fbpx

Το Κάστρο του Σαν Φλάουρο στην Τριφυλία!

0
1

Προσεγγίζοντας το κάστρο του Σαν Φλάουρο.

ΕΝΑ ΚΑΛΟΔΙΑΤΗΡΗΜΕΝΟ ΔΥΝΑΜΑΡΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΙΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΤΗΣ ΑΧΑΪΑΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΥ ΝΤ’ ΑΙΝΩ

ΕΝΑ από τα ομορφότερα δυναμάρια του καιρού των ιπποτών εις τον ευήλιο τόπο της Μεσσηνίας, αλλά και από τα πλέον αλλόκοτα ως προς ένα μέρος της αρχιτεκτονικής του, είναι το κάστρο που κυριαρχεί σε λόφο μετρίου ύψους άνωθεν του χωριού Λαντζουνάτο της Τριφυλίας και οπίσω των αψηλών ορέων της Κυπαρισσίας, το οποίο συχνότερα καλείται «Σαν Φλάουρο», μα, έχει και άλλες παρεμφερείς ονομασίες, όπως «Σαφλαούρι» και «Σαλαούρο» οι πιο γνωστές σήμερα, μα καταγράφεται εις τις πηγές και ως «Salauro vel S. Lauro» και «Chateau S. Lauro».

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΤΣΑΠΟΓΑTSAPOGAS
Συγγραφέα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φωτογράφου

Πρόκειται για ένα κάστρο περί του οποίου δυστυχώς δεν έφθασε ως την εποχή μας σχεδόν καμιά αναφορά από τον αιώνα της οικοδόμησής του. Μολαταύτα, περί της χρονολογήσεώς του, ας μας επιτραπεί να ειπούμε, ότι θα πρέπει να τοποθετηθεί αυτή εις τα τέλη του 13ου αιώνος ή στην αυγή του 14ου. Βέβαια για να ακριβολογούμε, θα πρέπει να καταστήσομε σαφές ότι, η πρώτη μνεία που έχουμε γι’ αυτό το μεσαιωνικό μνημείο, μας έρχεται από τον 15ο αιώνα και πιο συγκεκριμένα από τα 1428, αφού τότε γνωρίζομε ότι ανήκε εις τα κάστρα που είχε λάβει εις την κατοχή του ο Τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, όταν γίνηκε κύριος του Δεσποτάτου του Μυστρός. Επίσης, μέσα από τους πολύ χρήσιμους για τον φιλέρευνο νου χωρογραφικούς πίνακες του Καρόλου Χοπφ, συναντάμε την πληροφορία που λέγει ότι, το ίδιο αυτό κάστρο, στα 1463, το εξουσίαζαν οι Βενετσιάνοι, ενώ εις τα 1467 ή το είχανε παραδώσει οι τελευταίοι (σ.σ. προφανώς εις τους Τούρκους), ή το είχανε αφήσει εσκεμμένως έρημο και έτσι ήτανε πλέον από τότε «απόμαχο».

2

Πύργος του κάστρου.

Ύστερα από τα παραπάνω, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως, ότι και να γραφτεί γι’ αυτό το θαυμαστό μεσαιωνικό απομεινάδι με κύριο παρανομαστή τις έως τώρα γνωστές πηγές, δε θα αποτελεί αδιάψευστο γεγονός αλλά απλώς θεωρία. Ως εξής λοιπόν, επιθυμώντας να ρίξομε ολίγον φως για μια περεταίρω έρευνα εις την ταυτότητα του ανεγερτή του φρουρίου αυτού, θα υποστηρίξομε ευθύς πως εκείνος, ή καλύτερα θα ήτανε να ειπούμε εκείνη, είναι πάρα πολύ πιθανό να ήταν η γνωστή «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του περιβόητου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη, τουτέστι η Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη. Ας ιδούμε όμως τώρα το που μπορεί και στηρίζεται η αυτή θεωρία.

3

Περπατώντας ανάμεσα στα χαλάσματα του αφιερωμένου εις τους δίδυμους αγίους St. Florus και St. Laurus, κάστρο της Τριφυλίας.

Όπως ήδη παρακολουθήσαμε εις το κείμενο για το κάστρο του Μίλα της βορεινής Μεσσηνίας, μέσα εις την τετραετία 1297-1301, η Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη, οικοδόμησε το ανωτέρω φρούριο και το παρέδωσε ευθύς αμέσως εις τους λίαν μαχητικούς Τεύτονες Ιππότες, ούτως ώστε να καταπολεμά όσο καλύτερα γινόταν τον αναγεννημένο βυζαντινό στρατό, όταν αυτός εισέρεε δια της μεριάς του κάστρου του Γαρδικίου (παρά το χωριό Τουρκολέκα), εις την πεδιάδα της Μεσσηνίας. Ωστόσο, όπως έχομε ξαναειπεί, πολλά «τεμάχια» γεγονότων από το ιστορικό «παζλ» που ονομάζουμε Ιπποτοκρατούμενη Πελοπόννησος, είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν, ώστε να μπορούμε να αντιστοιχίσουμε δίχως αμφιβολίες το κάθε μεσαιωνικό μνημείο με το πρόσωπο που ευρίσκεται κρυμμένο εις την παχυλή σκιάν του. Παρά ταύτα, έχομε τη δυνατότητα με όσα στοιχεία υπάρχουν εις την κατοχή μας, να κάνομε μερικούς συσχετισμούς. Και επειδή εδώ ομιλούμε διά το αρκετά αινιγματώδες «Σαν Φλάουρο», ο συσχετισμός που θα ακολουθήσει θα αφορά εκείνο.

4

Είσοδος στο καμαροσπέπαστο (κι άλλοτε διώροφο) εσωτερικό κτίσμα του κάστρου.

Ας ιδούμε όμως πρώτα κάποια χρήσιμα στοιχεία γι’ αυτό, όπως μας τα παρέχει το υπουργείο Πολιτισμού ύστερα από τη δική του έρευνα (σ.σ. Ο έντονος χρωματισμός κάποιων λέξεων δικός μου): […] Το Παλαιόκαστρο του Λαντζουνάτου με περιβάλλοντα χώρο 500 μ. γύρω του, εκτείνεται σε δύο επίπεδα, εκ των οποίων το δεύτερο, ο εσωτερικός περίβολος, που σώζεται σε καλύτερη κατάσταση, είναι τετράπλευρης κάτοψης με τέσσερις ορθογώνιους πύργους. Είναι κτισμένο με αργολιθοδομή χωρίς την παρεμβολή πλίνθων. Στο εσωτερικό του διατηρείται θολοσκέπαστο μακρό κτίριο, πιθανώς άλλοτε διώροφο. Ο εξωτερικός περίβολος του κάστρου έχει καταρρεύσει στο μεγαλύτερο τμήμα του. Σε γενικές γραμμές το Παλαιόκαστρο παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το Κάστρο του Μίλα, και φαίνεται ότι αποτελούσε παρατηρητήριο-φυλάκιο το οποίο έλεγχε το πέρασμα από την Κυπαρισσία […].

5

Εικόνα μέσα από το εσωτερικό τελικό διαμέρισμα του φρουρίου.

Ιδού λοιπόν το στοιχείο που επικουρεί εις την έρευνά μας προς την αναζήτηση του ανεγερτή του εν λόγω μεσαιωνικού μνημείου: Το κάστρο είναι χτισμένο με αργολιθοδομή χωρίς την παρεμβολή πλίνθων και σε γενικές γραμμές, παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το Κάστρο του Μίλα. Tι αντιλαμβανόμαστε από αυτό; Πως η ομοιότητα των δύο φρουρίων μόνον ως τυχαία δε θα πρέπει να λαμβάνεται, καθόσον, όπως εκτιμούμε (πάντα με μια μικρή επιφύλαξη), και το Κάστρο του Μίλα αλλά και το Κάστρο του Σαν Φλάουρο ανάγονται χρονολογικώς ως προς την οικοδόμησή τους, εις την ίδια ακριβώς εποχή, δηλαδή περίπου εις τα 1300 και πιο συγκεκριμένα, μεταξύ των ετών 1297-1301. Τούτη είναι η τετραετία, κατά την οποία το ηγεμονικό σκήπτρο του Πριγκιπάτου της Πελοποννήσου βάσταγε η χήρα του Φλωρέντιου ντ’ Αινώ, Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη, η οποία, φρονούμε ότι, κατά το μάλλον, θα πρέπει να έκτισε -πλην από το κάστρο του Μίλα- και αυτό του Σαν Φλάουρο (σ.σ. Πολύ πιθανόν και άλλα μικρότερα καστράκια της δυτικής Μεσσηνίας, τα οποία θα λέγαμε πως ακόμη και σήμερα, παραμένουν κατά κάποιον τρόπο «ορφανά», αφού ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα ποίος τα έχτισε).

6

Άποψη του καμαροσκέπαστου εσωτερικού κτίσματος με βλέμμα στον περίβολο.

Παρά ταύτα, ας δώσουμε μιαν εξήγηση εις τα όσα λέμε περί του σχετικώς καλοσωζόμενου ετούτου κάστρου της Τριφυλίας, αφού σημειώσομε ότι, άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως εις τα γύρω χωριά του καστέλου αυτού, απαντά κανείς ακόμη και σήμερα το οικογενειακό όνομα «Φλώρος», ένα επώνυμο, το οποίο, καταφανέστατα με βάση τη γεωγραφική περιοχή που αναφερόμαστε, προέρχεται από την ονομασία του κάστρου. Στο ‘ρώτημα λοιπόν που λέγει: Γιατί η Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνη είναι το πρόσωπο που έχτισε το εν λόγω κάστρο, θα απαντήσομε:  Διότι αυτή και μόνον αυτή η πριγκίπισσα, η άλλοτε σύζυγος του Πρίγκιπα της Αχαΐας Φλωρεντίου του Αινώ, είναι εύλογο πως θα είχε πρόθεση, να αφιερώσει εις τη μνήμη του αποθαμένου άντρα της, καθώς και εις τους άγιους προστάτες αυτού, τον «Saint Florus», του οποίου το όνομα έφερε ως βαπτιστικό του o νεκρός πρίγκιψ, αλλά και τον δίδυμο αδελφό του αυτού αγίου, τον «Saint Laurus» (εξ’ ου και οι τόσες παραλλαγές του ονόματος του κάστρου, οι οποίες θαρρώ δε μας θυμίζουν απλώς, αλλά μας βροντοφωνάζουν ολοφάνερα ότι το φρούριο, έλαβε τ’ όνομά του από τους δυο αυτούς αγίους που αμφότεροι μαρτύρησαν κατά τον δεύτερο αιώνα μ. Χ., και τιμώνται τόσο από τη Ρωμαιοκαθολική όσο και από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία), το ολοκαίνουργιο τότε κάστρο της δυτικής Μεσσηνίας (Σαν Φλάουρο), το οποίο ας μη λησμονούμε ότι ομοιάζει πολύ ως προς τον τρόπο κατασκευής του, με το κάστρο του Μίλα (Chateau Neuf), ένα επίσης φραγκικό κτίσμα που επαναλαμβάνομε πως οικοδομήθηκε από την ίδια αυτή πριγκίπισσα περίπου εις τα 1300. Το δίχως άλλο, θα πρέπει να σημειώσομε ότι, και αυτό το κάστρο (του Λαντζουνάτου), είναι διόλου απίθανο να το είχε εμπιστευτεί η Ισαβέλλα εις τους γερμανικής προελεύσεως Τεύτονες Ιππότες -με τους οποίους φαίνεται ότι διατηρούσε άριστες σχέσεις-, κατά τον ίδιο τρόπο που τους είχε εμπιστευθεί και το κάστρο του Μίλα.

7

Το φραγκικό καστέλι του Σαν Φλάουρο καθώς προβάλλει στο βάθος, πίσω από το χωριό Ξηροκάσι (το σημερινό Παλαιόκαστρο).

Φθάνοντας πια εις το πέρας του άρθρου μας, αξία έχει να προσθέσομε ότι το κάστρο έχει -ως είναι φυσικό- και το θρύλο του, ο οποίος μας λέγει ότι, μέσα από το μεσαιωνικό αυτό οικοδόμημα, ξεκινά την υπόγεια πορεία του προς μιάν άγνωστη κατεύθυνση, στοά αγνώστου μήκους. Μάλιστα, την αυτή γαλαρία θρυλείται πως ακολούθησε πριν από πολλά χρόνια κι ένα μικρό χοιρίδιο που βρέθηκε κατά λάθος να περιπλανιέται εις το έρημο κάστρο. Κι αφού επέρασε λίγος καιρός, ο ποιμήν εις τον οποίο ανήκε το ζωντανό, επίστεψε ότι δε θα το ματαδεί. Μα, μιαν ημέρα, ως θαύμα τ’ ακούστηκε από τους υπόλοιπους χωριανούς, ότι το γουρουνάκι αναφάνηκε κάπου κοντινά, όμως, αντί να έχει εις το δέρμα του το φυσικό του χρώμα, ήτανε πλέον σαν κατράμι.

Share.