγαπημένο τους κάστρο του Mi’ilya, το αποκαλούμενο αλλιώς και Chateau neuf…

Share.