fbpx

Το άφθιτο και αριστόκαρπο κλέος των Μουσών

0

– «Αγαπημένες μου αδερφές», είπε η Ερατώ, «βλέπετε, είμαστε στη σιωπή του Ελικώνα, μέσα στην ερημιά. Μόνο η ελαφριά αύρα του Απρίλη εδώ σε τούτη την πλαγιά σημαίνει την ανάσα της ζωής, ψιθυρίζει αιώνιους ρυθμούς στη χλώρη και αναδεύει τα μαλλιά μας. Μας φέρνει, το νιώθουμε στους μυχούς μας, σαν φτερωτή Ίριδα μηνύματα βιώματα από τη γενέθλια μας Πιερία, και ανακλαδώνεται ο νους μας.

Του Δημήτρη Ρεντίφη

Ο πατέρας μας ο Δίας και η μητέρα μας η Μνημοσύνη, το ξέρουμε από τους ειρμούς των δέντρων, από τις βελανιδιές και από τα κελαρύσματα των νερών της πρώτης μας βορεινής κατοικίας, ερωτεύονταν εννιά συνεχόμενες νύχτες σε απόκρυφες σπηλιές και μας γέννησαν μέσα στην ίδια χρονιά με πρωτόγνωρη θεϊκή ευφροσύνη. Από αυτή την ολύμπια συνεύρεση κληρονομήσαμε όλες τις χάρες,  δύναμη, χαρμονή, όνειρο, μνήμη, εποπτεία, προφητεία. Και επειδή όλοι οι άλλοι θεοί ζήτησαν από τον πατέρα μας να ευφραίνονται και να γιορτάζουν στα ολύμπια δώματα για τη νέα τάξη στο σύμπαν μετά την Τιτανομαχία όχι μόνο με νέκταρ και αμβροσία αλλά και με δοξαστικούς ύμνους και ορχησμούς, με τραγούδια και χορούς, γι’ αυτό έχουμε προικιστεί ως θεραπαινίδες των θεών και των ανθρώπων και με αυτή τη διπλή δωρεά. Τώρα είμαστε καθισμένες εδώ στις όχθες της πλατιάς πηγής της δεύτερης βουνίσιας κατοικίας μας, στις θαλερές άκρες της πηγής Αγανίππης, και συλλογιζόμαστε. Δεν τραγουδάμε και δεν χορεύουμε ετούτη την ώρα. Η σκέψη μας και η ψυχή μας νοιάζονται για το καινούργιο που θα γεννηθεί μέσα στη νύχτα που ζυγώνει, που όπου να ’ναι έρχεται…».

Ήταν οψίαδείλη. Ο ήλιος είχε από πολύ νωρίς βυθιστεί πίσω από τον ορεινό όγκο της γειτονικής Λυκώρειας, του Παρνασσού, και μια απαλή αλουργίδα είχε αρχίσει να απλώνεται σιγά-σιγά πέρα από τον Ελικώνα και να ντύνει με το φοινίκεο χρώμα της εκατόμβης το στηθαίο της Δύσης. Ένα σκούρο συννεφάκι, η βάρκα του περαματάρη Χάρωνα, λίγο ψηλότερα από την κοφτερίδα του ορεινού όγκου, αρμένιζε αργά, χωρίς βιασύνη, στην πορφύρα της θυσίας κουβαλώντας θλιβερό φορτίο τα ξέπνοα βάσανα της μέρας κάτω εκεί στον ανήλιαγο οδυρμό, στον Άδη. Πιο πίσω, στη μέση του ουρανού που δεν είχε αρχίσει ακόμη να μπλαβίζει, η ασημένια πανσέληνος, λύρα χελώνα του πρωτουργού Ερμή, συμβόλιζε από τους αιθέρες με τη γαληνή καθαρότητά της και το ακαταπόνητο ταξίδι της την κοσμική αρμονία και τη νίκη της έμπνευσης και των οραμάτων κατά του πόνου και της φθοράς, κατά του θανάτου.

—«Αγαπημένες μου αδερφές», μίλησε τώρα η Καλλιόπη, η μειλιχιότερη και ευγλωττότερη από τις Μούσες, «πριν από κάμποση ώρα ήμασταν πιο ψηλά στο βουνό του πεπρωμένου μας, στην πηγή του Πήγασου, την Ιπποκρήνη. Αφού πλύναμε με δροσερό νερό το πρόσωπό μας και τη λαλιά μας και ήπιαμε με τις χούφτες μας αρτεσιανή δύναμη, με παραστάτες τα ορθόκορμα έλατα και τις πολύκλαδες δάφνες τραγουδήσαμε και χορέψαμε στο ξέφωτο τον κύκλιο χορό μας, υμνώντας τους μάκαρες Ολύμπιους θεούς και ευλογώντας τους βασανιζόμενους χοϊκούς βροτούς. Τώρα, εδώ στις όχθες της Αγανίππης, όπως είπε η Ερατώ, συλλογιζόμαστε.Οι συλλογισμοί μας όμως, πρέπει να προσθέσω, το διαισθάνομαι και το εξομολογούμαι ως αυτοκασιγνήτη, έχουν την πύκνωση ενός συγκρητισμού που ορίζει μεισορροπία τη μοίρα της ζωής των ανθρώπων. Αυτός ο συγκρητισμός είναι η αρμονική συμπόρευση στα λόγια μας και στα έργα μας των σεβασμάτων, που απορρέουν ως ανάγκη από τις θέμιστες των ετεροθαλών θεών αδελφών μας, του Απόλλωνα και του Διόνυσου. Ο Απόλλωνας, εκτός από ομόκοιτός μου, το ξέρετε, είναι και ο Μουσαγέτης μας, ο εμπνευστής  της μολπής μας. Ο Διόνυσος, και αυτό το γνωρίζετε, εκτός από υποκινητής ιερού ερωτικού πάθους στις αδερφές μας, στην Πολύμνια που με το θρακικό ποταμό Οίαγρο γέννησαν τον Ορφέα, στη Μελπομένη που με τον Αχελώο γέννησαν τις Σειρήνες και στην Τερψιχόρη που με τον Στρυμόνα γέννησαν τον Ρήσο, είναι και ο καθοδηγητής της όρχησής μας. Οι συλλογισμοί μας, θέλω να πω, αυτή την ώρα γι’ αυτό που θα έρθει μέσα στη νύχτα δεν ενέχουν καμιά υπερβασία, αντιμάχονται την ύβρη και ευνοούν, τιμούν τη φρόνηση. Απόψε, αφού όλες μας, προικισμένες με θεοδώρητα προνόμια, γνωρίζουμε τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μέλλοντα, θα ευμολπήσουμε και θα αγαθοεργήσουμε κοντά στην Άσκρα, στα μεθόρια του ιερού άλσους μας, και θα συμβάλουμε και εμείς με την εύρυθμη μολπή μας και την ιεροπραξία μας στον καθαρμό του τόπου από το θρυλούμενο άγος  των Αλωαδών…, στον ιλασμό των ανθρώπων…».

Οι Αλωάδες, τα δυο δίδυμα αδέρφια ο Ώτος και ο Εφιάλτης, που γνώριζαν καλά την αρχιτεκτονική του σύμπαντος, όπως ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης, έχτισαν την Άσκρα και καθιέρωσαν στα θέσμιά της με αυθαιρεσία τη λατρεία τριών Μουσών, της Μελέτης, της Μνήμης και της Αοιδής. Με τις υπερβασίες τους ψήλωσε ο νους τους και σκέφτηκαν να ανεβούν στον ουρανό και να δοκιμάσουν τους θεούς στην παντοδυναμία τους. Συνέλαβαν το υπερβατικό αρχιτεκτονικό σχέδιο, για να πραγματοποιήσουν την ορμή της υπεροψίας τους, για να φτάσουν στους θεούς, να στοιβάξουν επάνω στον Όλυμπο την Όσσα και επάνω στην Όσσα το Πήλιο. Είχαν υπερφυσική σωματική διάπλαση ως τέκνα του Ποσειδώνα και της Ιφιμήδειας, συζύγου του Αλωέα, ήταν Γίγαντες, αλλά ο Απόλλωνας και η Άρτεμη, θεοί αδέρφια αυτοί από τη σπορά του Δία, θανάτωσαν τους υπερήνορες γιους με αλληλοκτονία πριν από την ενηλικίωσή τους. Οι Ουρανίωνες, επόπτες της νέας τάξης στο σύμπαν, δεν άφησαν ατιμώρητη την ύβρη.

Η Ουρανία, ακούγοντας από την Καλλιόπη την αναφορά της στους Αλωάδες και στο άγος τους, που βάρυνε ως θρυλούμενηάτη, ως πλανώμενοςαλάστορας την Άσκρα, πρόσθεσε με αργόσυρτο επιτονισμό υψηλής διδαχής μέσα στην αύρα της ελικώνιας γαλήνης: —«Και ο Βελλεροφόντης, που επιχείρησε παρόμοια ανάβαση με τους Αλωάδες, τιμωρήθηκε από τη Δίκη των θεών με ατιμωτική καταβαράθρωση στη γηκαι βασανιστική περιπλάνηση στο Αλήιον Πεδίον. Και ο Ιξίονας και ο Φαέθοντας και ο Ίκαρος και ο Τάνταλος και ο Σίσυφος και ο Τιτυός και τόσοι άλλοι υψαύχενες, παραβάτες με την αφροσύνη τους της κοσμικής τάξης, δεν απέφυγαν το νόμο της Αδράστειας. Συλλογίζομαι και εγώ τώρα με διαυγάζουσα προσμονή την αποψινή μας εύφθογγη μολπή και αγαθοεργία, που θα αποσβέσουν στη λήθη την αυθαδία του Ώτου και του Εφιάλτη και θα μνημειώσουν στους αιώνες τη θεόσυτη έμπνευση, θα θεσμίσουν ως ανάγκη της ψυχής τη λυτρωτική ενατένιση και την αναπλαστική δημιουργία στους εσμούς των ανθρώπων…».

Είχε πέσει ήδη το λυκόφως στη βουναία πλάση και στον μπλάβο ουρανό η πανσέληνος του Απρίλη , η λύρα χελώνα του Ερμή, πήρε και χρύσωνε με το απαλό της φως τις πλαγιές, δώριζε με τις αγανές υποσχέσεις της την ευδιάθετη μουσική της στην απεραντοσύνη. Η Θάλεια, κρατώντας ένα δάφνινο στεφάνι που το είχε πλέξει κοντά στην Ιπποκρήνη, τραγουδώντας και αυτή και χορεύοντας  τον κύκλιο χορό σε εκείνο το ξέφωτο μαζί με τις αδερφές της, σηκώθηκε με ελαφράδα φτερωτού ονείρου, το ύψωσε με τα δυο της χέρια πάνω από το κορφοκέφαλό της ως προέκταση και ταξίδι της δέησής της και με βιωματική σεμνότητα, με καταγωγική ευλάβεια, πρόφερε: —«Ευφαμείτε!». Όλες οι Μούσες τότε κατανόησαν την ιερή στιγμή των Λιτών τους, των ειρμών της δέησής τους, σηκώθηκαν και αυτές με την ίδια ελαφράδα γαληνής άνωσης, τέντωσαν με ώση ιεροτελεστίας τα χέρια τους στον ουρανό και συντονισμένες αρμονικά από την φυσική, τη θεία καταβολή τους έμελψαν: —«Πατέρα μας, νεφεληγερέτη Δία, και μητέρα μας, τέκος του Ουρανού και της Γης Μνημοσύνη, σας ικετεύουμε. Δεόμαστε οι Πιερίδες σας, οι Ελικωνιάδες σας, οι Τελεσιδώτειρες. Μην παραβλέψετε τη νύχτα μας αυτή. Έλθετε αρωγοί στην ευβουλία μας. Η δύναμή μας ευκλεΐζει και αγαθοεργεί με σεβάσμια σκέπη τη δική σας δύναμη. Κιθαριστή Απόλλωνα και ορχηστή Διόνυσε, διδάχοι μας αδελφοί, ελάτε και εσείς σε τούτη την ιερή νύχτα μας βοηθοί, παραστάτες με «κίθαριν» και «όρχησιν», μυστικοί, κρύφιοι στη σιωπή, με φθογγές“ιή-ιή” και “ευάν-ευοί”. Δεν μεγαλοφρονούμε. Δεν μεγαληγορούμε. Ευτρεπιζόμαστε για το γενησόμενον. Γένοιτο ο πέπρωται. Το μέλλον ήξει…».

Ήταν πια ώρα. Οι Λιτές των Μουσών, οι ειρμοί της δέησής τους είχαν εισακουστεί και ο δρόμος για το μεγάλο σκοπό ήταν ανεμπόδιστα ανοιχτός μέσα στη φεγγαροχυσία. Μια ομαλή κατωφέρεια από την πηγή της Αγανίππης ως τα μεθόρια του ιερού άλσους των Ελικωνιάδων κάλυπτε την απόσταση χωρίς φραγμούς θάμνους-πλατιά χλωρή λωρίδα με πλούσιο ανοιξιάτικο χορτάρι και κάποιες στενές αλλά ευδιάβατες καμπές-, ένας ελικοειδής εύβατος κατήφορος, ευαγής οίμος ιερουργικής μετάβασης από την προετοιμασία στην τελείωση, σηματοδοτούσε ετούτη τη βραδιά το «αμήχανον» της αιφνίδιας έμπνευσης στις ανυποψίαστες συνειδήσεις και το «μηχανόεν» της ποιητικής δημιουργίας στους παντότολμους καιρούς. Και ιδού τώρα με άγρυπνη ουράνια εποπτεία μια λευκή, πάλλευκη νεφέλη, σαν μεγάλη ογκηρή τουλούπα πλυμένα, λαναρισμένα μαλλιά από κοπάδι κουρεμένα άσπρα πρόβατα -σίγουρα, ξάντριες παρθένες από τα βοσκοτόπια του Ολύμπου σε ιερή αποστολή αιθεροβασίας τα είχαν λαναρίσει στους λειμώνες του απείρου – κατέβηκε απαλά στον τόπο της πηγής και τύλιξε τις Μούσες. Οι λιγνές Κόρες δεν έχασαν τη θέα τους μέσα στη νύχτα, έβλεπαν όλες τις λεπτομέρειες της φύσης, αλλά καταλάβαινανμε το προικισμένο έσοπτρό τους ότι κανένας από τους ορεσίβιους του Ελικώνα, ποιμαίνοντας ξάγρυπνος ή ησυχάζοντας ακοίμητος ακόμη κάπου εκεί κοντά στην κατάβασή τους ή και μακρύτερα, δε θα μπορούσε ούτε να δει τις ίδιες και το χορό τους ούτε και να ακούσει το τραγούδι τους. Ήταν το δισυπόστατο μυστήριοτων Ελικωνιάδων Μουσών με θαύμα και αντίθαυμα, μυστήριο κραταιό και μαγικό όπως η δεσποσύνη και η πολυτεχνία του Δία, της Μνημοσύνης, του Απόλλωνα και του Διόνυσου…

Και ξεκίνησαν οι Νύμφες της Αγανίππης την κάθοδό τους προς τις υπώρειες του Ελικώνα νεφελοσκεπείς και φαιδροπρόσωπες, τραγουδώντας και χορεύοντας στην πλατιά χλωρή λωρίδα με τις λιγοστές καμπές της. Κανένα νυχτοπούλι, ούτε νυχτοβάτης με το πέρασμά του, ούτε νυχτοκόρακας με την κραυγή του, ούτε γκιώνης με τη στοναχή του, ούτε το ανειρήνευτο σκαντζάκι με τη φοβέρα του, δεν τάραζε τη θεόδοτη ιερότητα της έκστασης, δεν πρόσβαλλε με τη γαιώδη συνήθεια του την ουρανόδεικτη τελετουργία. Η σεληνόφωτη νύχτα άπλωνε την ηρεμία της με μακαριότητα στον κόσμο και μοσχομύριζε άνοιξη και αθώα ζωή. Κάτω στο Στρογγυλό, λίγο ψηλότερα από το ιερό τέμενος και ανατολικά, στο μεγάλο πλάτωμα-λιβάδι, στο ξακουστό κάποτε αλώνι, στην «αλωή», στην «άλω», όπου ο Αλωέας, όπως πίστευαν οι Ασκραίοι, αλώνιζε τις βρίζες του που δεμάτιαζε στις αρόσιμες πλαγιές, έβοσκε το κοπάδι του ένας λιγνός, ξερακιανός τσοπανάκος, ο Ησίοδος. Οι Μούσες πλησιάζοντας σταμάτησαν το τραγούδι τους και το χορό τους, ξεντύθηκαν την ολύμπια νεφέλη τους και τη φόρεσαν με ανεπαίσθητη γρηγοράδα και κίνηση άσπρα ποκάρια στα κουρεμένα ζωντανά της άνοιξης, στάθηκαν ονειροφαντασιές στην άκρη του Στρογγυλού σε σχήμα ημικυκλίου, κοντά στον Ησίοδο, και σώπαιναν. Ο Ησίοδος, ακουμπισμένος καθώς ήταν, όρθιος βιγλάτορας, στην αγκυλίτσα-γκλίτσα του, παραξενεύτηκε αφάνταστα αλλά δεν τρόμαξε. Η έμπειρη μάνα του, δουλεύτρα της γης μέρα και νύχτα, του είχε διδάξει την τόλμη με τη σιωπή του σε τέτοια ξαφνικά φανερώματα της φύσης. Το φυλαχτό άλλωστε που του είχε δώσει και το φορούσε πάντοτε σε εσοχές των ρούχων του ήταν ένα τρίκλωνο στριμμένο γαϊτάνι με ραμμένο επάνω του ένα μικρό θύλακο από κρουστό δίμιτο ύφασμα μεσημεριανού αργαλειού, μια απρόσβλητη κρύπτη στοιχείων για θωράκιση της ακεραιότητας του: χοντράλατου – κατά των αερικών, φιδοπουκάμισου- για την υγεία του, ζάχαρης ελατιών – για τη βουνίσια αντοχή του και χελωνοκαύκαλου – για την αγνότητά του στη ζωή.

Η Καλλιόπη δεν άφησε να μακραίνει η σιωπή μέσα στο σεληνόφως και ζωντάνεψε με το λόγο της, με τη μολπή της, την αύρα: —«Ασκραίε», ευστόμησε, «ξέρουμε ότι ξαφνιάστηκες, παραξενεύτηκες, αλλά δεν ταράχτηκες, δεν τρόμαξες. Είσαι ο ευλογημένος βοσκός της Άσκρας, ο εκλεκτός ορειώτης των αγαθών βουλευμάτων μας. Είμαστε οι εννιά Μούσες του Ελικώνα, οι Ελικωνιάδες: Η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη, η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνια, η Ουρανία και εγώ η Καλλιόπη. Είμαστε οι παλιές Πιερίδες , που γνωρίζουμε όλα τα περασμένα, όλα τα τωρινά και όλα τα μελλούμενα. Είσαι ο σημειωμένος, ο πεπρωμένος, η καινουργία που θα γεννηθεί μέσα σε αυτή τη νύχτα, το γενησόμενον. Ο ευτρεπισμός μας απόψε, η μεγάλη ετοιμασία μας, σχεδιάστηκε ιεροτελεστικά για σένα, τον τσοπανάκο των ορίων μας. Για σένα τραγουδήσαμε και χορέψαμε απόψε στην κατάβασή μας ως εδώ, μυστικά και ιερουργικά, Νύμφες τιμημένες με πέπλα νεφέλης λειτουργημένα ψηλά στους αιθέρες, στο άπειρο… Άκουσέ μας. Σου μιλάμε, σου μέλπουμε όλες από τους μυχούς μας, με τη δική μου φωνή, και σε μεταμορφώνουμε. Η μεταμόρφωσή σου είναι μύησή σου στην α-λήθ-εια και με κάποιες καταδύσεις στα ψεύδη… Η μύηση όμως στα ψεύδη εξαχνώνεται με την ανάδειξη και την κύρωση της α-λήθ-ειας. Η α-λήθ-εια είναι η τελεολογία μας, ο μεγάλος σκοπός μας. Στην α-λήθ-εια ιερεύουμε και κηρυκεύουμε την αθροιστική λήθη των πόνων μέσα στη ζωή και την απόλυτη άρνηση της λήθης του χρέους μέσα στο χρόνο. Σου μιλάμε, σου μέλπουμε με πυκνή γλώσσα γιατί διαισθανόμαστε ότι η ηχώ μας αυτή τη στιγμή γίνεται στη σκέψη σου εμπνοή. Και η εμπνοή είναι έμπνευση. Σε ξεχωρίζουμε απόψε, Ασκραίε, ανάμεσα στους θνητούς και σου δωρίζουμε τη θεία δύναμη να τεχνουργείς. Σε εμπνέουμε να δημιουργείς υψηλά σύμβολα και με αυτά να υποδηλώνεις τις αθάνατες ιδέες, να μεταπλάθεις τον κόσμο και να τον μεγαλύνεις. Σε εμπνέουμε να μεταμορφώνεις τη ζωή και να εκφράζεις με τις μεταμορφώσεις της το μεγαλείο της. Σε στεφανώνουμε με την ολόχλωρη δάφνη του βουνού μας τραγουδιστή! Θα τραγουδήσεις τον τίμιο μόχθο, την ελπίδα, τη σύμπνοια, την προκοπή!».

Όλα τώρα με την κατακλείδα του αίνου της Καλλιόπης ακολούθησαν τη φορά της ανάγκης και του πεπρωμένου. Η Θάλεια πρόβαλε αέρινη από το ημικύκλιο των Μουσών, προχώρησε αλαφροπατώντας προς τον Ησίοδο, τον στεφάνωσε απαλά με το δάφνινο στεφάνι και ξαναγύρισε αργοκίνητη στο θάμβος της. Ο Ησίοδος έλαμπε στο φεγγαρόφωτο με τη μακάρια μορφή του και δεν έδειχνε να αισθανόταν ότι πέρασε από μια μονότονη κατάσταση ζωής σε μια άλλη ονειρική και αναπλαστική. Ήταν ωστόσο από απόψε, από αυτή τη νύχτα, ο μεμουσωμένος, ο ποιητής, ο τραγουδιστής. Και περίμενε εκεί στην ίδια θέση του ακίνητος με την αγκυλίτσα-γκλίτσα του στο χέρι, κοντό κάλαμο τώρα προοπτικής, βεργούλα γραφίδα σε νοητό πάπυρο, ενώ μια λευκή νεφέλη, η πάλλευκη νεφέλη, υψώθηκε ανεπαίσθητα από το απλωμένο κοπάδι πυκνώνοντας σε λαναρισμένα μαλλιά τα ποκάρια των ζωντανών, κινήθηκε άχρονη, με προσδοκία, σαν καθοδηγημένη, προς το ημικύκλιο, κάλυψε τις Νύμφες Ελικωνιάδες με το μυστήριό της, με θαύμα και αντίθαυμα, και τις εξαΐστωσε στη χλωρή ανηφόρα του βουνού για το απόκρυφο ενδιαίτημά τους…

Ο Ασκραίος έπρεπε εφεξής να μετρήσει τα βήματά του με τη λογική. Μετακινήθηκε σκηπτούχος προς τον ομφαλό του Στρογγυλού, της «αλωής» του Αλωέα, σταμάτησε με προσαυξημένη εγρήγορση μέσα στο κοπάδι, μέσα στην αύρα, περιέφερε το βλέμμα του στο χώρο, συλλογίστηκε το χρόνο και σιωπώντας κρίκωνε μεθοδικά μια αλυσίδα, τη θεματική της ευθύνης και της ωρίμασης. Τόσοι μετεωρισμοί περίμεναν την ευταξία τους: η καλύβα του, το κοπάδι του, ο αδερφός του ο Πέρσης, τους γονείς του τους είχε από χρόνια στερηθεί, το φυλαχτό του, το δάφνινο στεφάνι του, η μαθητεία του, η γραφή του, η κηρυκεία του, το άγος των Αλωαδών, το ταξίδι του… Οι Μούσες τού είχαν εμπνεύσει την ταμένη ιέρευσή του στην α-λήθ-εια και στο απαραχάρακτο κάλλος, τον είχαν προικίσει με μέθοδο και ως σύνολο θαυματουργών θεαινών του Ελικώνα και ως ξεχωριστές, η καθεμιά με την ιδιαίτερη ιερουργία της, Νύμφες της ευαισθησίας και της φιλοκαλίας. Όλα τα μελήματά του, οι θεόδοτες έγνοιες του, θα έπαιρναν από την επιούσα προοδευτικά το δρόμο της πεπρωμένης πραγμάτωσης. Όμως για κάποιες ανάγκες που φόρτιζαν με εξωθητική ένταση τη σκέψη του είχε πάρει από τώρα, με αμεσότητα, την απόφασή του. Το φυλαχτό του θα το πρόσφερε, κρεμασμένο με σιγουριά, σε ένα απρόσιτο κλαδί βελανιδιάς, για να συμβολίζει στην αγνή φύση, στους αέρηδες, την εναντίωσή του τώρα στις προλήψεις και δεισιδαιμονίες και την απόρριψή τους. Το δάφνινο στεφάνι του θα το έδενε στέρεα στην ψηλή διχάλα μιας πυκνόφυλλης δάφνης, για να σηματοδοτεί πάντοτε από τη χλωρίδα το βουνού στη συνείδηση του και στα οράματά του την ολοζώντανη σκηνή του αναπλασμού του με την καθαρτήρια, τη λυτρωτική δύναμη της έμπνευσης και του ορθρισμού του με την εύβουλη, την ευθύπορη φωνή του χρέους. Το άγος των Αλωαδών και οι θρύλοι του θα καταλάγιαζαν αμετάθετα με την τελετουργία των Μουσών στο Ασκραίο λιβάδι, με τη μετακένωση της χαρμονής στις προσδοκίες των ανθρώπων και με την αναγνώριση του θεόδοτου ιλασμού, η λήθη θα σκέπαζε ανεμπόδιστα την άτη, τον αλάστορα, και η ευλογία με τον όλβο και την ευδαιμονία θα εξασφάλιζαν ανέκκλητα στην Άσκρα το ιστορικό της κύδος. Οι άλλοι μετεωρισμοί του Ησιόδου, οι κρίκοι της ευθύνης του και της ωρίμασής του, θα μετουσιώνονταν από αύριο στο έσοπτρό του με αβίαστη ευρυθμία και αδιατάρακτο μέτρο, με γαλήνια δωρεά του παντάρχη χρόνου, σε απολλώνιο διδακτικό τραγούδι και διονυσιακή ιερουργική μέθη. Θα ήταν το κοντινό και το απώτερο «γενησόμενον», η πράξη της ρήτρας «το μέλλον ήξει», η κληροδοσία του «Έργα και Ημέραι», «Θεογονία», «Ασπίς Ηρακλέους», «Γυναικών Κατάλογος-Ηοίαι-Μεγάλαι Ηοίαι», το βραβείο της νίκης του στη Χαλκίδα, στο διαγωνισμό με τον Όμηρο, όλα θα ήταν συγκεφαλαιωτικά το κλέος της ποίησής του…

Ο Ασκραίος Ησίοδος όμως ποτέ δεν μίλησε για το κλέος του. Αναγνώριζε πάντοτε ως ραψωδός στον τόπο του και με αυτοσυνειδησία ότι το κλέος ανήκε στις Ελικωνιάδες Μούσες. Σε αυτές άλλωστε, στο ιερό τους, χάρισε τον τρίποδα, το έπαθλο της νίκης του στο διαγωνισμό. Μελωδούσε με αυτογνωσία τον επικό λόγο ότι το άφθιτο και αριστόκαρπο κλέος των Μουσών θα σημαδεύει ανεξίτηλα με το μήνυμα της ποιητικής δημιουργίας, της τίμιας εργασίας, την ευνομίας και της ειρήνης την Ιστορία και τον πολιτισμό των λαών μέσα στους αιώνες.

Share.